Σπίτια σπιτάκια… ii

Share

Μέρος 2ο

©Πιπίνα Δ. Έλλη (P.D.Elles)
Από το βιβλίο …και ο θεός έπλασε τον άντρα…(2006)

Για την αφεντιά μου, πέρα από αυτές τις παρατηρήσεις μου για τις ανθρώπινες συμπεριφορές, ιδιαίτερη σημασία είχε και το εσωτερικό του όποιου σπιτιού. Αυτό, από μόνο του, κι όταν ακόμη δεν είχα τρόπους να γνωρίζω τους ανθρώπους που το μεταμόρφωναν σε «ζεστή οικογενειακή γωνιά» ή και κάτι άλλο λιγότερο εύφημο, τουλάχιστον τους ζωγράφιζε και υπογράμμιζε τον τρόπο με τον οποίο το έκαναν «κουμάντο». Η λέξη αυτή δεν είναι τόσο απλή όσο ακούγεται. Πιστέψτε με. Κουμάντο σημαίνει ικανότητα, που ενώ υποτίθεται ότι αιτείται η παρουσία της παντού και πάντα, η απουσία της σημειώνεται περισσότερο συχνά από ότι θα περίμενε κανείς, κι έχει σα συνέπεια επικίνδυνες επιπτώσεις. Παρατηρώντας και σημειώνοντάς το έξω και λιγότερο το μέσα διαισθανόμουν αρχικά και συχνά, το διαπίστωνα τελικά, αν ήταν άνθρωποι καλοβαλμένοι, ήσυχοι νοικοκυραίοι, σχολαστικοί ή αργοί και τσαπατσούληδες… Αν ήταν φανατισμένοι με την καθαριότητα, αναμφίβολα δεν ήταν απλά τελειομανείς αλλά μανιακοί… με μία άρρωστη επιμονή και προσκόλληση σ’ αυτό που καλούμε ανθρώπινα νοικοκυρεμένο περιβάλλον. Αυτό αποκάλυπτε ότι δεν υπήρχαν άλλα πιο ουσιώδη πράγματα ν’ απασχολούν το μυαλό τους, κι αυτό ήταν αλήθεια λυπηρό.

Μία γυναίκα που εργαζόταν καθημερινά, αναμφίβολα δεν είχε πολύ χρόνο στη διάθεσή της, και αναγκαστικά περιοριζόταν στα βασικότερα, αφήνοντας τον όγκο του πλυσίματος, του μαγειρέματος και της ξεκούρασης για το Σαββατοκύριακο. Τα πράγματα δυσκολεύονταν με τα παιδιά, τις ιδιάζουσες ανάγκες τους και την επίβλεψή τους. Το Σαββατοκύριακο και οι αργίες έδιναν την ευκαιρία σε όλα τα μέλη της οικογένειας να κάνουν κάτι διαφορετικό και ν’ απολαύσουν από κοινού, κάποιες ευχάριστες στιγμές. Για το τελευταίο αυτό μάλλον δεν είμαι και τόσο βέβαια. Γι αυτό και τους λυπόμουν τους ανθρώπους. Παντρεμένος σημαίνει δεμένος, σκλαβωμένος, με μειωμένη την προσωπικότητά σου, καθώς με το να συμβιβάζεσαι αρχίζεις και παίρνεις κάποια χαρακτηριστικά του συντρόφου σου… κι εκείνος από τα δικά σου και τα παιδιά σας είναι μείγμα αυτού του συμβιβασμού καλού ή κακού…

Αλλά οι παρατηρήσεις μου με είχαν πείσει πως οι εργαζόμενες γυναίκες ακόμη και όταν κουράζονταν και υπέφεραν, ήταν ίσως περισσότερο προσγειωμένες στην πραγματικότητα του περιβάλλοντός τους: το οικογενειακό.

