Τα Λαμπριάτικα κουλούρια

Share

Γιάννινα, τέλος της δεκαετίας του 1950

Απόσπασμα από το βιβλίο
«Πορεία από το Α… ως το… Ω!..»
αυτοβιογραφικές σημειώσεις και ιστορίες
©Πιπίνα Δ. Έλλη (
Elles)

Τη Μ. Τρίτη πρωί όλα τα υλικά βρίσκονται αραδιασμένα επάνω στον μεγάλο πάγκο της κουζίνας. Η μητέρα μου και η θεία μου ετοιμάζουν το μεγάλο τραπέζι δίπλα στον πάγκο, όπου θα πλάσουν τα κουλουράκια. Χρειάζεται στρωτή, καθαρή επιφάνεια, ένας χώρος κατάλληλος για την άνεση κινήσεων δύο ανθρώπων: της μάνας μου και της αδερφής της, της θείας μου Ελισάβετ.

“Αυγά… βανίλια… χυμός πορτοκαλιού… αλεύρι…” “πρώτα χτύπημα τα ασπράδια… σε σφιχτή μαρέγκα… ύστερα οι κρόκοι… προστίθεται η βανίλλια…”

Όλη αυτή η επικοινωνία που συνοδεύεται από ερωτήσεις, αρνήσεις ή καταφάσεις, συντελούν στην εκτέλεση της περισπούδαστης συνταγής, και δεν αργεί να   καταλήξει σε έναν μεγάλο όγκο ζύμης, εκεί μπροστά μας, μέσα στην μεγάλη, βαθιά εμαγιέ λεκάνη, έτοιμης για το πλάσιμο των λαμπριάτικων κουλουριών. Είναι ένας όγκος σε μελένιο χρώμα, ευλύγιστος και μυρωδάτος. Τέσσερις δόσεις για τις δύο οικογένειες: της θείας μου και της δικής μας. Οι δύο νοικοκυρές τη σκεπάζουν με ένα καθαρό τραπεζομάντηλο για να “δέσει”, ώστε να γίνει η ζύμη εύπλαστη για να πλαστούν τα κουλούρια καλύτερα. Αυτό θα γίνει σε δύο περίπου ώρες, αμέσως μετά το μεσημέρι, όταν οι άντρες του σπιτιού θα έχουν φάει.

“Τρέχα εσύ στο φούρνο και πήγαινε να ρωτήσεις τον κυρ-Νίκο πότε θα μπορούμε να πάρουμε λαμαρίνες για τα κουλούρια”, ορίζει η μητέρα μου κι εγώ έχω κιόλας βρεθεί στο δρόμο.

Είναι δώδεκα, το μεσημέρι. Η απόσταση του φούρνου από το σπίτι μας, είναι δεν είναι πέντε λεπτά. Μα τι απόσταση! Γεμάτη εντυπώσεις. Βήματα στο καλντερίμι του Κάστρου, κουβέντες ανάκατες με κάποιες ευχές. Οι νοικοκυρές βιάζονται. Άλλες, ασπρίζουν τους εξωτερικούς τοίχους των μικρών, κουκλίστικων σπιτιών τους, μέχρι ένα μέτρο από τη βάση τους, ασπρίζουν το περίγραμμα του πεζοδρομίου μπροστά στην εξώπορτά τους, όπου υπάρχει. Ακούραστες ασπρίζουν ως και το περίγραμμα της κάθε μολυβένιας πλάκας των λίγων σκαλοπατιών μπροστά στα κατώφλια των σπιτιών τους ή τους τοίχους και τις πλάκες από τα μικρά πεζούλια. Ακόμη και κάτω στη λίμνη εργάτες του Δήμου ασπρίζουν τον περίγυρο γύρω από τα δέντρα και τον κορμό των πλατανιών μέχρι ένα μέτρο. Ω, μα ο ασβέστης κάνει θαύματα! Όχι μόνο σκοτώνει τα μικρόβια αλλά και ομορφαίνει.

Κόσμος πάει και έρχεται, και το καλντερίμι χαίρεται να αισθάνεται πάνω του τα βήματα τόσων ανθρώπων: νέων, μεσήλικων ή γερόντων, που κρατώντας τις πάνινες σακούλες ή τα δίχτυα γεμάτα από ψώνια, πηγαινοέρχονται. Όλοι είναι ευτυχισμένοι που είναι απασχολημένοι. Μα πρόκειται για την σπουδαιότερη γιορτή της Ορθοδοξίας!

