Σπίτια σπιτάκια…ΙΙΙ

Share

Μέρος 3                                                             

©Πιπίνα  Δ. Έλλη (P.D.Elles)
Από το βιβλίο … και ο θεός έπλασε τον άντρα… (2006)

Το σκοτεινούτσικο και χαμηλοτάβανο δωματιάκι της κυρά-Χρυσούλας με το ένα μικροσκοπικό παραθυράκι του προς το δρόμο, δεν είχε άλλη  πολυτέλεια από  το ντιβάνι που  το βράδυ το  έστρωνε για ύπνο και την ημέρα το ξανάστρωνε για να γίνει καναπές  για την ίδια και τους επισκέπτες της.  Στη μία σκοτεινή γωνιά  του υπήρχε ένα τραπεζάκι με ένα καμινέτο απάνω για το μαγείρεμα. Η γριούλα κάλυπτε τα πόδια του με ένα λουλουδάτο κίτρινο ύφασμα καθώς κάτω από αυτό είχε το λάδι κι άλλα πράγματα, σχετικά με τη μαγειρική της. Πάνω από το συγκεκριμένο τραπεζάκι, βρισκόταν ένα μακρύ ξύλινο ράφι όπου ακουμπούσε μια-δυο κατσαρόλες, πιάτα, ποτήρια και φλιτζάνια. Σε μία άλλη γωνιά του δωματίου-σπιτιού είχε τοποθετήσει ένα τρίγωνο ραφάκι για το πάντα αναμμένο καντηλάκι, την εικόνα της Παναγιάς-μητέρας, την εικόνα του Αϊ-Νικόλα και τις εικόνες του Αϊ-Σπυρίδωνα και του προφήτη Ηλία. Ήταν πιστή στην ορθοδοξία η γριούλα μας.  Κάτι παρόμοιο -ένα μικρό εικονοστάσι- ζέσταινε και μία γωνιά του τοίχου στο δικό μας καθιστικό.  Ήταν οι καιροί που η ελληνική κοινωνία ήταν προσκολλημένη στην ορθοδοξία και υπήρχαν σοβαροί λόγοι γι αυτή την αφοσίωσή τους.  Ήταν περίοδοι μεταπολεμικοί, και οι Έλληνες προσπαθούσαν να ανασυγκροτηθούν, να μετρήσουν τις αδυναμίες τους και να προσπαθήσουν να επουλώσουν τις πληγές τους, που παρέμειναν ανοιχτές  από την μακροχρόνια εμπόλεμη κατάσταση και τη φθορά. Η θρησκεία ήταν η μάννα που ζέσταινε στην κρυαμάρα της ανημπόριας και της φτώχειας. Δεν γεννιούνταν λοιπόν ερωτηματικά για την καταγωγή του Χριστού, για την Μαρία τη Μαγδαληνή ή για  το ρόλο του Ιούδα στην ρωμαϊκή κατοχή του Ισραήλ, όπως στις μέρες μας.  Δεν υπήρχαν δισταγμοί για τη θέση της ορθοδοξίας και την αντιπαράθεσή της με τον Καθολικισμό.  Δεν ανασκάλευαν την πίστη τους.  Ήταν μέγα αμάρτημα. «Πίστευε και μη ερεύνα!» ήταν το σύνθημα. Η έλλειψη εκπαίδευσης είχε και τα καλά της.  Οι άνθρωποι δεν εξελίσσονταν σε πνεύματα κατειλημμένα από τις διάφορες φιλοσοφικές θεωρίες που γεννούσαν όλα εκείνα τα αμέτρητα, τα απίστευτα κάποτε ερωτηματικά: από πού, πώς και γιατί… και τι είναι εκείνο το χάος επιτέλους που ακολουθεί τη ζωή, κι αν αξίζει να ζει κανείς ή να μη ζει!.. Κι αν ακόμη υπήρχαν όλα αυτά τα ερωτηματικά -γιατί απασχόλησαν τον άνθρωπο ανέκαθεν- οι απλοί άνθρωποι είχαν το δικό τους τρόπο να πορεύονται στη ζωή: μεροδούλι-μεροφάι και δόξα τω θεώ!..

