Η γης μου του ανέλπιδου!

Share

Πιπίνα Δ. Ιωσηφίδου-Elles
Sydney (2011-2015)

Χαράζει η μέρα και πίσω από τα βουνά
ορμά το άρμα του πάλαι ασυμβίβαστου
Απόλλωνα.
Εξαϋλώνοντας τα νοητά σκοτάδια
και τα άλλα, της απουσίας του,
αναρριχάται ακάθεκτος,
συγκρατώντας την παμφάγα δύναμή του
στο περίγραμμά της
και την συμβολή του στην ύπαρξη ζωής.
Το διττό χαμόγελό του
-τόσο φωτεινό όσο και η πυρκαγιά
του λίθινου αυχένα-
πυρπολεί ανελέητα.
Ανατέλλει, και η λατρευτή πολιτεία
εμβαπτίζεται στην φλόγα του.

Στην υγρή ψύξη φθινοπωρινού πρωινού,
καλόδεχτη η φλόγα του.
Σηκώνουν κεφάλι οι Γιαννιώτες,
κι από κοντά,
τα πράσινα, και του Θεού τα ζωντανά…
Τα τριαντάφυλλα
-τι άρωμα κι ετούτο Θεέ μου!-
αγκαλιασμένα μεγαλόσχημη κορνίζα Θύρας
πασπαλίστηκαν με τ’ απαστράπτοντα
σταγονίδια της Ιούς.
Τα παλιόξυλα μοιράζονται
με τα άνθη που στηρίζουν
τη χάρη του πρωιού,
κι εκείνα μυρώνουν τα, ευτυχισμένα!

Στην ράχη του αιώνιου τείχους
μια γάτα τεντώνεται
-πόσο νωχελικά!-
ετοιμάζοντας τα μέλη της
-τα πόδια της κυρίως-
για την ημερήσια ερωτική μερίδα.

Στην πόλη μας του Κάστρου
όλα μοσχοβολούσαν
η φτώχια δεν στερείτο αγαθών
υγείας, καθαριότητας,
ή την αγνή διάθεση
για εποικοδομητική δραστηριότητα.

Τρέχει ο ξανθός Θεός και
οι βαρύγδουπες αυλόπορτες
ανοίγονται χαμογελώντας
στο χασμουρητό του ξύπνιου!
Ο Θεός σεργιανίζει το ανθρωπομελίσσι
σκορπώντας το φως του
σε όλους… και σε όλα!..

Ανοίγω τα παντζούρια
να τον καλημερίσω κάνε,
κι όλα τα φωτισμένα του,
όσα συμπεριλαμβάνονται
στην κορνίζα του παράθυρου μου.
Εφοδιάζομαι από την αισιοδοξία του
για την μετ’ εμποδίων, πορεία μου στη ζωή…
Μικρή ηλιαχτίδα του κι εγώ,
καμάρι της μάνας μου και του πατέρα μου,
γόνος μυθικής περιπέτειας και
με καταβολές στο γλυκόπικρο ‘Αμόριο’!

Τίποτα δεν είναι σοβαρότερο
από την ανησυχία του νέου
για το άγνωστο,
έστω κι αν ετούτος θαρρεί
πως βαδίζει ως ‘ηλιαχτίδα’
στην ατραπό της δημιουργικότητας,
στην επιτρεπτή γραμμή
μιας γνήσιας προκοπής στον ‘κόσμο του’,
που πέρα από την επιφανειακή ευημερία του
συχνά παύει να είναι ευοίωνος
ή δημιουργικός!

Οι άνθρωποι ενώνονται…
οι άνθρωποι χωρίζουνε…
και συχνά αναρωτήθηκα,
«πώς αντέχονται στ’ αλήθεια οι απώλειες;»
Στην ‘ά-χαρη ή πρόσ-χαρη’ ηλικία
ο χωρισμός σκιάζει
όμοια με τον θάνατο!
Όμως ο θάνατος, αείποτε παρών,
μπερδεύεται στα πόδια μας,
σαν ίσκιωμα ελλοχεύει σ’ ετούτη την αθάνατη γη
που δεν μπόρεσε ποτέ
ν’ αγκαλιάσει τα παιδιά της
παρά συνεχίζει να τα στέφει
με το στεφάνι της Οδύσσειας αλλοφροσύνης
κι ας ήταν βλογημένη από ετούτα!
Έτσι θέλαμε να πιστεύουμε,
ότι έχουν τα πράγματα!
Και τώρα… ετούτη,
η γης του Νου και του Δικαίου
καίγεται, φθείρεται, διαφθείρεται
όχι στο Απολλώνιο φως
παρά στη φλόγα μιας ένοχης αδράνειας,
που αποξενώνει, αποβάλλει,
τιμωρεί ή θανατώνει ανελέητα!
«Ετούτη η πυρά εκ των ένδον, δεν εξαγνίζει!»

