Ο Καποδίστριας στον Πόρο

Share

Ο Καποδίστριας έρχεται στο νησί μας.
Η αξιοποίηση της Ι. Μονής

Ιωάννης Καποδίστριας (φωτο Βικιπαιδία)
Ιωάννης Καποδίστριας (φωτο Βικιπεδία)

 

Μνεία σε έναν αείμνηστο. Μνεία στον Κυβερνήτη Καποδίστρια, και στη ζωή και τη δράση του στο νησί μας. Στον τόπο, όπου μαζί με το Ναύπλιο και την Αίγινα παρέμεινε κυρίως και εργάστηκε ο φωτισμένος εκείνος πολιτικός ηγέτης της τότε αναγεννώμενης πατρίδας.

     Ο Ιωάννης Καποδίστριας ήταν από τους κορυφαίους Ευρωπαίους πολιτικούς και διπλωμάτες της εποχής του. Μέσα σε σύντομο για τα δεδομένα της εποχής του διάστημα και με δυσμενή διεθνή ορίζοντα, κατάφερε να εδραιώσει την ανεξαρτησία, να κατοχυρώσει τα σύνορα του νέου ελληνικού κράτους, και να θέσει μέσα από ερείπια τις βάσεις για μία  ευνομούμενη πολιτεία. Ως δημόσιος άνδρας και πολιτικός, ήταν προικισμένος με πολλές αρετές, βρίσκω όμως εξαιρετικά επίκαιρο να σημειώσω κάτι για την εντιμότητα, την ανιδιοτέλεια, τη σύνεση και την αφιλοκέρδειά του στη διαχείριση των δημοσίων πραγμάτων.

Έλεγε χαρακτηριστικά προς την 4η Εθνοσυνέλευση το 1829 στο Άργος:  «Εφ’ όσον τα ιδιαίτερα εισοδήματά μου αρκούν δια να ζήσω, αρνούμαι να εγγίσω μέχρι και του οβολού τα δημόσια χρήματα, ενώ ευρισκόμεθα εις το μέσον ερειπίων και ανθρώπων βυθισμένων εις εσχάτην πενίαν». Αυτά δήλωσε, και αργότερα δολοφονήθηκε. …

Να επιστρέψω όμως σε όσα αφορούν στην παραμονή του Κυβερνήτη στον νησί μας.

Από την πρώτη περίοδο της εγκατάστασής του στην Ελλάδα τον Ιανουάριο του 1828, ο Κυβερνήτης ήλθε στον Πόρο και εγκατέστησε προσωρινά την έδρα της Κυβέρνησής του. Το χρονικό της άφιξης και της επίσημης υποδοχής του Κυβερνήτη στον Πόρο την Κυριακή της Ορθοδοξίας τον Φεβρουάριο 1828, έχει περιγράψει ο τότε γραμματέας του γραφείου του Κυβερνήτη και συγγραφέας της εποχής Νικόλαος Δραγούμης,  που διέσωσε και χαρακτηριστικό απόσπασμα από τον πανηγυρικό λόγο που εκφώνησε προς τιμήν του ο περισπούδαστος δάσκαλος και αγωνιστής του 21 μοναχός Νικηφόρος Παμπούκης.

Για τη διαμονή του Κυβερνήτου διατέθηκε το αρχοντικό της οικογένειας Κολοκούβαρου πάνω από το εκκλησάκι των Εισοδίων, κοντά στο χώρο εγκατάστασης του πρώτου ναυστάθμου στο σημερινό Γυμνάσιο. Ο προφανής λόγος που τον έφερε στο νησί μας την πρώιμη εκείνη περίοδο του βίου και της πολιτείας του στην Ελλάδα, ήταν ίσως και η καίρια και στρατηγική θέση του Πόρου και της ευρύτερης Τροιζηνίας στο επίκεντρο της τότε περιοχής επιχειρήσεων, του μεν Πόρου για την επείγουσα οργάνωση του Εθνικού Στόλου και του Ναυστάθμου, αλλά και της γειτονικής δυτικής Τροιζηνίας για την οργάνωση του Τακτικού Στρατού, μια και ο κατακτητής Ιμπραήμ παρέμενε στην Πελοπόννησο και οι πολεμικές επιχειρήσεις συνεχίζονταν.

