Νέρεμα

Share

Συνεχίσαμε μόνες μας με τη μητέρα μου αυτό ταξίδι του μέλλοντος. Δεν ήταν πια μακριά το τέλος. Στο Σταν θα μας περίμενε ο πατέρας μου που ταξίδευε συχνά εκεί για τις δουλειές του.

Το μαγικό τοπίο του Στάνλεϋβιλλ θα το βρω κάποια μέρα στον ύπνο μου, ή ακόμα σε μια άλλη ζωή που ονειρεύομαι ακόμα. Από κάτω ένα μεγάλο πλατύ, κόκκινο ποτάμι. Ο Κόνγκος! Αυτοκρατορικός όπως τον γνώρισα κι αργότερα. Ήμουν στη χώρα των υδάτων! Η σκηνή αιχμαλώτιζε για χρόνια το μυαλό μου. Τίποτε, πουθενά σαν το Σταν. Τίποτε πουθενά δεν θα υπήρχε για μένα πιο επιβλητικό, στη φυσική του κατάσταση. Σε τίποτε, πιστεύω, δεν ανήκω περισσότερο απ’ ό,τι στη μαγεία αυτού του ποταμού.

Το χώμα κάτω κόκκινο. Μια θάλασσα πράσινη από δέντρα, δεμένα σφιχτά μεταξύ τους. Δεν μπορώ να μην γίνομαι ποιητική, ποτέ μου ίσως δεν θα μπορέσω να βρεθώ πιο κοντά στο Σταν του πενήντα όσο τώρα. Ο αγέρας καθαρός και θυμάμαι πως δεν έκανε ζέστη. Φτάναμε επί τέλους στο τέρμα. Εκεί ήταν, εκεί θα ήταν ο πατέρας μου.

Τον είδα και θυμήθηκα το χαμόγελό του. Πλατύ κι αγαπητό. Αυτό που θα μου είχε λείψει. Γι’ αυτό είχαμε έρθει. Για τη θαλπωρή ενός σπιτιού. Για εκείνη τη σιγουριά είχαμε έρθει. Μα είχαμε αφήσει κάποιον άλλον πίσω. Κι είχαμε αφήσει και τη θάλασσα…

Κατεβήκαμε τη σκάλα του αεροπλάνου λίγο πιο πριν, και θ’ αναρωτιόμουν πολλά. Ακόμα και τυφλή θα τον αναγνώριζα. Φορούσε μια κάσκα και μια στιγμή μου φάνηκε γελοίος. Κάσκα… αλλά δε φορούσε όπως τους άλλους κοντό παντελονάκι, κάλτσες ψηλές με πομπονάκι κάτω από το γόνατο. Οι λευκοί ήταν το ανώτερο στοιχείο στο Κονγκό του τότε. Με το ύφος το γνωστό του ρατσισμού, έτοιμοι να κάνουν την επόμενη παρατήρηση, την επόμενη κομπορρημοσύνη. Τον ρατσισμό δεν τον καταλαβαίνεις παρά μετά, όταν έχεις ζήσει χρόνια μέσα στις φυλετικές διακρίσεις του, κι όταν προσπαθείς να βγάλεις από πάνω σου ό,τι τυχόν μπόρεσε να σου μολύνει.

Είχε μια γοητεία και την ομορφιά του ακόμα, ο πατέρας μου, όπως ακριβώς την γνώριζα. Η γοητεία αρχίζει από την φυσικότητα και ό,τι έκανε, όσα χρόνια τον γνώριζα, ήταν απλά και φυσικά. Η μητέρα μου έτρεξε, έπεσε απάνω του κλαίγοντας. Είχε σκύψει να με πιάσει. Ερμουλλίμ μου, Ερμουλλούδιμ μου, κι αυτή είναι η κυπριακή εκδοχή του Ερμελίν! Του άρεσε να μου το αλλάζει το όνομα, να βρίσκει τρόπο το κάνει ακόμα και το υποκοριστικό μου αλλιώτικο. Κανένας άλλος δε με φώναζε έτσι.

