Eleni

Share

Yiannis Ritsos original
translated by Manolis Aligizakis 

[tabgroup]
[tab title=”English”]
Sometimes past midnight the rhythmic hooves of horses
are heard from down the road of a delayed carriage as if
returning
from a mourning matinee of some rundown neighborhood
theater
with its plaster fallen off the ceiling, with the peeling walls
with a huge discolored red curtain drawn
that has shrunk from so many washings and in the gap
it leaves under it
you could see the bare feet of the stage manager or the
electrician
who perhaps rolls up a paper forest to turn off the lights.

That crack is still lit while in the auditorium
the clapping has vanished and the chandeliers are turned off.
In the air
the heavy breath of silence remains and the buzz of silence
under the empty seats along with shells from sunflower seeds
and the rolled-up tickets
with some buttons, a lace handkerchief, a piece of red
string.

…And that scene on the walls of Troy — did I truly
ascend
letting it fall off my lips? – Sometimes even now
I try
here lying in bed, to open my hands, to stand on
my tiptoes — to stand on air — the third
flower —
[/tab]
[tab title=”Ελληνικά”]

Ελένη

Καμμιά φορά, περασμένα μεσάνυχτα, ακούγονται κάτω στό δρόμο
οι ρυθμικές οπλές απ’ τ’ άλογα μιάς καθυστερημένης άμαξας, σά
να επιστρέφει
από μιά πένθιμη παράσταση κάποιου ετοιμόρροπου, συνοικιακού
θεάτρου
μέ πεσμένους τούς γύψους τής οροφής, μέ ξαγδαρμένους τοίχους
μέ μιά τεράστια κόκκινη, ξεθωριασμένη αυλαία, κλεισμένη,
πούχει μαζέψει απ’ τά πολλά πλυσίματα, καί στό κενό πού αφήνει
κάτω
διακρίνονται ξυπόλητα τά πόδια τού μεγάλου φροντιστή ή τού
ηλεκτρολόγου
πού ίσως τυλίγει σέ ρολό ένα χάρτινο δάσος γιά νά σβύσει τα φώτα.

Εκείνη η χαραμάδα μένει ακόμη φωτισμένη, ενώ στήν πλατεία
έχουν απ’ ώρα σβύσει οι πολυέλαιοι καί τά χειροκροτήματα. Στόν
αέρα
μένει βαρειά η ανάσα τής σιωπής, κι ο βόμβος τής σιωπής κάτω
απ’ τ’ άδεια καθίσματα, μαζί μέ φλούδες από ηλιόσπορους καί
στριμμένα εισιτήρια,
μέ κάτι κουμπιά, ένα μαντήλι δαντελένιο, ένα κομμάτι κόκκινο
σπάγγο.

….Κι εκείνη η σκηνή, πάνω στά τείχη τής Τροίας, — νά αναλήφθη-
κα τάχα στ’ αλήθεια
αφήνοντας νά πέσει απ’ τά χείλη μου — ; Καμμιά φορά δοκιμάζω
καί τώρα,
εδώ πλαγιασμένη στό κρεββάτι, ν’ ανοίξω τά χέρια, νά πατήσω
στίς μύτες τών ποδιών — νά πατήσω στόν αέρα, — τό τρίτο λου-
λούδι —

ritsos2

Γιάννης Ρίτσος

[vsw id=”helyZFswjJU” source=”youtube” width=”425″ height=”344″ autoplay=”no”]

[/tab]
[/tabgroup]