Από τα πρώτα μελήματά του ήταν η κατοχύρωση της ανεξαρτησίας, η διεύρυνση των προτεινομένων από τους Συμμάχους συνόρων του νέου κράτους, αλλά και η οικονομική του ενίσχυση από την Ευρώπη. Στη γνωστή διάσκεψη των τριών πρέσβεων των συμμάχων στο νησί μας τον Σεπτέμβριο του 1828, με τόλμη και με εύστροφους διπλωματικούς χειρισμούς διαπραγματεύτηκε αποτελεσματικά τον καθορισμό των συνόρων της Ελλάδας.

Η καταπολέμηση της πειρατείας στις ελληνικές θάλασσες ήταν επίσης μία βασική επιδίωξη του Καποδίστρια. Από τον Πόρο τον Μάιο του 1828 έθεσε σε εφαρμογή τα πιστοποιητικά μη πειρατείας τα οποία έπρεπε να αποκτήσουν όλοι οι κυβερνήτες των ελληνικών μικρών και μεγάλων σκαφών. Έχει διασωθεί στα Γενικά Αρχεία Κράτους και ο κατάλογος των Ποριώτικων πλοίων που πήραν πιστοποιητικό μη πειρατείας, που αποτελεί ένα σημαντικό τεκμήριο έγγραφο για το νησί μας την ιστορική εκείνη περίοδο.

Σημαντικής σπουδαιότητας για τον Πόρο είναι και οι Απογραφές πληθυσμού 1828 & 1829 που έκανε ο Καποδίστριας και σώζονται πλήρεις στα Γενικά Αρχεία Κράτους, με σωρεία πολυτίμων πληροφοριών για τον κοινωνικό ιστό του νησιού την εποχή εκείνη.

Ήταν πολλά τα εξωραϊστικά έργα για τα οποία προσωπικά μερίμνησε ο Κυβερνήτης για τον Πόρο, όπως μας πληροφορεί δημοσίευμα της Γενικής Εφημερίδας της Ελλάδος και περιγράφει τόσο αδρά στα συγγράμματά της η αείμνηστη καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών και κατ’ εξοχήν ερευνήτρια της ζωής και του έργου του Καποδίστρια Ελένη Κούκκου.

Με τη βοήθεια του αρχιτέκτονα και μηχανικού βαρώνου Σωμπούργκ, διαμορφώθηκαν δρόμοι και πλατείες, και δόθηκε βαρύτητα στην καθαριότητα, τον καλλωπισμό και την ευταξία στο νησί. Τότε μάλιστα, και από τον ίδιο μηχανικό διαμορφώθηκε και ο παραλιακός δρόμος του Γαλατά.

Επίσης, το 1828 με πρωτοβουλία των Αμερικανών φιλελλήνων γιατρών Χάου, Ρας Μίλλερ και άλλων, λειτούργησε στην πόλη του Πόρου διαμετακομιστικό κέντρο διανομής τροφίμων, ρουχισμού και ιατροφαρμακευτικού υλικού σταλμένου από τα Αμερικανικά φιλελληνικά Κομιτάτα για τον αγωνιζόμενο ελληνικό λαό. Από τους ίδιους φιλέλληνες λειτούργησε και νοσοκομείο, με βραχύβια όμως ατυχώς θητεία,  λόγω διαφόρων δυσκολιών που ανέκυψαν. Το νοσοκομείο αυτό δεν πρέπει να συγχέεται με το νοσοκομείο του Ναυστάθμου του Πόρου που την ίδια εποχή συστηνόταν από τους γιατρούς Γκος και Μπαγύ και τον Μανώλη Τομπάζη για τις ανάγκες του Ναυτικού, όπως θα δούμε στη συνέχεια.

Αλλά αυτό που σαγήνευε τον Κυβερνήτη όταν ήταν στον Πόρο, ήταν το γαλήνιο και κατανυκτικό περιβάλλον του Μοναστηριού. Γαλουχημένος από την Κύπρια, Ηπειρώτικης καταγωγής μάνα του στην ελληνορθόδοξη πίστη και παραδόσεις, και μέσα στον κυκεώνα των προβλημάτων που αντιμετώπιζε, εύρισκε συχνά καταφύγιο στην Ιερά Μονή της Παναγιάς για ηρεμία, ψυχική ανάταση και περισυλλογή.

