Σπίτια Σπιτάκια… Άνθρωποι

Share

©Πιπίνα Ιωσηφίδου-Έλλη (Elles)
Απόσπασμα από το βιβλίο
…και ο Θεός έπλασε τον άντρα!..
 (Sydney 2006)

          Πάντα μ’ εντυπωσίαζαν τα σπίτια -ως προς την  εξωτερική τους ή την εσωτερική τους εικόνα- κυρίως όμως οι άνθρωποι που ζούσαν σ’ αυτά: ιδιοκτήτες ή ενοικιαστές, άσχετου φύλου βέβαια.

Όταν ήμουν μικρή πρόσεχα τον τρόπο που άνοιγε η είσοδος ενός σπιτιού, τον άνθρωπο που έβγαινε, το ύφος του, τη συμπεριφορά του, το βάδισμά του, το ντύσιμό του… όταν άφηνε πλέον  το κατώφλι της κεντρικής θύρας του και απομακρυνόταν από αυτό.

Οι άντρες είχαν ένα τρόπο αλλιώτικο από εκείνον των γυναικών.  Ήταν συνήθως σοβαροί, και από τη συμπεριφορά τους, θα έλεγε κανείς ότι ήταν ψυχολογικά έτοιμοι για την ημέρα που ανοιγόταν μπροστά τους ή μάλλον συντονισμένοι με την καθημερινότητα της ενασχόλησής τους, για την εξασφάλιση οικονομικών  πόρων, των απαραιτήτων για το «ζην». Αναμφίβολα το ντύσιμό τους, το φέρσιμό τους… αποκάλυπταν πολλά για  την εργασία τους, είτε επρόκειτο  για κάματο, για ιδιωτική επιχείρηση ή κάποια δημόσια υπηρεσία.

Εκείνο που δεν μπορούσα όμως να καταλάβω ήταν, πώς ακόμα και ο κατακαημένος ο κυρ-Κώστας της κυρά-Μαρίας, που με τα δύο παιδιά τους κατοικούσαν στο σαράβαλο διώροφο της γωνίας πίσω από την Καλλάρη, έβγαινε γελαστός και χαρούμενος τα πρωινά, έπιανε το χειρονακτικό ξύλινο καρότσι ή κάρο, για να πάει να βγάλει το μεροκάματο.  Το φαντάζεστε; Το φόρτωνε με αγώγι λογής-λογής και το έσπρωχνε με τα χέρια του, με κινητήρια δύναμη το σώμα του, ο ταλαίπωρος.  Ρακένδυτος θα έλεγα και πολύ αδύνατος,  μ’ έκανε ν’ αναρωτιέμαι και να θαυμάζω,  πώς μπορούσε;  Σκεφτόμουν πώς θα πρέπει να ήταν ευτυχισμένος με την νταρντάνα -αντρογυναίκα σχεδόν-, κυρά-Μαρία του, που ήταν πάντα γελαστή και δουλευταρού, μίλαγε δυνατά και δε δίσταζε να δουλεύει από το πρωί μέχρι που έδυε ο ήλιος, κάνοντας διαφορετικές δουλειές. Συχνά τα καλοκαίρια, δίπλα στην πόρτα του σπιτιού τους και πάνω στο στενό πεζοδρόμιο,  κάποιοι άφηναν κόφες με χοντρόφλουδα καρπούζια για την κυρά-Μαρία, κι εκείνη αφαιρούσε τη φλούδα τους με προσοχή για να την κάνουν οι ζαχαροπλάστες, ζαχαρωτό φιντάνι.

Βλέπετε, η ψυχολογία ενός  ανθρώπου, διαμορφώνεται από τις επιδράσεις -θετικές ή αρνητικές- που δέχεται ή μάλλον που βομβαρδίζεται απ’ αυτές -ιδιαίτερα από τις δυσμενείς-,  από το άμεσο και έμμεσο περιβάλλον του, εντός του κοινωνικού πλαισίου στο οποίο ανήκει. Και εδώ, σαφώς εννοείται, ότι συμπεριλαμβάνεται  η καθημερινότητά του έξω από το βασίλειό του, από το σπίτι του δηλαδή, αλλά κατά τα μέγιστα και από τη διατριβή του μέσα σ’ αυτό. Το τονίζω αυτό, γιατί η ζωή τους μέσα στο βασίλειό τους,  ρυθμίζει τη διάθεσή τους. Αυτό αφορά τους περισσότερους εργαζόμενους, κυρίως τα όχι και τόσο ένδοξα, πρωινά των ημερών τους.