Ένα-δυο κομμωτήρια στη γειτονιά έχουν τις δικές τους φούριες. Γυναίκες με ρολά στα μαλλιά, μπαινοβγαίνουν για να χτενιστούν νωρίτερα ή αργότερα, για την εκκλησία, το βράδυ, και άλλες έτσι προχειροντυμένες, κατευθείαν από την κουζίνα τους, μπαίνουν για να κόψουν ή να περμαναντάρουν τα μαλλιά τους. Δεν υπάρχει γυναίκεια ψυχή που να κάθεται με σταυρωμένα τα χέρια έξω στον ήλιο, όπως συνήθιζαν τέτοια ώρα πολλές από τις καστρινές κυρούλες.

Όταν όμως φτάνω στο φούρνο, εκεί, κυριολεκτικά τα χάνω. Μία ουρά θηλυκόκοσμος περιμένει προφανώς για τον ίδιο λόγο. Ανάρπαστες σήμερα οι λαμαρίνες! Το απλωτό μεγάλο πέτρινο πεζούλι καταμεσής στο φούρνο, είναι γεμάτο από μεγάλες στενόμακρες μαύρες λαμαρίνες που περιέχουν κουλούρια και από την κατασκευή τους: χρώμα ζύμης και σχέδια κουλουριών καταλαβαίνεις τις διαφορετικές νοικοκυρές και τις διαφορετικές συνταγές τους, καθώς και το καλλιτεχνικό γούστο της κάθε μιας.

Σε μία άκρη, δίπλα στο ταμείο, είναι ένα μεγάλο καλάθι με κουλούρια. Οι γυναίκες που ψήνουν, στο τέλος όταν τελειώνουν με τα ψησίματά τους, μαζί με την πληρωμή τους αφήνουν και λίγα κουλούρια για το φούρναρη και τη γυναίκα του, για το καλό του χρόνου. Έτσι η κυρά Νίτσα δεν χρειάζεται να ψήσει τα δικά της πασχαλινά κουλούρια, αφού άλλωστε δεν προλαβαίνει.

Κάποιες από τις γυναίκες παίρνουν τις λαμαρίνες με ψημένα κουλούρια τους και μικραίνει η ουρά. Δεν αργεί λοιπόν η σειρά μου.

“Έλα μωρ’ θυγατέρα, η σειρά σ’… τι θέλς;” ρωτάει η κυρά-Νίτσα η φουρνάρισσα, η γυναίκα του κυρ-Νίκου, του φούρναρη.

-Η μάνα μου είπε να ρωτήσω, πότε να έρθω για λαμαρίνες.

Η κυρά-Νίτσα χαμογελάει. Κοιτάζει γύρω της και λέει πάντα χαμογελαστά.

-Πες στη μάνα σ’, όταν είναι έτοιμ’ να σε στείλ’ να περμένεις στη σειρά, για να πάρς. Έτσ’; Άιντε μπράβο!

-Ναι κυρά Νίτσα, ευχαριστώ.

 —

Αργότερα, όταν έχουν αποφάει οι άντρες στην οικογένεια, η μάνα μου με στέλνει πίσω στο φούρνο. Είναι κοντά δυόμιση. Ο πατέρας μου και οι θείοι μου, ήρθαν στις δύο παρά… και τελείωσαν πολύ βιαστικά. Ο πατέρας μου δεν μπορούσε να κλείσει το μαγαζί για ώρες. Ήρθε, έφαγε και έφυγε. Τη Μεγάλη Εβδομάδα ή μάλλον τον μήνα που προηγείται της Λαμπρής, πνίγεται κυριολεκτικά από τις παραγγελίες και το ράψιμο. Το ίδιο και οι θείοι μου στο παντοπωλείο τους και στις αντιπροσωπείες τους, δεν προλαβαίνουν να ξεκουραστούν. Υπάρχει μεγάλη ζήτηση και κίνηση σε όλα τα μαγαζιά από τους κατοίκους της πόλης μας και από εκείνους στα χωριά που κατεβαίνουν στα Γιάννινα να κάνουν όλα τα ψώνια τους.