Και την επέλεξε ως το καταλληλότερο μέρος για να οργανώσει τον Απρίλη του 1828 το πρώτο Ορφανοτροφείο για τα ορφανά παιδιά του Αγώνα με διευθυντή τον περισπούδαστο δάσκαλο Γεώργιο Κλεόβουλο, και αργότερα για να οργανώσει την πρώτη Ιερατική Σχολή χάρη στην συνδρομή του δραστήριου Ποριώτη τότε καθηγουμένου της Μονής Ιγνατίου Παγώνη. Το Μοναστήρι με το αθάνατο νερό του, ήταν ανέκαθεν όχι μόνο για τους Ποριώτες αλλά και για τον κόσμο της γύρω περιοχής και των νησιών μας, ο πνευματικός φάρος, το ιερό προσκύνημα, το θεραπευτήριο σώματος και ψυχής, και βέβαια ο τόπος από όπου αδιάλειπτα περνούσαν οι μεγάλοι νησιώτες ναυμάχοι του 21 ξεκινώντας ή γυρίζοντας από τις ναυτικές τους εξορμήσεις, όπως μαρτυρούν τα κειμήλια που αφιέρωσαν και οι τάφοι κάποιων από αυτούς στον περίβολο της Μονής. Το Μοναστήρι συμπορεύτηκε διαχρονικά με την κοινωνία του νησιού και τη στήριξε με κάθε μέσο σε χαλεπούς και μη καιρούς. Και με την ευκαιρία αυτή να σημειώσω ότι η Ζωοδόχος Πηγή του Πόρου, που ο Καποδίστριας επέλεξε για ησυχαστήριο, αλλά και τόπο συγκρότησης αυτών των πρώτων καθιδρυμάτων στο νεοσύστατο κράτος, και που το εξύμνησε κι ένας Παρθένης με το θεϊκό του χρωστήρα, ήταν και έχει παραμείνει στη συνείδηση όλων μας εδώ στον Πόρο η προστάτιδα και η πολιούχος δύναμή μας.

 

Ο Καποδίστριας και τα σχολεία στον Πόρο

Η προώθηση της εκπαίδευσης ήταν από τις πρώτες προτεραιότητες του Καποδίστρια. Στον Πόρο είχαν αρχίσει ήδη οι προσπάθειες για τη λειτουργία σχολείου. Λίγα χρόνια πριν την Επανάσταση κλήθηκε στον Πόρο και δίδαξε ο  φωτισμένος μοναχός και δάσκαλος Νικηφόρος Παμπούκης, ο οποίος μάλιστα μύησε και τους πρώτους Ποριώτες στη Φιλική Εταιρία.  Το Μοναστήρι μας είχε από το 1826 διαθέσει χώρο στο Μετόχι του μέσα στην πόλη στο χώρο του Πνευματικού Κέντρου κάτω απ’ τον Άγιο Κων/νο, για λειτουργία σχολείου για τα παιδιά και με δάσκαλο τον περισπούδαστο λόγιο και φίλο του Καποδίστρια Νικήτα Νικητόπουλο.

Στα 1829 το σχολείο φέρεται να λειτουργεί σε παλαιό κτίσμα βόρεια του σημερινού κτηρίου Συγγρού, δίπλα στο τότε νεκροταφείο της πόλης. Εκεί προφανώς παρέμεινε μέχρι την αποπεράτωση του νέου σχολικού κτηρίου που ο Κυβερνήτης είχε προωθήσει μετά από πρόταση της Δημογεροντίας του νησιού. Το σχολείο αφορούσε στην πρώτη βαθμίδα εκπαίδευσης και εφάρμοζε το αλληλοδιδακτικό σύστημα διδασκαλίας, κατά το οποίο οι μεγαλύτεροι και πιο νοήμονες μαθητές δίδασκαν τους μικρότερους. Το σύστημα είχε αρχικά επινοηθεί  για την εκπαίδευση των απόρων παιδιών από τον διάσημο Άγγλο εκπαιδευτικό Josef Lancaster. Ο Καποδίστριας επέλεξε αυτό το σύστημα διδασκαλίας για την Ελλάδα προφανώς λόγω των δυσκολιών εξεύρεσης δασκάλων. Κατ’ εντολή του το σύστημα εισήχθη και επίσημα στην Ελλάδα το 1828 από τον Γεώργιο Κλεόβουλο.