Η θρησκεία λοιπόν ήταν παρηγοριά και ελπίδα και η δύναμή της άγγιζε και εμψύχωνε. Άλλοι προσεύχονταν στο Θεό για το καλό και έκαναν ευχές και άλλοι καταριόταν μέσα στα αδιέξοδά τους, λες και ο Θεός μπορούσε να γίνει «χθαμαλός» σαν τον χαμερπή άνθρωπο, που για να ικανοποιήσει την επιθυμία του ο Θεός, του  πρόσφερε λίγο λαδάκι, κρασάκι ή άρτο…

Η κυρά-Χρυσούλα  κρατούσε κι άλλα πράγματα σ΄ εκείνο το μέρος του δωματίου, αλλά εγώ σαν μικρή που ήμουν δεν πήγαινα εκειδά απρόσκλητη.  Προς το κέντρο του φτωχού χώρου υπήρχαν επίσης ένα μικρό μαγκάλι για το χειμώνα κι ένα ακόμη τετράγωνο τραπέζι στρωμένο νοικοκυρεμένα, και με τέσσερις καρέκλες γύρω του.

Όμως, έτσι ολομόναχη που ζούσε σ΄ εκείνο το σκοτεινό, γυμνό δωμάτιο, φοβόμουν πως κάποιο βράδυ θα την έτρωγε κανένας «Μελτζαναράπης» την καϋμένη την κυρά-Χρυσούλα.  Αν είχε τουλάχιστον τον γέρο της! Αυτός όμως φαίνεται ότι την είχε αφήσει πολλούς χρόνους πριν.

Ντυμένη πάντα στα μαύρα η κυρά-Χρυσούλα, φορούσε ανελλιπώς  μία επίσης μαύρη μαντήλα στο κεφάλι και μία ποδιά μπροστά της, όπως η γιαγιά μου. Η κυρά-Χρυσούλα ήταν μία ανεξάρτητη γυναίκα που ατυχώς είχε πια γεράσει… έτσι τουλάχιστον την έβλεπα εγώ. Ίσως όμως και να μην ήταν έτσι, γιατί  είχε και άλλους, δικούς της  ανθρώπους, που έρχονταν και την έβλεπαν μια-δυο φορές την εβδομάδα. Είχε μια κόρη συμπαθητική που της έμοιαζε και  τρεις όμορφες εγγονές. Ίσως να είχε και άλλα παιδιά και εγγόνια, όμως αυτοί ήταν οι μόνοι που την επισκέπτονταν μέχρι που αποδήμησε στον κόσμο των ονείρων.

Το δωματιάκι της κυρά-Χρυσούλας ήταν για την αφεντιά μου μία συμπαθητική γωνιά, χάριν στο αξιαγάπητο του χαρακτήρα της.  Αναμφίβολα σημαίνον ήταν και το γεγονός   ότι οι δικοί μου, μου επέτρεπαν να την επισκέπτομαι, κάποτε μάλιστα η μάννα μου με πήγαινε η ίδια και με άφηνε στα χέρια της γριούλας γειτόνισσας.

Ήταν κι άλλα σπίτια στη γειτονιά μου που τα επισκεπτόμουν στην προσχολική μου ηλικία, καθώς έπαιζα με τα παιδιά που ζούσαν σ’ αυτά.  Ένα από αυτά ανήκε σ’ έναν υπαξιωματικό του στρατού. Θυμάμαι την ταλαιπωρημένη γυναίκα του με την μαντήλα και τα ξένα δόντια της, όταν μιλούσε φωναχτά. «Έχει γεράσει πριν την ώρα της η χριστιανή. Τόσα κουτσούβελα που έχει!» είχε πει η μάνα μου, στη θεία μου σχολιάζοντας τα «τρεχάματα της γειτόνισσας».