 —

Νά ‘μαι λοιπόν πίσω στο φούρνο!

“Δύο λαμαρίνες, είπε η μάνα μου, κυρά Νίτσα”, είπα με την πρώτη ευκαιρία που βρήκα για να της μιλήσω.

“Κάτσε εδώθε στην ακρούλα και μόλις αδειάσν, θα σ’ δώκω!”

Μη νομίσετε ότι κατάλαβα την ώρα που περίμενα, κάθε άλλο, μάλιστα. Η γαργαλιστική μυρουδιά των ψημένων προϊόντων, η πολυχρωμία και η ποικιλία των σχημάτων των κουλουριών -κάποτε αληθινά καλλιτεχνικών- στις γανωμένες λαμαρίνες, η κεφάτη ατμόσφαιρα, η τάση για κουτσομπολιό και σχόλια, τα νέα που ακούγονταν, ήταν μέρος αυτής της γιορτινής διάθεσης.

“Έραψα ένα ταγιεράκι, Σούλα μου… μούρλια σου λέω!” άρχισε να λέει η διπλανή μου στη νέα που περίμενε μπροστά της κοντά στο πέτρινο πεζούλι, και συνέχισε ακάθεκτα: “Είπα λοιπόν στον άντρα μου: ‘Έτσι θα κυκλοφορήσεις Αποστόλη μου την Πασχαλιά; Εγώ σα σημαιοστολισμένη φρεγάτα κι εσύ σαν κακομοίρης; Και τι θα πει ο κόσμος, ε; Τον έκανα που λες κι αγόρασε ένα ωραίο κουστουμάκι -έτοιμο μωρέ από τα λίγα που έφερε ο Ζάχος, μαζί το διαλέξαμε βέβαια!- Ε! Εντάξει δεν είναι εγγλέζικο κασμίρι… αλλά και τα ελληνικά δεν είναι άσχημα, τώρα πια. Πήρε και μια καινούργια γραβάτα… έντυσα λίγο και τα παιδιά… γιατί αυτά χαίρουνται πιότερο… έτσι δεν είναι; Κι έτσι θα βγούμε ασπροπρόσωποι στης πεθεράς μου. Εκεί θα πάμε για μεσημέρι… με όλο το σόϊ κουνιάδια και συνυφάδες… καταλαβαίνεις εσύ από τέτοια…”

Η γυναίκα μίλαγε τροχάδην και ή άλλη που άκουγε στο όνομα Σούλα, κουνούσε το κεφάλι συγκαταβατικά μόνο, λες κι είχε πιει το αμίλητο νερό… Νομίζω ότι πρόσεχε για τα κουλούρια της… γιατί μόλις τα είδε να βγαίνουν, πήδηξε από χαρά. Ήταν το πρώτο ταψί… απ’ ότι είπε:

“Καλά έγιναν! Κι είχα μια αγωνία!” είπε καταχαρούμενη.

Η συνομιλήτριά της την κύτταξε προσεκτικά…

“Κι εσύ τι έραψες για το Πάσχα Σούλα μου;”

“Εγώ… δεν έραψα τίποτα. Ο Στέλιος κι εγώ κάνουμε οικονομία. Θέλουμε ν’ αγοράσουμε σπίτι!” είπε η Σούλα.

Έπεσε σιωπή ανάμεσά τους. Η Σούλα βιαζόταν να πάρει τη λαμαρίνα της, με τα έτοιμα πια κουλούρια, ευθύς μόλις θα κρύωνε σταλίτσα.

Τη στιγμή εκείνη και για καλή μου τύχη, ένα κορίτσι φέρνει μία άδεια λαμαρίνα και η κυρά-Νίτσα τη δίνει σ’ εμένα:

“Πάρε τώρα μια, κι έλα πίσω σε λίγο, να σ’ δώκω κι άλλ’” λέει και μου προτείνει τη λαμαρίνα χωρίς να μου δίνει περισσότερη σημασία. Η γυναίκα πνίγεται στη δουλειά… Τρέχω κυριολεκτικά στο σπίτι κι αφήνω τη λαμαρίνα στο τραπέζι, φωνάζοντας στην έκπληκτη μητέρα μου:

“Μαμά! Ώσπου να τη γεμίσετε, τρέχω πίσω, να φέρω κι άλλη”.