Για το κτίσιμο του νέου σχολείου συστάθηκε με την προτροπή του Κυβερνήτου  Επιτροπή της Αλληλοδιδακτικής Σχολής  από ντόπιους και άρχισε έρανος μεταξύ των κατοίκων για τη συγκέντρωση των χρημάτων. Ο ίδιος ο Κυβερνήτης συνέδραμε τον έρανο με 1000 γρόσια. Τον Ιούλιο του 1829 άρχισε η ανοικοδόμηση του σχολείου από φημισμένους Καλαβρυτινούς εργολάβους και με αρχιτεκτονικά σχέδια και εποπτεία  από τον Ολλανδό βαρώνο και περίφημο αρχιτέκτονα και μηχανικό Charles de Schaumbourg, (Σωμπούργκ) παλαιό γνώριμο του Καποδίστρια τον οποίο προσκάλεσε στην Ελλάδα για να εργαστεί στον Πόρο και την Αίγινα. Για την αποπεράτωση όμως του κτηρίου, επειδή τα λεφτά δεν έφταναν, με εντολή του Κυβερνήτου χορηγήθηκαν από την Επιτροπή Οικονομίας της Κυβέρνησης 3000 γρόσια, ενώ με τη συνδρομή των αξιωματικών του Ρωσικού στόλου που ναυλοχούσε τότε στο νησί  συγκεντρώθηκαν άλλα 250 δίστηλα = 3750 γρόσια.

Το νέο μεγάλο και όμορφο κτήριο τελείωσε και άρχισε να λειτουργεί τον Ιανουάριο του 1831. Είχε 5 αίθουσες και χωρητικότητα 300 μαθητών. Ο Ελληνικής καταγωγής διπλωματικός ακόλουθος του Pώσου ναυάρχου Ricord, Κωσταντίνος Μπαζίλι,  περιγράφει το αλληλοδιδακτικό Σχολείο ως εξής: «Πάνω από το λιμάνι, σε μια όμορφη τοποθεσία, χτίστηκε, με τη δωρεά κυρίως του στόλου μας, η τεράστια Σχολή του Λάνκαστερ».

Για την ιστορία να αναφέρω τους φημισμένους δασκάλους που δίδαξαν σε αυτό πρώιμο Ποριώτικο σχολείο: τους Νικηφόρο Παμπούκη, Νικήτα Νικητόπουλο, Νικόλαο Εκλεκτό και Λαμπαδάριο Αισωπίδη. Ήταν γνωστοί λόγιοι της εποχής που αναφέρονται στα επίσημα Αρχεία μας και ανθολογούνται σε Εγκυκλοπαίδειες.

Από σωζόμενη επιστολή του διοικητή Πόρου Αξιώτη επιβεβαιώνεται η θέση του σχολείου: «…εις το άνω μέρος του κρημνού κατά τον δρόμον του Κυβερνήτου και έχει πρόσωπον εις τον λιμένα …». Πρόκειται δηλαδή για το «Παλαιό Καποδιστριακό Σχολείο» που μνημονεύεται συχνά και στα μεταγενέστερα αρχεία του δήμου Πόρου, στο χώρο της σημερινής Χατζοπουλείου Δημοτικής Βιβλιοθήκης.

Το σχολείο λειτούργησε μέχρι την 1η δεκαετία του 1900, όποτε μεταφέρθηκε στο νεόδμητο τότε κτήριο Συγγρού.

Το γραφείο του Ι. Καποδίστρια στο Ιστορικό Εθνικό Μουσείο Αθηνών (φωτο Βικιπεδία)
Το γραφείο του Ι. Καποδίστρια στο Ιστορικό Εθνικό Μουσείο Αθηνών (φωτο Βικιπεδία)

Ο Καποδίστριας και ο Ναύσταθμός του Πόρου

Φθάνοντας ο Καποδίστριας στην Ελλάδα, βρήκε έναν πρόχειρα οργανωμένο Ναύσταθμο στον Πόρο, ήδη από το 1827, από τον διορισμένο ως Επιμελητή του Στόλου Ελβετό φιλέλληνα γιατρό Αντρέ-Λουΐ Γκος.

Η εγκατάσταση αυτή λειτούργησε μέχρι την μεταφορά της στο σημερινό ΚΕ/ΠΟΡΟΣ, ως εφοδιαστικό κέντρο μέσα στην πόλη του Πόρου, στο χώρο του σημερινού Γυμνασίου, και στεγαζόταν σε γειτονικά ιδιωτικά κτίσματα και πρόχειρα παραπήγματα, περιφραγμένα με ένα ξύλινο φράκτη.

Σε αυτό το χώρο, λειτούργησαν φούρνοι, ραφείο, νεώριο με μικρή εσχάρα για ανέλκυση και συντήρηση των σκαφών και αποθήκες πυροβολικού και υλικού αρμένων (ξυλεία, σχοινιά, πανιά, άγκυρες, τροχαλίες, κλπ).