Μπορεί λοιπόν να είναι υπερφορτισμένη από τις σχέσεις τους με τα μέλη της οικογένειάς τους, αρχίζοντας φυσικά μ’ εκείνη την ιδιαίτερα σημαντική: με τη μητέρα τους, αν είναι ελεύθεροι, ή με τη γυναίκα τους, αν είναι παντρεμένοι. Ακολουθεί στη σειρά η σημαντικότατη σχέση με τα παιδιά τους, που συχνά δυνάστες και δήμιοι, δεν  αντιλαμβάνονται τίποτα και ποτέ!..  Στις σχέσεις αυτές η ηλικία των παιδιών υπήρξε ανέκαθεν καθοριστικός παράγων.  Με μικρές εκφράσεις υπονοούνται τα μεγάλα πράγματα: Μικρά παιδιά… μικρά βάσανα,  μεγάλα παιδιά… μεγάλα βάσανα! Όσοι είναι γονείς καταλαβαίνουν κάλλιστα το νόημα των παραπάνω.

Και βέβαια -κάπου και που- οι άντρες ξεπέφτουν και στα χέρια μιας πεθεράς, που όσο άγια κι είναι, έχει πάντα εκείνο το πρόβλημα που την μανιοποιεί: το δικό της παιδί είναι καλύτερο από το άλλο που το ζευγαρώθηκε, από το ταίρι του δηλαδή. Έχει λοιπόν ιδιαίτερη σημασία η απουσία – παρουσία αυτού του παράγοντα και πολλά κωμικοτραγικά έχουν λεχθεί και λιγότερα έχουν γραφτεί σχετικά.

Η καθημερινότητα λοιπόν ενός εργαζόμενου άντρα, «ευδαίμων ή δεισιδαίμων», και παρομοίως η καθημερινότητα της επαγγελματικής ενασχόλησής του, αντικατοπτρίζονται στις κινήσεις του σώματός του, αυτό που λέμε στην αγγλική, body language. Καημένοι άντρες! Μόλο που ο Θεός τους έπλασε κατ’ εικόνα και ομοίωσή Του, επηρεάζονται ανάλογα από την επέκταση του σακατεμένου πλευρού τους, θα έλεγα.   Έτσι άλλοτε είναι βραδείς, κατσούφηδες, αγέλαστοι, μισοθυμωμένοι, κακομοίρηδες, δυστυχείς… και βάλε! Όλες αυτές οι καταστάσεις ερμηνεύονται αδιαμφισβήτητα.  Οφείλονται εκατό τα εκατό και στους δύο βασικούς παράγοντες: τους εντός του σπιτιού τους και τους εκτός αυτού… σε μία άλλη διεύθυνση, όποια διεύθυνση τέλος πάντων χαμερπή ή γαληνότατη…  Υπάρχουν βέβαια και οι ευδαίμονες… χαριτωμένοι, ανάλαφροι τόσο πολύ μάλιστα που η ελάχιστη πνοή της δύναμης τους, παρασέρνει προς τη δική της φορά, όποια κι αν είναι αυτή.   Αυτοί, οι τύποι είναι  οι μάλλον επικίνδυνοι, καθώς είναι έτοιμοι να συμβιβαστούν με όλους και με όλα… να ξεχάσουν παρελθόν και αξίες, να ποδοπατήσουν, να καταπατήσουν  για να μην υποφέρουν οι ίδιοι τελικά!

Τελικά δε θέλω να πω ότι οι άνθρωποι παύουν να είναι άνθρωποι όμως κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες δεν είναι και αδύνατον.  Όλα έχουν το τίμημά τους και η τιμή που άλλοτε παζαρευόταν σε πολύ υψηλά επίπεδα στο ταμιευτήριο της ζωής τώρα πια -κακά τα ψέματα- έχει εξευτελιστεί κι έτσι είναι εξίσου απλή η διαδικασία του ξεπουλήματός της.

Για να επανέλθω στα του ‘πρωιού’…, η καλημέρα των αντρών ήταν συνήθως βιαστική και ο τρόπος με τον οποίο απομακρύνονταν από το σπίτι τους μάλλον αποφασιστικός για να μην πω και με μία υπολήψιμη δόση όρεξης.  Αν συναντούσαν κάποιο γνωστό, γείτονα ή μη, μασούσαν την «καλημέρα» τους, αφού τέτοιες ώρες δεν υπήρχε ούτε χρόνος, ούτε διάθεση για κάτι παραπάνω. Εξάλλου η σοβαροφάνεια είναι το πιο δοκιμασμένο κόλπο, με υψηλό ποσοστό επιτυχίας.

Τον χειμώνα τον συνόδευαν ως επί το πλείστον, τα σκούρα ρούχα.  Κάποιοι είχαν και φορούσαν ένα παλτό, το  επιπλέον κασκόλ ή ένα «καβουράκι», ενώ οι δήθεν εκκεντρικοί ένα μπερέ. Τα γάντια -όλων των ειδών- ήταν απαραίτητα. Καθοριστικό ρόλο έπαιζε πάντα η απασχόληση.