Τρέχω λοιπόν πίσω και καθώς δε βλέπω πολλούς να περιμένουν, τρυπώνω στο πλάϊ και περιμένω.

“Α! τά ‘φερες κιόλας τα κλούρια;” ρωτάει η κυρά-Νίτσα.

“Όχι, κυρά-Νίτσα. Τώρα τη γεμίζουν στο σπίτι. Μόλις όμως πάω πίσω με τη δεύτερη λαμαρίνα, όπως είπες… θα σου φέρω την πρώτη”

Η κυρά-Νίτσα τα βαριέται τα πολλά λόγια.

“Περίμενε, κορίτσι μ’, περίμενε σταλιά!” είπε και ξανακοίταξε τη δουλειά της.

Γύρισα κι έριξα μία αδιάφορη δήθεν ματιά στον κόσμο που περίμενε πίσω μου. Αυτή τη φορά είδα δυο κορίτσια, γύρω στα δεκαοχτώ τους ή και λίγο πιο πάνω, που μιλούσαν χαμηλά:

“Με πήρε που λες απ’ το κοντό. Τον έστειλα ξέρεις που… –είναι και Λαμπρή και κολάζομαι!- Ναι… και του είπα να πάει να βρει καμμιά της σειράς του. Τον αλήτη. Επειδή είναι Μεγαλοβδόμαδο νομίζει ότι θα τα βρούμε μεταξύ μας, όπως και πριν. “Γιορτή της Αγάπης”, σου λέει ο άλλος!”

Η άλλη νέα έχοντας ακούσει τα παράπονα της φίλης της ανταπαντάει:

“Ε… κάνε και συ λίγο πίσω βρε Ερατώ μου! Άντρες είναι, έχουν εγωισμό. Μην τον αποπαίρνεις, αν τον αγαπάς!”

“Έλα θυγατέρα μ’… η λαμαρίνα σ’…” λέει ξαφνικά η κυρά-Νίτσα και μου προτείνει μια νέα λαμαρίνα. Τι να κάνω; Αναγκάζομαι να παρατήσω την κατασκοπία μου καταμεσής και να χάσω την πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση. Μάλλον ευχαριστημένη, τρέχω πίσω στο σπίτι.

Η λαμαρίνα είναι βέβαια έτοιμη, καθώς τα χέρια που έπλασαν τα κουλούρια είναι διπλά.

“Πω, πω! Τι ωραία σχέδια είναι αυτά μαμά, θεία! Τα καλύτερα από όσα είδα μέχρι τώρα! ”

Η θεία και η μαμά μου γελούν ευχαριστημένες που άρεσαν οι καλλιτεχνικές τους επιδόσεις και ανταποκρίνονται σα να ήμουν μεγάλη γυναίκα και εγώ.

“Και του χρόνου να είμαστε καλά!” εύχονται οι δύο και εγώ ευχαριστημένη που θα αποδείξω στην κυρά-Νίστα ότι είμαστε προκομμένες “γυναίκες”, τρέχω στο φούρνο.

“Μπα! Ήρθες κιόλας!” είπε γελαστή αυτή τη φορά. “Μωρ’ αυτά μοσχομυρίζν” ξαναείπε και τα έβαλε πάνω στο λίθινο πεζούλι μαζι με άλλα, προσπαθώντας στη συνέχεια να βάλει τα ψημένα κουλούρια, χώρια από τα άψητα.

“Κυρά – Νίτσα μ’… χρόνια πολλά και του χρόνου… Καλή Ανάσταση νά ‘χουμε… με τς άντρες και τα παιδιά μας!”

“Αμήν Φρόσω μ’! Δε μούειπες ακόμα… μωρ’ γυναίκα, θα ψήσιτ’ ή όχι;”

“Αμ’ βέβια θα ψήσουμι… θα πάμε στο χωριό μας -ξέρς στην Κατσικά-, κι εκεί θα ψήσουμ’ όλοι μαζί…”

“Άει με το καλό και του χρόν’… χαιρετίσματα στον Τασσάκου!”