Οι γυναίκες «νοικοκυρές» ή ανεπάγγελτες, ήταν συχνά δύσκολες, παράξενες, ασχολούνταν με πολλά και με τίποτα, και ταλαιπωρούσαν το χρόνο τους, ξοδεύοντάς τον στο καλλώπισμα του σπιτιού, στη σχολαστική καθαριότητά του, που και τα δύο είχαν σαν επακόλουθο τα πολλά «μη», προς τα λοιπά μέλη της οικογένειας. Είχαν άφθονο χρόνο για σχόλια και κουβέντα, που ατυχώς περιστρέφονταν αέναα σε πράγματα κοινά και τετριμμένα. Κάποτε η συζήτηση αφορούσε το μαγείρεμα και τις μαγειρικές συνταγές, που συνήθως πλούσιες στα λιπαρά ανέβαζαν την υπέρταση ή τη χοληστερίνη. Άσε πια την έλλειψη προσοχής στο άτομό τους! Το «τσεμπέρι» πάνω από τ’ ατημέλητα μαλλιά και η ποδιά δεμένη στη μέση τους, ήταν ο κανόνας. Παρά το χρόνο που διέθεταν ταλαιπωρούνταν με χίλια δυο εξωφρενικά πράγματα. Το τίναγμα σεντονιών και άλλων, καθώς και το σκούπισμα, ήταν σε ημερήσια διάταξη. Το άδειασμα της ντουλάπας των ρούχων δεν πήγαινε πίσω και μάλιστα αφού τελείωναν με τη μία, φτου κι απ’ την αρχή, με το άδειασμα άλλης. Τα ράφια στα ντουλάπια της κουζίνας, ακόμη και όταν είχαν λεία επιφάνεια, επέμεναν να τα ντύνουν με ειδικό χαρτί. Όσο για το φούρνο -αν είχαν- τον ρεζίλευαν με τα τριψίματα. Την επομένη… δόστου και πάλι από την αρχή: δωμάτια, κρεβάτια, τινάγματα σεντονιών… και πλυσίματα. Άσε πια το σιδέρωμα… Ουφ, τι απελπισία!.. Αναρωτιόμουν λοιπόν πώς ήταν δυνατόν μία μυαλωμένη γυναίκα να περιορίζεται σ’ αυτού του είδους τη ρουτίνα; Φρίκη, φρίκη, φρίκη! Άσε πια το μαρτύριο της αγοράς και τα ψώνια… Α, δε νομίζω ότι θα αναφερθώ σ’ αυτό το βάσανο. Προχωράω λοιπόν…

Μ’ όλα αυτά και πολλά άλλα για τα σπίτια και τους ανθρώπους –ενδιαφερόμουν κυρίως για τα πεπραγμένα των εκπροσώπων του φύλου μου: τα «ακαταλαβίστικα»- που σαν παιδί δεν μπορούσα να συλλάβω, όφειλα να κάνω κάτι θετικό. Για να γλυτώνω λοιπόν από την παιδική μου τρέλα, έκανα κάποια ανορθόδοξα πράγματα. Ένα απ’ αυτά ήταν οι σχέσεις μου με την κυρά-Χρυσούλα, μια γριούλα απέναντι από το σπίτι μας, στην οδό Χρίστου Ευθυμίου. Είχα τη μανία να την επισκέπτομαι την «γηραιά» κυρά-Χρυσούλα. Ήμουν τόσο μικρή τότε, που ούτε στο σχολείο δεν πήγαινα ακόμα.

Η κυρά-Χρυσούλα κι εγώ είχαμε μία σχέση ιδιαίτερη, κάτι σαν γιαγιάς κι εγγονής, χωρίς ωστόσο να την αγαπάω με τον ίδιο τρόπο που αγαπούσα την αληθινή γιαγιά μου. Η επικοινωνία μου με την γριούλα γειτόνισσα ήταν κάτι ιδιαίτερο, δημιουργούσε μία άλλη αίσθηση, εκπλήρωνε μία ανάγκη, δηλαδή ν’ ακούω κάποια άλλα, διαφορετικά πράγματα, από εκείνα που άκουγα στο σπίτι μου. Από εκείνα που συνήθιζαν να κουβεντιάζουν οι δικοί μου. Να νιώθω ότι ταξιδεύω, πέρα από τον οικείο χώρο, των δικών μου, ένα αίσθημα που αργότερα, σα μαθήτρια πλέον, το ικανοποίησα διαβάζοντας δεκάδες βιβλία με ιστορίες και μυθιστορίες. Η κυρά-Χρυσούλα δεν ήξερε να πει ιστορίες, σαν εκείνες που αφηγείτο η γιαγιά μου, που τις έλεγε σα να ήταν προσευχές, όταν αναθυμόταν γεγονότα, περιστατικά που σχετίζονταν με τους ανθρώπους της, με την οικογένειά της, με τον άντρα της. Η γιαγιά μου, έλυνε τη μαύρη μαντήλα της λες και κάτι την ενοχλούσε, και την ξαναέδενε με τάξη, κάθε φορά που τις κουβέντιαζε με τα παιδιά της, έτσι για να τους φυτέψει μέσα τους εκείνα, όσα καλά-καλά δεν είχαν μαρτυρήσει και δεν είχαν κατανοήσει, καθώς είχαν φύγει από την παλιά πατρίδα σε τρυφερή ηλικία -κάποια μόλις είχαν ξεπεράσει τη βρεφική ηλικία, κι ένα ήταν αγέννητο, ακόμη κι όταν είχαν αποβιβαστεί στην Κύπρο. Στη Κύπρο είχε γεννηθεί ένας, ο Θείος μου Ηλίας, και είχαν χαθεί δύο: ο προπάππος μου Λοΐζος Ιωαννίδης και ο παππούς μου Ηλίας Μπαϊράμογλου.