Είχαν επίσης συγκροτηθεί και συνεργεία επισκευών των πλοίων, ενώ με τη συνδρομή του Γάλλου φιλέλληνα γιατρού Μπαγύ συστάθηκε σε ιδιωτικά κτίσματα ένα φαρμακείο, και ένα υποτυπώδες νοσοκομείο για την περίθαλψη ασθενών και τραυματιών.

Ο εκκλησιασμός του προσωπικού γινόταν στο παρακείμενο εκκλησάκι των Εισοδίων της Θεοτόκου, που τα αρχιτεκτονικά του στοιχεία μαρτυρούν ότι πρέπει να χτίστηκε αυτή την περίοδο, είτε για το σκοπό αυτό, είτε ίσως και για τον εκκλησιασμό του Κυβερνήτη Καποδίστρια, που όταν ήταν στον Πόρο, διέμενε σε διπλανό αρχοντικό.

Το Διοικητήριο του Ναυστάθμου στεγάστηκε σε γειτονικό κτίριο που διέθεσε ο Υδραίος ναύαρχος Γεώργιος Σαχτούρης. Το κτίριο κτίστηκε γύρω στα 1830 από τον Ολλανδό αρχιτέκτονα Σαρλ ντε Σωμπούργκ που όπως είδαμε, έχτισε και το σχολείο.

Μέσα στο χώρο του Ναυστάθμου και στις ακτές Μικρού & Μεγάλου Νεωρίου, κατασκευάστηκαν ναυπηγικές εσχάρες, στις οποίες τα επόμενα πενήντα χρόνια που ο Ναύσταθμος παρέμεινε στον Πόρο, ναυπηγήθηκε μία σειρά από 27 μάχιμα πλοία του Στόλου μεσαίου (400-700 τον.) έως και μεγάλου εκτοπίσματος (700-1000 τον.), καθώς και πολλά άλλα μικρότερα σκάφη.

Μετά την αποχώρησή του Γκος το 1828, ο Κυβερνήτης Καποδίστριας ανέθεσε  στον Βρετανό αξιωματικό Ναυτικού Φρανκ Άστιγξ και στον Υδραίο ναύαρχο Μανώλη Τομπάζη να φτιάξουν τα σχέδια για μία σύγχρονη ναυπηγο-επισκευαστική μονάδα στον Πόρο. Ο Άστιγξ έφτιαξε τα σχέδια, όμως λόγω του απρόσμενου ηρωικού θανάτου του, τα υλοποίησε σταδιακά τα επόμενα χρόνια, ο ναύαρχος Μανώλης Τομπάζης.

Επίσης, με εντολή του Καποδίστρια ανακατασκευάστηκε από τον Βαυαρό συνταγματάρχη Χάιντεκ, και εξοπλίστηκε με πυροβολεία το παλιό Βυζαντινό ναυτικό οχυρό της νησίδας Μπούρτζι, στον ανατολικό όρμο του νησιού, που έμελλε να παίξει σοβαρό ρόλο στη θλιβερή ανταρσία του Μιαούλη τον Αύγουστο του 1831, και να ανατιναχτεί το φρούριό του.

Στην Δ΄ Εθνοσυνέλευση, στα 1829, στο Άργος, μετά από εισήγηση του αρμόδιου Υπουργού Ναυτικών Αλεξ. Μαυροκορδάτου αποφασίστηκε και δρομολογήθηκε αμέσως μετά, η μεταφορά του Ναυστάθμου από τη σημερινή θέση του Γυμνασίου, στο ΒΑ άκρο της Σφαιρίας, στην ενωμένη τότε αμμώδη ακτή μεταξύ του σημερινού γηπέδου και της πλαζ του νεκροταφείου.

Ο Κυβερνήτης έδειχνε συνεχώς το έντονο ενδιαφέρον του για τα έργα της νέας εγκατάστασης του Ναυστάθμου, που άρχισαν αμέσως και με την προσωπική του εποπτεία κα έχοντας και εδώ αρχιτέκτονα και μηχανικό τον Ολλανδό βαρώνο Σωμπούργκ. Σε λίγους μήνες όμως, και αφού δαπανήθηκαν και 62.000 φοίνικες επί πλέον, η απόφαση μετεγκατάστασης επανεξετάστηκε, η τοποθεσία κρίθηκε τελικά αλίμενη και επισφαλής στους καιρούς και σε αιφνίδιες εχθρικές επιδρομές, κι έτσι τα έργα στα μέσα του 1830 σταμάτησαν.