“Ευχαριστώ πολύ, καλή Ανάσταση να περάσουμι. Κι εσύ να δώκεις χαιρετήματα στον δκό σ’, κάνε!”

Εγώ αφηρημένη από το πολύ “χάζεμα” πότε εδώ και πότε εκεί, έχω ξεχάσει γιατί βρίσκομαι στον φούρνο

“Νίτσα.. τράβα ωρε γυναίκα τς λαμαρίνες… Βάλ’ τς απανωτά, τη μια πάν’ στν άλλη… Δε χωράν’ έτς…”

“Έγινε Βάσω μ’… ” φωνάζει η κυρά-Νίτσα μετακινώντας τις λαμαρίνες κι ευτυχώς που οι γυναίκες έρχονται απανωτά, παίρνουν τα ψημένα και κάθε τόσο γίνεται λίγος χώρος… και πάλι από την αρχή…

Ένα αντρόγυνο ηλικιωμένων σταματάει στην πόρτα του φούρνου και ο άντρας κουνάει το κεφάλι του βλέποντας τα “σούρτα-φέρτα” των γυναικών.

“Νίτσα κόρη μου! σού ‘μεινε κανά καρβέλι σταρένιο; Ας είναι μαύρη φρατζόλα δεν πειράζει”, λέει ανήσυχα.

“Γεια σ’ κυρ-Βαγγέλη… δε συ ξιχνάω. Σου φύλαξα μια… έλα απ’ το παραθύρ’.”

Ο κυρ-Βαγγέλης τρέχει όσο μπορεί, προς τη θυρίδα του φούρνου που βρίσκεται στην άλλη πλευρά του γωνιακού φούρνου, γιατί η είσοδός του είναι μπλοκαρισμένη από το γυναικομάνι.

“Έχεις τις χαρές σου σήμερα, θυγατέρα ” λέει ο κυρ Βαγγέλης και η κυρά-Νίτσα γελάει.

“Ναι κυρ-Βαγγέλη. Κόπιασι και του λόγου σ’, να βοηθήξεις!”

Ο κυρ-Βαγγέλης που κουνάει το κεφάλι του χαμογελώντας, πάει προς τη γυναίκα του που περιμένει παράμερα, χαζεύοντας.

“Πάμε Τσεβή. Δεν ταιριάζουμε σε τέτοια πανηγύρια!”

Εγώ… πάντα περιμένω!..

“Κυρά-Φώτω, βιάσ’ να χαρείς, κι έχω μια τσούπρα που καρτεράει για λαμαρίνες”.

Η “Κυρά-Φώτω”, μια γεροδεμμένη γυναίκα, αφού πρώτα μιλάει στην κυρά-Νίτσα, ύστερα γυρνάει σε μένα.

“Ναι Νίτσα μου… Θυγατέρα… δυο πόρτες πάνω από τον φούρνο είμαι. Έλα να στις δώκω… και τις δυο, να κάνεις τη δουλειά σου. Νίτσα… άκου… θά ‘ρθω σε λίγο να σε πληρώσω για τα ψηστικά. Έτσι;”

Παίρνει τη μια λαμαρίνα με τα τσουρέκια και πάει να πάρει από πάνω την άλλη με τα κουλούρια. Αφού όμως είναι σχεδόν δίπλα και πάνω στο δρόμο μου και αφού θα μου δώσει και τις δυο λαμαρίνες, είναι πού φυσικό το ότι “φιλοτιμούμαι να τη βοηθήσω”.

Με μία μικρή λοιπόν καθυστέρηση, και κρατώντας δύο άδειες λαμαρίνες, γυρίζω στο σπίτι μας.

“Γιατί άργησες παιδί μου;” Δε μιλώ, αφήνω τις δύο λαμαρίνες εκεί, παίρνω την έτοιμη και δρόμο… πάλι για το φούρνο. Όλο το απόγευμα πηγαινοέρχομαι από το σπίτι μας στον φούρνο του κυρ-Νίκου, παίρνοντας τα ψημένα στο σπίτι και γυρνώντας πίσω με τα άψητα. Ευτυχώς που η κουβέντα στο φούρνο και η κίνηση στο δρόμο δε με κουράζουν, αντίθετα κάνουν το πήγαινε-έλα μου διασκεδαστικό. Οι τέσσερις λαμαρίνες κάνουν τη δουλειά μας εύκολη.