Το καθιστικό τους -ένα τεράστιο δωμάτιο όπου μαζεύονταν ολημερίς η οικογένεια- ήταν κατά κανόνα άνω-κάτω. Υπήρχαν πολλά παιδιά, όλα κορίτσια, άκρως τραγικό φαινόμενο για την ελληνική οικογένεια της εποχής, εξαιτίας του θεσμού της προίκας. Από αυτά, κάποια ήταν μεγάλα και πήγαιναν στο σχολείο, ενώ τα άλλα τα μικρότερα, ανακάτευαν τον κόσμο, μέσα κι έξω από το σπίτι. Δεν υπήρχαν πολλά πράγματα που μπορούσαν να κάνουν, από το να παίζουν όλα τα γνωστά είδη παιχνιδιού, με φωνές, φιλονικίες και κλάματα, όταν ενός από αυτά, δε περνούσε «το δικό του».

Στο μεγάλο χαμηλοτάβανο δωμάτιο δεν έβλεπες τίποτα άλλο από τα μέλη της πολυπληθούς οικογενείας.  Δε θυμάμαι  τα πρόσωπά τους -πλην της συνομήλικής μου Τούλας-, πόσοι ήταν, πού κάθονταν ή πού έτρωγαν.  Το μόνο που θυμάμαι καλά είναι, ότι κάποια από τα μεγαλύτερα κορίτσια τους, κάθονταν στο μοναδικό παράθυρο προς το δρόμο –πίσω από την Καλλάρη- και χάζευαν άγνωστο με τι, αφού δεν υπήρχε απολύτως τίποτα για χάζεμα, μα την αλήθεια.

Από τα σπίτια που επισκεπτόμουν με τη μαμά μου και τη θείτσα μου Ελιζαμπέτα ξεχώριζα δύο που μου άρεσαν: της Νίνας του Ναούμ και της Ερασμίας του Αβραάμ, που είχαμε κουμπαριό.  Η μία, η Νίνα, ζούσε στο ίδιο σπίτι μ’ εμάς, όπως είπα παραπάνω και η Ερασμία κάπου στο δρόμο προς την Καλούτσιανη.  Και τα δύο σπίτια ήταν πάντα περιποιημένα. Η μεν Νίνα ήταν πάντα ομορφοντυμένη, βαμμένη και μοσχοβολούσε, ενώ η Ερασμία -σα μαμά που ήταν, γλυκύτατη και νέα- είχε τις πιο ωραίες ανθοστήλες που έχω δει μέχρι στιγμής.  Πάντα τις είχε φορτωμένες με λουλούδια από τον κήπο τους, και θα θυμάμαι για πάντα τα ωραιότατα πασχαλινά κουλουράκια, τα ζαχαρωμένα με ζάχαρη άχνη, που μοσκοβολούσαν ανθόνερο.  Ο άντρας της ο Αβραάμ,  ήταν μάγειρος στο δικό τους εστιατόριο απέναντι από το Ταχυδρομείο της Πόλης μας, λίγο πιο πάνω από το ζαχαροπλαστείο του πεθερού του: Σταύρου Σταύρου. Έφτιαχνε τον πιο ωραίο γύρο στα Γιάννινα, τις πιο γεύσιμες μπριζόλες και τις πιο εύγευστες, τραγανές, τηγανιτές πατάτες.  Τα παιδιά τους ο Θόδωρος –συνομήλικός μου-, ο Νικολάκης και ο Ανέστης ήταν πανέμορφα παιδιά, αλλά παχουλούλια…

Το δικό μας σπίτι ήταν απλό.  Μέσα στο ατέλειωτο καθιστικό θυμάμαι σαν τώρα, τους δύο καναπέδες με τα λουλουδάτα καλύμματα και τις μεγάλες μαξιλάρες ν’ ακουμπούν στους τοίχους ολόγυρα.  Ένα μεγάλο τραπέζι στεκόταν στη μία πλευρά, παράλληλα με το ένα από τα δύο παράθυρα, και παραδίπλα κολλημένος στον τοίχο ένας μπουφές με δύο ορόφους.  Στον απάνω όροφο, τοποθετούσαν  οι νοικοκυρές του σπιτιού ποτήρια και άλλα. Ο κάτω  όροφος απαρτιζόταν από ένα τμήμα με συρτάρια για  τα κεντήματα και τα μαχαιροπήρουνα και από ένα δεύτερο για τα πιατικά και τα συναφή.  Ανάμεσα από τα δύο κύρια μέρη του μπουφέ, υπήρχε αρκετός χώρος για το  μεγάλο  κάρυνο ραδιόφωνο.  Το ραδιόφωνο άνοιγε στις ώρες των ειδήσεων, και κυρίως όταν κατέφθαναν οι άντρες της εκτεταμένης οικογένειάς μας στο σπίτι. Όλες τις άλλες ώρες οι γυναίκες του σπιτιού είχαν τις δουλειές τους κι εμείς τα μικρά παίζαμε.