Σιωπούσα, το θυμάμαι. Τι να πω; Έμενα για ώρες χωρίς φωνή όταν ήμουν μικρή. Ύστερα, εκείνη τη στιγμή, χωρίς να το πολυσκεφτώ, είχα κάνει ό,τι είχε κάνει και η μητέρα μου. Έτρεξα με φόρα. Με σήκωσε ψηλά και φώναζα «παπαλλή μου», η κυπριακή εκδοχή του μπαμπακούλη μου. Τη φωτογραφία δεν την σώσαμε, χάθηκε στον πόλεμο των ανταρτών κάποια χρόνια αργότερα. Με είχε απαθανατίσει ο ίδιος την ώρα που έτρεχα πάνω του. Βγάλαμε πολλές φωτογραφίες, τότε στο Στάνλεϋβιλ. Κλαίγαμε, γελούσαμε. Το είχαμε ζήσει τόσο το κλάμα και το γέλιο που έσμιγαν σε ένα, για όλα τα όμορφα το ένα, για όλα τα οικτρά μας, που γίνονταν την ίδια ώρα.

Πήγαμε σε κάποιου γνωστού το σπίτι. Είχε δουλειές στην πρωτεύουσα της επαρχίας, ο πατέρας μου. Αυτό ήταν το Σταν, η πρωτεύουσα της Ανατολικής Επαρχίας του Βελγικού Κονγκό, της Province Orientale. Μεγάλα μαγαζιά και Ευρωπαϊκό περιβάλλον. Βελγίδες με κοντές φουστίτσες, ρακέτες στα χέρια, δακτυλίδια ακριβά με διαμάντια στα δάκτυλα, αμερικάνικα αυτοκίνητα, και το στοιχείο που βλέπεις πέρα από τη μύτη. Μια έκσταση. Μια μαγεία στις τόσες διαφορές. Πολλές και ασήκωτες διαφορές που μετρούν πόλους και διαμέτρους, αμέτρητες διαμέτρους. Οι μαύροι! Εκατοντάδες, χιλιάδες. Γυμνοί. Ολόγυμνοι. Ποτέ από εκείνη την πρώτη μέρα δεν γύρισα να δω τη φύση τους, όσο κι αν προσφερόταν ελεύθερα στο μάτι. Ξεπηδούν όπως γυμνές και οι αναμνήσεις… Αθλητικοί, γεροί, υπόδουλοι, σε βλέπουν σαν να είσαι βασιλιάς, σκύβουν σχεδόν, όταν περνάς. Σε προσκυνούν. Τι τους είχαν κάνει, προς θεού; Δεν μπορούσα τότε να το ξέρω. Μετακόμιζα σε ρατσιστικό περιβάλλον, ένα περιβάλλον που δεν θα καταλάβαινα, παρά χρόνια μετά.