Ο απολογισμός της ημέρας; Το ποθούμενο αποτέλεσμα βέβαια: τα κουλούρια μας “πέτυχαν” έστω κι αν προσωπικά έτρεχα πέρα-δώθε μέχρι αργά το απόγευμα. Κάτι παρόμοιο γίνεται την Μ.Τετάρτη με τις εύγεστες φλαούνες.

Οι “φλαούνες” είναι ένα πεντανόστιμο είδος “αλμυρού τσουρεκιού”, αν μπορεί κανείς να το ονομάσει έτσι, φτιαγμένο με αλεύρι και προζύμη, ζυμάρι, σε σχήματα στρογυλά και με γέμιση από φρέσκια μυζήθρα, αυγά και δυόσμο. Τα κομμάτια της ζύμης ανοίγονται ελαφρά με τον πλάστη, και αφού μπαίνουν δύο-τρία μεγάλα κουτάλια από την παραπάνω γέμιση, διπλώνονται στις άκρες τους, φτιάχνοντας μία τετράγωνη “τσέπη”. Αλείφεται ύστερα με χτυπημένο το κόκκινο του αυγού και πασπαλίζεται με σουσάμι. Ψήνονται σε φούρνο 200ο Κελσίου. Το είδος ήταν και είναι άγνωστο στην πολιτεία μας, καθώς η συνταγή τους προέρχεται από την Ελληνική Μικρασιατική και Κυπριακή κουζίνα. Οι Κύπριοι τα φτιάχνουν και με γλυκειά γέμιση, και σε διαφορετικό σχήμα…

pipinaelles@hotmail.com

 

4 thoughts on “Τα Λαμπριάτικα κουλούρια”

  1. Όμορφο το ταξίδι των αναμνήσεων!
    Τα τότε ήθη και έθιμα αναδιπλώνονται στη σκέψη, ενώ στις κουζίνες μας όλο και κάτι θα ψηθεί που θα θυμίζει τις παλιές γέυσεις…
    Ευχαριστούμε Πιπίνα που μας τα σκιαγράφισες τόσο ωραία.
    Άντρια

    1. Ευχαριστώ Άντρια… Είμαι βέβαια ότι ετούτες οι αναμνήσεις αν και είναι κοινές για τη γενιά μας, είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσες για τους νέους μας, ιδιαίτερα του εξωτερικού, καθώς οι φούρνοι των πατρίδων μας ήταν άλλοτε τόσο πολύτιμοι ως προς την εξυπηρέτηση των κατοίκων του ‘μεσαίου’ ή ‘χαμηλού’ βαλάντιου, της πόλης των Ιωαννίνων… Να είμαστε καλά, να τα θυμόμαστε όλα και να τα καταγράφουμε… Σκέφτομαι να φτιάξω τα κουλούρια μου σήμερα και φυσικά θα βάψω τα αυγά της Λαμπρής αύριο, Μεγάλη Πέμπτη όπως απαιτεί η παράδοση!.. Θα ακολουθήσουν η μαγειρίτσα και η γαλοπούλα το βράδυ της Ανάστασης, και για τους προνομιούχους συμπάροικους, ο οβελίας την ημέρα της Λαμπρής… Δεν ξεχνάμε βέβαια, τι σημαίνει για τους πιστούς και εκείνους που τηρούνε την Παράδοση, η Μεγάλη Εβδομάδα και η Λαμπρή Ανάσταση του Κυρίου, έστω και αν δεν συχνάζουν όλο το χρόνο στην εκκλησία! Και του χρόνου λοιπόν και πάλι, και πάντα με υγεία!

  2. Σ΄ευχαριστούμε για τις όμορφες πασχαλιάτικες μυρωδιές!
    Καλή Ανάσταση!
    Ελένη

    1. Σε ευχαριστώ Ελένη για τα καλά σου λόγια… Οι μυρωδιές ετούτες είναι απαραίτητες για να καταπολεμούμε την ανία και την πεζότητα της καθημερινότητάς μας, ιδιαίτερα για εκείνους που ζούνε μόνιμα στο εξωτερικό…
      Καλή Ανάσταση λοιπόν και ό,τι ποθείς!

Comments are closed.