Σε κάποιες από τις ιστορίες της γιαγιάς μου ανάβλυζαν η νοσταλγία και ο πόνος σα Μεγαλο-Παρασκευιάτικα μύρα, για να μεθύσουν, να ερεθίσουν και να γεννήσουν αμέτρητα ερωτήματα για την Ανατόλια, για τις μνήμες της γιαγιάς μου και για τις άλλες, των δικών της… Κι εγώ καθόμουν εκεί στα πόδια της, κουρνιασμένη σα γατούλα, κι αλήθεια περίσσευα στην ομήγυρη, έτσι άσχετη που ήμουν εκ των πραγμάτων. Και όμως, όλα εκείνα χαράχτηκαν ανεξίτηλα μέσα μου και έφτιαξαν έναν όγκο που είναι αδύνατον να μ’ εγκαταλείψει, που τον κουβαλάω μέσα μου με την περίσσια πίκρα που μου κληροδότησε η γιαγιά μου, η Σουλτάνα. Τα μικρά παιδιά δε μιλάνε, δεν εκφράζουν γνώμη, απορροφούν μόνο την πληροφορία που τους παρέχεται, σαν τα σφουγγάρια, τα διψασμένα για την υγρασία, που στερήθηκαν. Κάποια στιγμή λοιπόν τα χτυπάει κατακούτελα εκείνο το παρελθόν που άθελά τους, στη φούρια της ζωής το είχαν παραμερίσει, λες και πρόχειρα, αφού σε ανίδεο χρόνο στο μέλλον, ορθώνεται για να τους επιβληθεί με το «έτσι θέλω» του.
Η διαφορετικότητα της φύσης της κυρά-Χρυσούλας ήταν σαν το βότανο που ανακουφίζει. Ήταν η άλλη όψη της ζωής… η ήρεμη, που είχε διανύσει την πορεία της χωρίς πολλά σκαμπανεβάσματα ή τουλάχιστον όχι μαρτυρικά σαν εκείνα της αληθινής γιαγιάς μου. Η κυρά-Χρυσούλα δεν είχε δοκιμαστεί όπως η γιαγιά Σουλτάνα. Ο λόγος της κυρά-Χρυσούλας ήταν σαν βότανο σε μία αόριστη, αισθηματική, νοητική πληγή, που είχε δημιουργήσει από τη γέννησή της, πολλά αναπάντητα ερωτηματικά. Δόξα τω Θεώ που όλοι οι άνθρωποι δεν έχουν την ίδια μοίρα! Γιατί αυτό μας κάνει να πιστεύουμε ότι είναι δυνατόν κι εμείς να είμαστε εξίσου τυχεροί, όπως τυχεροί υπήρξαν και «εκείνοι, οι κάποιοι άλλοι».