Τι έκανε ο άνθρωπος στον άνθρωπο εκεί; Σε περιεργάζονται. Σου χαμογελούν. Σκύβουν το κεφάλι τους. Σε χαιρετούν σχεδόν γονατιστοί. Μυρίζουν, ορισμένοι βαρύ καπνό, άλλοι κάτι που δεν μπορείς να βάλεις σε λόγια, καπνό από χόρτα, φύση, ιδρώτα, όλα μαζί, μυρίζουν ζήση, τροπικά δέντρα, καλύβα και κλεισούρα, κάπνια, βροχή και χώμα κι ακόμα καθαρό νερό της βροχής. Φορτία στο κεφάλι ασήκωτα τα καλάθια με τις πραμάτειες. Περιμένουν στη γωνιά να ρίξει ένας λευκός ένα τσιγάρο. Τρέχουν να το πάρουν, το μοιράζονται. Φανταχτερά kitengi, τα κιτένγκια, όπως τα λέγαμε, οι πολύχρωμοι χιτώνες που φορούν οι μαύρες γύρω από το σώμα τους, σε γυναικεία σώματα και λερωμένα από την κόκκινη σκόνη και τον ιδρώτα φανελάκια, όσοι άντρες τα φορούσαν. Καθαρά φανελάκια, άλλοι, και καθαρά πεντακάθαρα δόντια όλοι. Μα και βρωμιά μα και απλυσιά. Σκόνη. Καθαρά δόντια όλοι, ναι. Και όταν λέω όλοι αυτό εννοώ. Ξυπόλυτοι σχεδόν όλοι. Άρρωστοι, άλλοι. Να κρατούν κομμάτια από ξύλο που έφτιαχναν με την άκρη τους τούφες και τα χρησιμοποιούσαν για να διώχνουν τις μύγες. Λεπροί! Υπάρχουν ακόμα πολλοί λεπροί στην περιοχή. (Έχει ιδρυθεί ειδικό νοσοκομείο για του λεπρούς της περιοχής μας από τις Ιταλίδες καλόγριες που είναι τώρα εκεί.) Άλλοι με ελεφαντίαση. Με τεράστιες κήλες, με πληγές, βαμμένοι με χρώματα. Μύριζαν άσχημα ορισμένοι. Μύριζαν δυνατά μια μυρωδιά που δεν θα μπορέσω να περιγράψω. Παιδιά, με μεγάλα, μάτια με έκφραση, μάτια χωρίς έκφραση άλλα, γεμάτα απορία, ανάγκη, άλλα τόσο εκφραστικά ανέκφραστα. Όμορφα παιδάκια, στην πλάτη των μανάδων τους. Βελούδινα σώματα. Πονεμένα σώματα. Μικρά παιδιά με φορτία στο κεφάλι. Μουσίκες, οι μαύρες nanny που λέγαμε musika, που στα Swahili σημαίνει κοπελίτσα, με λευκά παιδιά στα χέρια τους, κρεμασμένα στη μέση τους. Καλάθια τεράστια και δεμάτια από ξύλα στο κεφάλι. Παιδιά στις πλάτες, παιδιά με μεγάλες κοιλιές και με κίτρινα ασπράδια ματιών. Φωνές, γέλια, γλώσσες που δεν καταλάβαινα. Λέξεις που δεν καταλάβαινα. Yambo, yamboeeeeeeeee, yambo mototo, Γιάμπο, γιάμπο εεεεεεεεε, γιάμπο μουτότο. Καλημέρα, καλημέρα σου καλημέρα παιδί. Αυτό το «γιάμπο» το είχα μάθει αμέσως, όλη μέρα μπορεί να το πει κανείς. Είναι στα Κισουαχίλι, δηλαδή στα Σουαχίλι του Κονγκό. Yambo bwana, γιάμπο μπουάνα, καλημέρα κύριε, καλημέρα εσύ ο «υπεράνω όλων». Όλοι με μια έννοια, αυτή του surviving the day ahead. Αααα,κάτι μ’ ενοχλούσε, σίγουρα!

Δεν αρέσει σ’ ένα παιδί αυτό που βλέπει. Γιατί δεν υπήρχε καμιά γέφυρα μεταξύ της Λεμεσού και των Πολεμιδιών και του Σταν της δεκαετίας του πενήντα. Δεν είχα μάθει να απέχω από τον άνθρωπο, δεν είχα μάθει να σκέφτομαι αν θα εκφράσω αυτά που αισθάνομαι τώρα ή αργότερα…είχα μάθει σε μια σιγουριά κουλτούρας που τώρα έμπαινε σε περιθώριο, γινόταν περιστασιακή γινόταν αταίριαστη με το χώρο. Ήμουν μια μικρή λευκή στο χώρο τίποτε παραπάνω, και η κόρη ενός λευκού που είχε δικαιώματα σε άλλες ψυχές, που μπορούσε να διατάζει. Δεν μου άρεσε αυτό καθόλου. Και θα περίμενε να το εκδηλώσει κάποτε αυτό η μικρή μου ψυχούλα. Μα τότε, εκείνη τη μέρα όλα ήταν τόσο παράξενα. Και η υπομονή ενός παιδιού ας ξεπερνούσε αργότερα αυτή του Ιώβ.