Τότε ο Καποδίστριας ζήτησε από τους Ρώσους να αγοράσει τις αποθήκες της Ναυτικής Ρωσικής Υπηρεσίας που ήταν ήδη χτισμένες στη σημερινή θέση του ΚΕ/ΠΟΡΟΣ γιατί ο χώρος αυτός είχε κριθεί προσφορότερος για εγκατάσταση του Ελληνικού Ναυστάθμου.

Έτσι οι Ρώσοι έχτισαν νέες αποθήκες στη σημερινή θέση του Ρωσικού Ναυστάθμου, όπως από τότε ονομάζεται, και οι εγκαταστάσεις τους μεταφέρθηκαν οριστικά εκεί, από τις αρχές του 1831.

Η μετεγκατάσταση τελικά έγινε αργότερα στα  κτίσματα  και στα παραπήγματα που άφησαν οι Ρώσοι αποχωρώντας, και τα οποία και αγοράστηκαν τελικά αργότερα από το Ναυτικό, στα 1834.

Το μοιραίο καλοκαίρι του 1831 στον Πόρο. 

Στην Ελλάδα του 1830-31 είχε διογκωθεί μία οξύτατη αντιπολιτευτική δράση στο έργο του Κυβερνήτη, με κυρίαρχη την Ύδρα που εξελίχτηκε μέχρι τον μοιραίο Ιούλιο του 1831, στον ισχυρότερο ανά την Επικράτεια πόλο αντίδρασης. Εκεί συνέρρεαν καθημερινά αντιφρονούντες στο έργο του Κυβερνήτη από όλα τα μέρη της Ελλάδας με κοινή απαίτηση την επείγουσα σύγκληση Εθνοσυνέλευσης για τη λύση του Συνταγματικού προβλήματος και τον περιορισμό των εξουσιών του Κυβερνήτη.

Σ’ αυτό τον πόλο αντίδρασης είχαν ενταχθεί και οι Ποριώτες της εποχής. Οι Ποριώτες δεν είχαν ιδιαίτερους λόγους να αντιταχθούν στον Κυβερνήτη. Ο Καποδίστριας, όπως είδαμε και πριν, είχε φροντίσει προσωπικά για την εκπαίδευση, την ευταξία και τον εξωραϊσμό της πόλης, καθώς και για την οργάνωση του Ναυστάθμου, δίνοντας μεγάλη ώθηση στη ζωή, στην οικονομία και στην κοινωνική ανάπτυξη του νησιού. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα ευφορίας, οι Ποριώτες είχαν αρχίσει να συμμετέχουν ενεργότερα στα πολιτικά και κοινωνικά δρώμενα της εποχής. Και επί πλέον είχαν και τις περιουσίες τους ανέκαθεν στην απέναντι Τροιζηνιακή ακτή, με το χρυσοφόρο Λεμονοδάσος και τους γλαυκούς και καρποφόρους ελαιώνες στο Καραπολίτι και στα Τσελεβίνια, και βίωναν λιγότερο από άλλους Έλληνες την οικονομική καχεξία του νεοσύστατου κράτους τους.

Εν τούτοις, είτε η παραδοσιακή γειτονική φιλία με την Ύδρα, είτε η συνεχής παρουσία των Υδραίων ναυτικών στο Στόλο και στο Ναύσταθμο μέσα στον Πόρο την εποχή εκείνη, είτε τέλος διότι ήταν συντροφοναύτες με Υδραίους και Σπετσιώτες στα πλοία σε όλους τους πρόσφατους ναυτικούς αγώνες της Επαναστάσεως και είχαν και διεκδικήσεις κάποιων δεδουλευμένων αμοιβών, τους οδήγησε στην πλειονότητά τους σε πλήρη συμφωνία με τους Υδραίους στην πολιτική τους ενάντια στον Κυβερνήτη˙  με τις μοιραίες γι’ αυτούς συνέπειες.