Το ένιωθα πως η κυρά Χρυσούλα με συμπαθούσε σα δικό της παιδί. Ίσως γιατί καθόμουν φρόνιμα στις χαμηλές καρέκλες της και της τραγουδούσα με το μπρίο των πέντε χρόνων μου κάποια τραγουδάκια, όπως το τόσο προσφιλές για εκείνη την εποχή…

«Κίνησε η γερακίνα για νερό…
κρύο να φέρει,
ντρουμ ντρουμ ντρουμ,
ντρουμ ντρουμ ντρουμ,
τα βραχιόλια της βροντούν…»

Εκείνη ευχαριστημένη για τη συντροφιά που της κρατούσα, με κερνούσε πότε μελιτζανάκι γλυκό και πότε μελιτζάνες γεμιστές με ρύζι και κιμά. Η κυρά-Χρυσούλα είχε κάποια ιδιαίτερη συμπάθεια στις μελιτζάνες. Ίσως γιατί κάποιοι της έφερναν για πεσκέσι μελιτζάνες παντός μεγέθους! Ποιος ξέρει; όμως δεν ξεχνώ την πεντανόστιμη γεύση τους.

Η έλλειψη κανονικού βάρους της κυρά-Χρυσούλας έκανε το πηγούνι της να τσιτώνεται προς τα έξω. Ο προγναθισμός την έκανε χαριτωμένη. Έμοιαζε παραμυθένια έτσι κοντούλα που ήταν και με γερμένη πλάτη. Κι ενώ εγώ τη διασκέδαζα τραγουδώντας της, εκείνη μου έλεγε ιστοριούλες. Μια μέρα μου μίλησε για τον περίφημο «Μελτζαναράπη» με το ύφος του ανθρώπου που πιστεύει ότι δημιουργεί φοβερές εντυπώσεις. Περισσότερο εντυπωσιακή όμως ήταν η προσπάθειά της να με πείσει. Το επεδίωκε με πολύ γούστο: έκανε ένα σωρό γκριμάτσες και άλλαζε τον τόνο της φωνής της. Όμως το δικό μου αυτί δεν ίδρωνε με την περιγραφή δράκων ή τα παρόμοια, γιατί είχα μια ανεξάντλητη φαντασία και έπλεκα την όποια στιγμή τα δικά μου παραμύθια, που τα λάτρευε και η νιόπαντρη συγκάτοικός μας, η Νίνα του Ναούμ.

Κάποια στιγμή λοιπόν που η κυρά-Χρυσούλα είχε τελειώσει το παραμύθι της για τον φοβερό Μελτζαναράπη, βάλθηκα με τη σειρά μου να πω κι εγώ ένα. Το φοβερό παραμύθι μου, έκανε την κυρά- Χρυσούλα να εκπλαγεί: «Με κοροϊδεύεις μικρούτσικο! Δεν είναι δικό σου αυτό το παραμύθι!» είπε χαριτωμένα. «Όχι κυρά-Χρυσούλα, μα την αλήθεια είναι δικό μου παραμύθι! Να!» είπα με παράπονο και σταυρώνοντας τους δείκτες των χεριών μου σε σχήμα σταυρού, το φίλησα. Αμέσως ύστερα δήλωσα με την ίδια ορμή: «Αν δεν με πιστεύεις μπορώ να σου πω κι άλλα!» Η υπερηφάνεια μου μ’ έκανε ξαφνικά ν’ αγωνιώ. Η συμπαθέστατη γριούλα δυσπιστούσε την ειλικρίνειά μου. Ήθελα τόσο πολύ ν’ αναγνωρίσει την ικανότητά μου! Το ένιωσε… «Αν είναι έτσι παιδάκι μου, τότε έχουμε μία καινούργια παραμυθού στη γειτονιά!» είπε ήσυχα και χάιδεψε τα μαλλιά στην κορφή του κεφαλιού μου, σα να μ’ ευλογούσε. Αυτό με είχε κάνει να ηρεμήσω και να καθίσω λιγάκι ακόμη κοντά της. Το αχνό χαμόγελό της επιβεβαίωνε τα λόγια της. Ήταν μοιραίο: η σχέση μας τραβούσε μπροστά στηριγμένη τώρα στην αμοιβαία εκτίμηση και στο σεβασμό… παραμυθούς προς παραμυθού!..

Συνεχίζεται…

2 thoughts on “Σπίτια σπιτάκια… ii”

    1. Ευχαριστώ πολύ Κατερίνα. Χαίρομαι που σου αρέσει και πολύ περισσότερο γιατί αφορά το παρελθόν μου στην γενέτειρά μου, τα όμορφα Γιάννινα.

Comments are closed.