Οι κουρτίνες στα δύο παράθυρα που κύτταζαν στην τοιχόκλειστη αυλή, ήταν από ασπροκέντι -όπως συνηθιζόταν-  και πάνω στα εσωτερικά περβάζια τους σκαρφάλωνα και έπαιζα ή ζωγράφιζα μουτζουρώνοντας, μια κι ακόμα δεν είχα τα κατάλληλα μέσα για να επιδεικνύω την ικανότητά μου στο γράψιμο ή στη ζωγραφική στα πέντε-έξι χρόνια μου. Στις αρχές του καλοκαιριού, πάνω στη βάση της κορνίζας τους μεγάλωναν η Μαντζουράνα, μαζί και ο Βασιλικός που ήταν έτοιμος για τρύγο στη γιορτή του Σταυρού, το Σεπτέμβρη.

Το πάτωμα ήταν ξύλινο, στρωμένο με χοντρά κιλίμια και κουρελούδες όπως συνηθίζονταν από ανθρώπους με μέτριο βαλάντιο και η θέρμανση ήταν προϊόν  κάρβουνου που έκαιγε στο μαγκάλι αρχικά και αργότερα ξύλων μέσα στη θερμάστρα. Μόνιμα, υπήρχε ένας γιούκος στα δεξιά, όπως έμπαινε κανείς από τη μεγάλη σάλα, στο καθιστικό.  Ανάλογα με την εποχή ψήλωνε ή χαμήλωνε. Εκεί βρίσκονταν στοιβαγμένα πλήθος από κουβέρτες, παπλώματα και μαξιλάρια για τη γιαγιά μου και τους ανύπαντρους θείους μου, αλλά και για τους επισκέπτες μας  εκτός Ιωαννίνων.

Τα μεγάλα σπίτια–μονοκατοικίες για κάποιο λόγο δε μ’ εντυπωσίαζαν. Άλλωστε ήταν ελάχιστα εκείνη την εποχή στα Γιάννινα.  Το περιεχόμενό τους μπορούσα να το φανταστώ καθώς οι σχέσεις της οικογένειάς μας που ήταν ποικίλες, περιελάμβαναν κι ανθρώπους αυτής της κατηγορίας.

Οι κινηματογράφοι έπαιζαν σπουδαίο ρόλο σ’ αυτό το ζήτημα. Προέβαλαν τα σπίτια, τη διακόσμηση και την επίπλωση των καλοβαλμένων, βολεμένων ανθρώπων. Η ενημέρωση, προκαλούσε θαυμασμό μάλλον, παρά ζήλεια.  Απλά γιατί στην πόλη μας στην  ηλικία μου των πέντε ή έξι χρόνων, δεν υπήρχαν ετούτα τα καλούδια, κι αν υπήρχαν ήταν μικρής κλίμακας. Υπήρχαν τρεις τέσσερις γιατροί και ισάριθμοι έμποροι, που μπορούσαν και εισήγαγαν  έπιπλα και άλλα, ήταν όμως άσχετοι με τη συνείδηση της πλειοψηφίας.   Και οι δικηγόροι; Καθώς σπάνια ήταν χρειαζούμενοι -ήταν πιο τυχεροί οι άνθρωποι τότε- ήταν ελάχιστοι ως ανύπαρκτοι. Ίσως και να λιμοκτονούσαν στην κυριολεξία.

Τα θλιβερά σπίτια του χειμώνα, μεταμορφώνονταν με την άφιξη της Άνοιξης καθώς ντύνονταν και στολίζονταν χάριν στους κήπους που τα περιέβαλαν.  Τρέλα ήταν τότε οι γειτονιές μας.  Το αγιόκλημα, το γιασεμί ή το αναρριχώμενο τριανταφυλλάκι -σε ροζ, κόκκινο ή λευκό- μοσχομύριζαν ομορφαίνοντας τη ζωή. Τότε ήταν που χαιρόσουν τα πρόσωπα των ανθρώπων, καθώς ξανάνιωναν σ΄ εκείνη τη γιορτινή ατμόσφαιρα της πλανεύτρας φύσης.