Καλημέρα Έρμα μου, στη μεγάλη κοινωνική ανισότητα. Αυτή η διαφορά ήταν μια είσοδος στον κήπο των κακών «θαυμάτων» που μόλις είχα δρασκελίσει. Δεν υπήρχε μεταξύ του χθες της Κύπρου και του τώρα της Αφρικής παρά η διαφορά στο Κάιρο, ο σταθμός στο Χαρτούμ και στην Τζούμπα και οι ελάχιστες ώρες που με χώριζαν από τον προηγούμενο παιδικό μου κόσμο. Πόσο σοκ και πόση καταγραφή να είχα φορτωθεί. Και φόβο ίσως. Μα ένα ήταν το σίγουρο πως από εκείνα τα πρώιμα χρόνια δεν υπήρξαμε σχεδόν ποτέ μια οικογένεια ολόκληρη, πάντα κάποιος θα έλειπε, και η άφιξή μου στην Αφρική μάρκαρε και μια μελλοντική και εκ των πραγμάτων αποχώρηση μου όχι μόνο από τα πλαίσια της οικογένειας αλλά και από τα πλαίσια της πατρίδας. Πόσα να είχα αποδεχτεί ή πόσα να απαρνιόμουν ή δεχόμουν την ώρα ακριβώς που τα έβλεπα; Δεν μπορώ να το γνωρίζω σήμερα. Δεν θα το γνωρίσω ποτέ ίσως. Και ίσως για τούτο να σιωπούσε η Σφίγγα.

Μα περπατούν ξυπόλυτοι στη γη; Το αναρωτιέσαι. Γη κόκκινη γεμάτη δέντρα, κόκκινες πετρίτσες, kenzi, κέντζι το λένε, να περπατάς σαν να είσαι βασιλιάς. Σταν το λένε. Ανισότητα, ναι, μεγάλη ανισότητα, μεγάλη η διαφορά. Ρατσισμός; Α, ναι! Με κεφαλαίο το ΝΑΙ! Και λευκοί, λευκοί που δεν φοβούνται, που είναι δικό τους το σήμερα, που είναι δικό τους το αύριο και που φορούν παπούτσια και πολύτιμες πέτρες βγαλμένες από τη γη εκείνων που περπατούν ξυπόλυτοι. Δεν δίνουν σημασία σε τίποτε, οι λευκοί. Πουλούν κομμάτια μπαμπού οι μαύροι, αυτοί που δεν φορούν παπούτσια, πουλούν μπανάνες, φιστίκια φρέσκα, γλυκά και αλμυρά ταυτόχρονα. Μύριζαν ζωή οι ακακίες γύρω. Απλώνονται σεντόνια στη γη τα άγρια λουλούδια τους και σαν βιτρίνα φύσης η γη όλη, για το πάμφθηνο ελεφαντόδοντο που απλωνόταν σαν πραμάτεια κατάχαμα. Όλα μια αγορά. Χιλιάδες κομμάτια τέχνης. Απλώνονται σεντόνια για τα δέρματα και τα κομμάτια της λεοπάρδαλης. Πουλιόταν η φύση, το κυνήγι το δέρμα, αλλά κανένας δεν μπορούσε ν’ αγοράσει τα χαμόγελα. Αυτοί που τα είχαν όλα δεν είχαν δυστυχώς το στήθος να τα χωρέσουν. Τα μάτια είναι χορτάτα από το δέρμα λεοπάρδαλης. Ακόμα και το δέρμα οκάπι. Δέρμα κροκόδειλου. Πεταλούδες σε κάδρα. Φίδια, πελώρια δέρματα, για ένα φράγκο το ένα. Καλαθένια καπέλα με φτερά παπαγάλων κόκκινα. Απίθανα μαχαίρια, που δεν είχα ξαναδεί. Και κανίφου, (μαχαίρια τσέπης) με τη ζωγραφιά των οκάπι πάνω. Ο ήλιος σημαδεύει με δοξάρια το κόκκινο μεγάλο πλατύ, πελώρια πλατύ ποτάμι. Γεμάτες οι όχθες του ήταν όταν το πρωτοείδα. Γεμάτες με ψαράδες, να μαζεύουν με πελώρια καλάθια το φαγητό τους, του ποταμού που μπήκε σαν τροφή μέσα μου, του ποταμού αυτού η γιορτή δεν περιγράφεται.