Εν τω μεταξύ οι Υδραίοι, αντιδρώντας άμεσα σε ένα μυστικό και ριψοκίνδυνο σχέδιο του Καποδίστρια με τον τότε ναύαρχο του Στόλου Κανάρη για αποκλεισμό της Ύδρας, έστειλαν στον Πόρο τον Μιαούλη με αριθμό ενόπλων, οι οποίοι από τις 14 Ιουλίου κατέλαβαν προληπτικά το Στόλο, τον Ναύσταθμο και το οχυρωμένο νησάκι Μπούρτζι, ώστε να εμποδιστεί το κυβερνητικό σχέδιο και να αποκατασταθεί η τάξη με σύνεση και χωρίς χρήση βίας. Στο κίνημα προσχώρησε και ο στρατιωτικός διοικητής Πόρου Χριστόδουλος Μέξης με τους περισσότερους Ποριώτες, και όπλισε 100 στρατιώτες του που κατέλαβαν καίριες θέσεις στο νησί.

Ακολούθησαν θλιβερά γεγονότα, με τον αποκλεισμό του νησιού από τους Ρώσους, το αδιέξοδο των διαπραγματεύσεων, και την κλιμάκωση της έντασης που οδήγησε σε συγκρούσεις με νεκρούς, τραυματίες, και εκτεταμένες ζημιές στα πλοία, καθώς και την εγκατάλειψη της πόλης από τους έντρομους κατοίκους της.

Η μοιραία κατάληξη ήταν η ανατίναξη από τον Μιαούλη των 2 από τα καμάρια του Στόλου, της φρεγάτας ΕΛΛΑΣ και της κορβέτας ΥΔΡΑ, και η καταστροφή του φρουρίου στο νησάκι Μπούρτζι, ενώ οι στασιαστές κατάφερναν τελικά να διαφύγουν στην Ύδρα. Τραγική ειρωνεία αν σκεφτεί κανείς πως ο γενναίος εκείνος ναύαρχος ανατινάζει τα πλοία με τα οποία, μόλις πριν λίγα χρόνια, είχε ο ίδιος καταγράψει τη ναυτική του εποποιία ενάντια στον κατακτητή.

Μετά τον οδυνηρό αυτό τερματισμό της ανταρσίας, τα κυβερνητικά στρατεύματα και οι άτακτοι ενέσκηψαν στον Πόρο. Ο τακτικός στρατός ανακατέλαβε τον Ναύσταθμο και τα πλοία, ενώ οι άτακτοι του Νικηταρά επιδόθηκαν επί 3 ολόκληρες μέρες σε ανελέητες λεηλασίες και πυρπολήσεις κατοικιών και περιουσιών στο νησί, που ήταν πια στο έλεος της θηριωδίας τους.  Οι καταστροφές που έγιναν από αδελφικά χέρια, ήταν ανυπολόγιστες και δυστυχώς επηρέασαν διαχρονικά την κοινωνική κι πολιτισμική εξέλιξη του τόπου μας.

Από την πύρινη λαίλαπα καταστράφηκαν, σπίτια, περιουσίες, αλλά και ιστορικά αρχεία από τον Αγώνα και όχι μόνο, των περισσοτέρων επιφανών Ποριωτών της εποχής. Και έτσι χάθηκε οριστικά η ζωντανή ανάμνηση και ο συνδετικός κρίκος της ιστορικής εκείνης εποχής του τόπου με όλες τις μεταγενέστερες. Χάθηκε η χειροπιαστή επαφή των Ποριωτών προκρίτων, καπεταναίων, ναυτών, όλου του απλού κόσμου της εποχής με τους απογόνους τους. Κι έμεινε η προφορική μόνο παράδοση, συρρικνωμένη και πληγωμένη και αυτή θανάσιμα απ’ το βραχνά της λησμονιάς, της ημιμάθειας, της αθρόας μετοίκησης σ’ άλλους τόπους, της αλλοίωσης της φυσιογνωμίας του νησιού, της αποκοπής από τη ιστορική συνέχεια κι απ’ τον ομφάλιο λώρο των προγονικών ποριώτικων εστιών.

Το εμφυλιοπολεμικό κλίμα που επικράτησε το θλιβερό εκείνο καλοκαίρι στον Πόρο, εκτός των άλλων δεινών,  πυροδότησε και την αντίστροφη μέτρηση για τη φρικτή και ολέθρια κατάληξη του μέλλοντος που θα είχε ο Κυβερνήτης. Η στυγερή δολοφονία του δύο μήνες αργότερα, στέρησε το Έθνος από το μοναδικό στήριγμα της ασφάλειας και της σιγουριάς, αλλά και τη βασική ελπίδα αναγέννησης και σωστής θεμελίωσης των θεσμών του. Ο πρόωρος χαμός του και σε μία κρίσιμη στιγμή ήταν αναμφίβολα μία τεράστια εθνική συμφορά.