Την φωτεινή και χαριτωμένη αυτή περίοδο του έτους τα σπίτια ανανεώνονταν εσωτερικά ανάλογα με τα οικονομικά του καθενός.  Φρεσκάριζαν τα καλοκαιρινά τους.  Μαζεύονταν τα χειμερινά, και τα παπλώματα. Οι φλοκάτες και οι στείρες βελέντζες χτυπιόνταν στη νεροτριβή ή και στη λίμνη με τον κόπανο κι άφθονο σαπούνι. Ακολουθούσε το στέγνωμά τους πάνω στα τείχη των περιφραγμένων αυλών και το στοίβαγμά τους στα μπαούλα ή στους γιούκους με «μπόλικη» ναφθαλίνη.

Τα δωμάτια γέμιζαν καλοκαιριάτικο ήλιο. Μεγάλη η χάρη του! Δίκαιος και δικαιούχος μοίραζε αδιάκριτα το χρυσάφι του σε όλα τα σπίτια: φτωχά και πλούσια, ελεώντάς τα ευεργετικά  και απολυμαίνοντας τις γωνιές τους από την ανεπιθύμητη υγρασία, τη μούχλα και τις τοξίνες της. Όλα αναβαπτίζονταν γενναιόδωρα στη ζωή, παραχωρείτο η άνεση του ουσιαστικού πλούτου «εντελώς δωρεάν»…

Πολύ αργότερα, στα έντεκα μου, όταν ήμουν μαθήτρια στην Πέμπτη-Έκτη  τάξη στο Τετρατάξιο Δημοτικό Σχολείο της Ζωσιμαίας Παιδαγωγικής Ακαδημίας, Ιωαννίνων, είχαμε έναν δάσκαλο, που κάποια πρωινά ερχόταν σκουντουφλός ή έτσι νομίζαμε τέλος πάντων.  Ήταν νέος άνθρωπος, εμείς όμως, αληθινά ζιζάνια, θέλαμε, «σώνει και καλά», να βρούμε κάτι στραβό για να το συσχετίσουμε με το ύφος του.  Ένα πρωινό κάποια μαθήτρια της Έκτης ψιθύρισε στην ομήγυρη: «κακοκοιμήθηκε με τη γυναίκα του, απόψε!» Ξεκαρδιστήκαμε στα γέλια οι υπόλοιπες.  «Νομίζω ότι έπιασε λειχήνες από τα φιλιά της, γι’ αυτό είναι σκουντουφλός!» είπε μία άλλη για τις κοκκινίλες που είχαν φουντώσει στο πρόσωπό του, το συγκεκριμένο πρωί.  Δεν μας έμεινε έντερο στη θέση του από το γέλιο. Συνδυάζαμε την έκφραση του προσώπου του με την οικογενειακή του κατάσταση και δη με τη γυναίκα του.  «Πού μένει άραγε;» ρώτησα.  «Τι σημασία έχει αυτό;» ρώτησε κάποια. «Δεν ξέρω!»  απάντησα. «Πιστεύω ότι τα σπίτια «κολλάνε» από το χαρακτήρα των ανθρώπων τους, κι εκείνοι από αυτά» είπα. Τα κορίτσια με κύτταξαν παραξενεμένα.  Δεν με καταλάβαιναν.

Όμως και σήμερα πιστεύω τα παρόμοια.  Τα σπίτια μοιάζουν με τους ανθρώπους που τα κατοικούν. Γιατί σπίτια και άνθρωποι, άψυχα και έμψυχα, συμμετέχουν στις χαρές και στις λύπες. Χαρούμενοι άνθρωποι, χαρούμενα σπίτια… ή οτιδήποτε άλλο μπορεί κανείς να φανταστεί! «Τρελή σκέψη, τρελή πίστη» θα πείτε, εγώ όμως χαρακτηρίζω ετούτη την πίστη μου: υποπροϊόν   του ψυχισμού μου!

           Συνεχίζεται…