Περπατούσαν λοιπόν βιαστικοί,  σκυφτοί από τον όγκο των σκέψεών τους, μαζεμένοι από το κρύο της φύσης και το άλλο… της ανάγκης. Κάποιοι είχαν ρόδα: ποδήλατο, μηχανάκι και ελάχιστοι, οι τυχερότεροι των τυχερών, αυτοκίνητο.

Σκεφτόμουν με δέος συχνά, πόσα εκατομμύρια χρόνια πήρε τον άνθρωπο -αρσενικόν ή θηλυκόν- ν’ αλλάξει κι από κυνηγός ζώων να γίνει κυνηγός της όποιας νομισματικής μονάδας, στερημένος τον καθαρό αέρα και την ελευθερία κινήσεων.  Τώρα, όλα έχουν μπει σε λούκι και ο φουκαράς ο άνθρωπος –φαινομενικά κολλημένος- τραβάει με καταπληκτική ταχύτητα κατά το  χαμό.

Οι γυναίκες όμως;  Αυτές… και τότε  όπως σήμερα, ήταν διαφορετικές.  Έβγαιναν συνήθως αργότερα έξω, εκτός βέβαια αν εργάζονταν, οπότε  όπως οι άντρες, ακολουθούσαν τα ωράρια που επιβάλλονταν.  Πάντως ακόμη και στην δεύτερη περίπτωση –της εργασίας-, έβγαιναν περιποιημένες, συνήθως ευδιάθετες και απ’ όπου περνούσαν, σοκάκι ή δρόμο αρωμάτιζαν τον περιπλανώμενο αιθέρα…  Άσε πια την καλημέρα, τη χρωματισμένη με φρέσκο χαμόγελο, ή… τα «πώς είστε; πώς την έχετε την οικογένεια και τα παιδιά;» κτλ.  Σπάνια άκουγες: «έφτιαξε ο καιρός, δε νομίζετε;» ή και το αντίθετο: «παλιόκαιρος μα την αλήθεια!» Άκουγες αρκετά συχνά ένα «μπράβο!» που σ’ έκανε να σκέφτεσαι πως η κριτική των γυναικών δε χρειάζεται καθόλου χρόνο συλλογισμού, για να εκφραστεί!   Αυτό το τελευταίο με κάκιζε λιγάκι γιατί πάντα πίστευα πως η γυναίκα, οφείλει επιτέλους να έχει και κάποιο ελάχιστο «ύφος», αν όχι ένα κάποιο… «ύψος»!

 

3 thoughts on “Σπίτια Σπιτάκια… Άνθρωποι”

  1. Καλή μου Πιπίνα, όμορφα τα λές, με γλαφυρές εικόνες. Θαρρώ, πως ένα αστέρι είναι ο Άνθρωπος, που κόπηκε στα δυό, κι από τότε αναζητά, διακαώς, το άλλο μισό του ..φως.Ούτε πλευρά σπασμένα, ούτε λειψές φτερούγες. Ο ένας έχει στο κορμί, το σπόρο του αγέρα κι άλλη στο θαύμα του νερού, τη μήτρα του Φωτός. Καθένας και το “ύψος” του , το “ύφος” περισσεύει…αλλιώς δε θα’τανε ομοίωση κι οι δυό ενός Θεού!
    Ευχαριστώ..
    τζένη

  2. Ευχαριστώ Τζένη για την κατάθεσή σου. Είσαι σωστή. Σημειωτέον ότι ετούτο το κείμενο αποτελεί απόσπασμα αφήγησης, που όπως εξήγησα και στον Ιάκωβο, θα ήταν σωστό να δημοσιευτούν και τα άλλα δύο αποσπάσματα (όπως εγώ χώρησα τελικά ετούτη τη αφήγηση, για την εδώ δημοσίευσή της), καθώς αποτελούν αυτό το οποίο επεδίωξα εξ αρχής: τουτέστι μία εικόνα της καθημερινότητας από την περιοχή της Πλατείας του Αγίου Γεωργίου ή το Κουρμανιό Ιωαννίνων και από το Κάστρο τους, όπου πέρασα μεγάλο μέρος των παιδικών και των εφηβικών μου χρόνων.

  3. Αγαπητέ Ιάκωβε, θα πρέπει να υπογραμμίσω το ταλέντο σου στην εκλογή του κατάλληλου καμβά πίσω από κάθε πνευματικό δημιούργημα… όπως ετούτο πίσω από το κείμενο Σπίτια, σπιτάκια… Σε συγχαίρω γι΄αυτό!

Comments are closed.