Οι Δημογέροντες και το Κοινό του Πόρου μέσα από τα συντρίμμια και τα αποκαΐδια του νησιού τους, και συγκλονισμένοι από τη στυγερή δολοφονία, έδειξαν μεταμέλεια για τη στάση τους απέναντι στον ευεργέτη του τόπου τους. Στις 16 Οκτωβρίου, λίγες μόνο μέρες μετά την αποφράδα της δολοφονίας, έστειλαν επιστολή ευπείθειας προς την Γερουσία, εκφράζοντας και την οδύνη τους για τη φοβερή απώλεια.

Και αργότερα, στα 1883, στις μέρες του πολυπράγμονα δημάρχου Σπύρου Καραμάνου ο δήμος Πόρου έστησε σε πλατεία του νησιού την προτομή του, φιλοτεχνημένη  από τον περιώνυμο γλύπτη του 19ου αιώνα Ιωάννη Κόσσο, για να τιμήσει τον αείμνηστο Κυβερνήτη για τις πλείστες όσες ευεργεσίες του στο Ελληνικό έθνος και στο νησί μας.

Αυτό τον ίδιο φόρο τιμής αποτίνουμε και εμείς με τη παρούσα εργασία μας.

                                                         Γ ι ά ν ν η ς     Μ α ν ι ά τ η ς

___________________________________________

[stextbox id=”grey”]Με αφορμή αυτό το υπέροχο άρθρο και την φυσιογνωμία του μεγάλου αυτού ηγέτη του Ελληνισμού, η Διασπορική Λογοτεχνική Στοά καλεί όλους που έχουν κάτι να σημειώσουν ή να γράψουν γι’ αυτό τον πραγματικό πατριώτη να μας το στείλουν για να δημοσιευθεί στο αφιέρωμα τούτο. Μεγάλη μας τιμή να λεγόμαστε συμπατριώτες του Ι. Α. Καποδίστρια[/stextbox]

2 thoughts on “Ο Καποδίστριας στον Πόρο”

  1. ΑΓΑΠΗΤΕ ΜΟΥ ΦΙΛΕ ΙΑΚΩΒΕ,
    ΝΙΩΘΩ ΕΙΛΙΚΡΙΝΑ ΜΕΓΑΛΗ ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ ΓΙ’ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΑΝΑΡΤΗΣΗ. ΕΚΤΙΜΩ ΑΦΑΝΤΑΣΤΑ ΤΗΝ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΣΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΥΨΗΛΟ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ ΑΓΑΠΗΣ ΠΟΥ ΤΡΕΦΩ ΓΑΙ ΤΟΝ ΠΟΡΟ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΚΑΤΟΙΚΟΥΣ ΤΟΥ.
    1000 ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ.
    ΜΕ ΕΞΑΙΡΕΤΗ ΤΙΜΗ
    ΑΡΙΣ ΑΝΤΑΝΗΣ
    (ΕΚ ΠΟΡΟΥ ΟΡΜΩΜΕΝΟΣ)

  2. Εμείς οι Ποριώτες δείχνουμε ιδιαίτερη ευαισθησία στο όνομα Καποδίστριας. Εγώ προσωπικά έχω ανάμικτα συναισθήματα. Νιώθω υπερηφάνεια κι απογοήτευση. Συχνά αναρωτιέμαι τι θα ήμασταν σαν Έθνος αν τον είχαμε αφήσει να ζήσει. Αλλά το κάρμα αυτού του λαού επέβαλε τον νόμο του. Τον δολοφονήσαμε για να μπορούμε με την άνεσή μας να σκοτωνόμαστε σε εμφυλίους και να χρεωκοπούμε ξοδεύοντας ασυλλόγιστα ξένα λεφτά! Και η ειρωνία είναι πως ο δολοφόνος του, ο Γεωργάκης Μαυρομιχάλης, ήταν ένθερμος υποστηρικτής του! Σε ανύποπτο χρόνο μάλιστα είχε λογομαχήσει με τον Παπαφλέσσα, ο οποίος επέμενε (ορθά κατά τη γνώμη μου) πως δεν έπρεπε να εμπλέξουν τον Καποδίστρια στην Ελληνική επανάσταση, στην πρώτη τουλάχιστον φάση της. Τον ήθελε για συνήγορο των εξεγερμένων στα Ευρωπαϊκά φόρα.

Comments are closed.