Είχα ζητήσει από τον πατέρα μου να δω από κοντά το ποτάμι. Το αγάπησα από ψηλά και για πάντα. Για το τότε και το σήμερα. Όλα παράξενα αλλά για μια μικρή ύπαρξη άρχιζαν να λέγονται δικά. Και τα αισθήματά μου για την ζωή θα ανταγωνίζονταν την μεγαλειότητα του Κόνγκου ποταμού. Δεν έχω ξαναδεί πιο όμορφο πράγμα στον κόσμο. Και η μουσική και η χαρά και οι παρόλες, και η όμορφη φτώχεια. Σταν το λένε. Και μουσική ευρωπαϊκή και μαύρικη. Και μπύρα… μαύροι, λευκοί, όλοι μπύρα έπιναν.

Την ίδια νύκτα πήγαμε σε μια λέσχη ελληνική και το φαγητό ήταν τόσο πολύ που πετιόταν. Και περίμεναν όλοι να το μαζέψουν και οι υπηρέτες των εστιατορίων τους έδιωχναν. Πλούτη και κέρδη, σπατάλη και … να είναι πάντα καλά αυτός που σημαδεύει τις αδικίες.

Καλωσόρισες στο δυτικό κόσμο, Έρμα, δια μέσου του Κονγκό, που θα έμενε για χρόνια μια «τσέπη» γεμάτη απ’ όπου όλοι θα έπαιρναν κάτι βαρύ και ακριβό, εκτός από την αδικία στο ιθαγενές στοιχείο του, τουλάχιστον τότε. Ω ναι, την είχα δει την αδικία εκείνη ακριβώς τη μέρα και δε νομίζω να ήμουν ιδιαίτερα εντυπωσιασμένη. Από εδώ οι πλούσιοι κι από εδώ οι φτωχοί. Ενδιάμεσα; Τίποτε σχεδόν. Μια σχισμάδα χωρίς ηχώ. Μια ανισότητα που γνώρισα και στην Κύπρο, από το σπίτι στη Γλάδστωνος μέχρι τα Πολεμίδια. Σε μια απόσταση ενάμισι μιλίου. Μόνο που μπήκε στο πετσί μου από τότε η ιδέα τού να ανήκω στον άνθρωπο, όχι στα συστήματά του και την ύλη του. Θα ξαναζούσα πολλές φορές τα ίδια, όπου κι αν πήγαινα.

Κοιμήθηκα ανάμεσα από δυο μεγάλες κόκκινες πολυθρόνες. Ήταν τίγκα από υπηρέτες το σπίτι. Σαν να συναγωνίζονται οι λευκοί ποιος έχει τον καλύτερο, ποιο σπιτικό έχει τους περισσότερους. Το πρωί, θυμάμαι, μου έφεραν μαζί μ’ ένα γάλα, που δεν ήταν σαν αυτό της γιαγιάς μου, κι ένα πιάτο πόριτζ. Είχε κρυμμένο μέσα ένα μεγάλο χάπι. Άκουσα να το λεν κινίνο. Είπαν ότι όλα τα «ασπράκια» πρέπει να το πίνουν, για να μην αρρωστήσουν με μαλάρια. Ήταν από τα λίγα κινίνα που ήπια. Εγκλιματίστηκα αμέσως στο τροπικό κλίμα, έτσι που δε γνώρισα τη μαλάρια με τον τρόπο που την γνώρισαν οι άλλοι λευκοί. Σε λίγους μήνες θα γινόμουν μια από τους λίγους, μια μαύρη με λευκό χρώμα! Και θα ζούσα με πάθος τη ζωή που πρόσφερε αυτή η Ήπειρος, αυτή η νέα πατρίδα. Μα είχα να περάσω πρώτα από τα όχι των λευκών. Είχα να γίνω πρώτα μια λευκή. Γιατί με το χρώμα μόνο την εποχή εκείνη δεν το ήσουν. Μα έγινα δική τους από την πρώτη εβδομάδα, δεν θα αρρώσταινα παρά μονάχα από τις “αρρώστιες” των λευκών και κυριολεκτικά και συμβολικά.