Ο τόπος όπου γεννήθηκα,
αμέ και γαλουχήθηκα,
αέναο θύμα του ενός ή του άλλου,
μιας κατάστασης ή άλλης
αναμασά την απορία του, στον αιώνα:
‘πώς τόσα φωτισμένα μυαλά,
τόσες αμέτρητες θυσίες
τόσος πολύπλευρος πλούτος
-δίπλα στην όποια προσφορά των παιδιών της-
δεν κατόρθωσαν να σιγουρέψουν το μέλλον της!
Να ‘μαστε λοιπόν
στον ίδιο παρονομαστή και πάλι
-κάπου εκεί πίσω θαρρώ-
σε εκείνη τη βλογημένη χρονιά
της επανάστασης των Θρύλων,
και οι «γνωστοί τινές»
κομματιάζουν τα ιμάτιά τους
κραυγάζουν για λάθη
και δακτυλοδεικτούν ενόχους.
Συνυπεύθυνοι -αγνοούν τις έννοιες
που καίνε τον τόπο μου-
με τα παιχνίδια τους «τα ξένα».
Εκτελούν ανήλεα τα παιδιά του
και επιτρέπουν στους «άλλους»
τους όποιου χρώματος θηρία
– έχει άραγε σημασία το είδος ή το χρώμα;-
να απειλούν αέναα την προγονική Γη.
«Βαλτοί» μεγάλοι και τρανοί
την έχουνε κυκλώσει
γιατί εμείς άλλοτε
με τη δική μας δουλικότητα
με την αδράνεια και τις υποχωρήσεις
των ταγών που διαλέμε,
τους βεβαιώνουμε –ως μάζα πλέον-
πως δε θέλουμε να διακυβεύσουμε
«τη γαλήνη μας»!..

Οπλίζουμε τα βάρβαρα τα χέρια
για να σώσουμε δήθεν,
περισσότερα από εκείνα που ήδη μας έκλεψαν!
Τι ειρωνεία!
Τώρα λοιπόν που οι βάρβαροι
βρίσκονται ξανά προ των Πυλών
μάνα μου γλυκειά,
πού την κεφαλή να κλίνω, ο ανέλπιδος
παρά σε γη μακρυνή σου,
που δέχτηκε εμέ και τα παιδιά μου
σε αντάλλαγμα της ατυχίας
που μ’ έφερε στους κόλπους της…
Εδώ που με ξεφόρτωσαν,
οι δυνάστες της γης μου
ξεριζώνοντάς με από την Ανατόλια,
τον Πόντο… και αλλού…
και οι άδικοι της δικής μου ‘φάρας’
στη δική μου γης, την ‘άμοιρη Ελλάδα!’

Όλοι αυτοί και όλες οι ‘αμολόητες’ συγκυρίες
μ’ εξανάγκασαν να διαμελίσω το κορμί μου
να Φύγω, να Βρεθώ, ν’ Αναστηθώ, να Ζω
στη όποια μητριά Γη!

4 thoughts on “Η γης μου του ανέλπιδου!”

    1. Κύριε Aligizakis, είστε ευγενικός και γενναιόδωρος και σας ευχαριστώ γι’ αυτό.

      Με εκτίμηση

      Πιπίνα Ε.

  1. Πόση αγάπη αλλά και πόση αγωνία στο ποίημά σου! Η χώρα του ΄Ηλιου άξιζε ( και αξίζει ) μια καλύτερη τύχη. Δεν θέλω να πάψω να ελπίζω…
    Ελένη

    1. Υπάρχει Ελένη μου, η ελπίδα, παντού και πάντα και είναι ετούτη που καρφιτσώνει το Νου και δεν ολισθαίνει… Όμως η πραγματικότητα είναι ωμή όσο και η έρημη ελπίδα πουπεθαίνει τελυταία!

      Με εκτίμηση

      Πιπίνα Ε.

Comments are closed.