Όταν ήρθε η ώρα βάλαμε τις βαλίτσες σε μια καμιονέτα De Soto και πήραμε δρόμο για το βορρά. Θα πηγαίναμε για το Paulis (ή Πώλις, όπως το λέγανε οι δικοί μας) κι απ’ εκεί στο δρόμο για την Rungu, που δεν είναι μακριά από τον ποταμό Uélé (Ουελέ) που τα νερά του ταξιδεύουν από ανατολικά προς τα δυτικά, κάπου 1210 χιλιόμετρα, από κάποια βουνά κοντά στη Λίμνη Albert (Αλμπέρ) και θα φτάσουν και θα ενωθούν με τον ποταμό Mbomou, στη Γιάκομα της Κεντρώας Αφρικής και ενωμένοι πια οι δυο ποταμοί θα σχηματίσουν τον ποταμό Ubangi (Ουμπανγκί), που με τη σειρά του χύνεται στον Κόνγκο ποταμό. Ο Ουελέ σχηματίζεται επίσης από τον ποταμό Dungu (Ντουνγκού) κοντά στην ομώνυμη πόλη στα βόρεια του Κονγκό, και όχι πολύ μακριά από κει που μεγάλωσα, και σχηματίζει τον Ουελέ ενωμένο πια μαζί με τον Kibali. Μεγάλος παραπόταμός του είναι ο Bomokandi. Εκεί κοντά στον Μπομοκάντι μεγάλωσα και όχι μακριά από την αγαπημένη μου Ρουνγκού που πήρε το όνομά της από ένα χείμαρρο του Μπομοκάντι που ρέει με μεγάλη φόρα και σχηματίζει απίθανες στροφές και μικρούς καταρράκτες, όπου ζει ακόμα η σκέψη μου… στον ποταμό Rungu με τις καθολικές ιεραποστολές του. Εκεί στη Ρουνγκού ο αγαπημένος μου ποταμός, ο θρυλικός μου ποταμός ο Bomokandi. Εκεί στην περιοχή του Paulis και έξω από αυτό, λίγο πιο βόρια, σαράντα δύο χιλιόμετρα, στα δάση της Ρουνγκού και του Μπομοκάντι και το μικρό χωριό Νιακπού, και όπως λεγόταν ακόμα Nemosa, Νεμόσα το σημερινό Νανγκάζιζι, εκεί ήταν το σπίτι που μεγάλωσα, τριγυρισμένο κυριολεκτικά από τα πιο πλούσια ποτάμια του κόσμου και από τους πιο απίθανους ανθρώπους που γνώρισα και τα πιο σπάνια φυτά και δάση. Μια μαγεία και μια παραδεισένια ομορφιά που δεν ξεχνιέται. Μα είχαμε δρόμο μπροστά μας ακόμα για να φτάσουμε στο Νιακπού που φέρει όλες αυτές τις ονομασίες.

Η διαδρομή στο παρελθόν ανοίγει το νου σε άλλα, κρυμμένα, όμορφα αποδιωγμένα από το νου, γιατί η μνήμη θέλει εναύσματα, όσα κι αν είν’ πολλά, για να μιλήσει, αλλά συχνά κρύβεται.

Ξαφνικά, στο δρόμο από το Σταν για το Νιακπού φάνηκαν οι πυγμαίοι του δάσους των Ιτούρι οι tiki-tiki. Το δάσος απλώνεται από τα κράσπεδα της Bunia. Έβγαιναν δειλά από τη ζούγκλα, κι έτσι όπως κρυβόντουσαν στις φυλλωσιές δεν μπορούσες να τους ξεχωρίσεις από το υπόλοιπο τοπίο. Γυμνοί, ολόγυμνοι, κρατούσαν τα βέλη τους. Εγκλιματιζόμουν από την πρώτη μέρα στο περιβάλλον που θα έσωζε την υπόληψη των γεγονότων τη στιγμή που γινόντουσαν. Δεν αισθάνθηκα ξένη στα γύρω. Και τα αποδέχτηκα. Να είχα επιλογή; Η άρνηση του περιβάλλοντος που βρίσκεσαι, σε όποια της μορφή, σού χάνει χρόνο πολύτιμο. Η αποδοχή, ακόμα και λανθασμένη, σού τον κερδίζει. Δεκάδες χρόνια αργότερα, οι άνθρωποι θα θέλουν να επιστρέψουν σε μια χώρα παρθένα, όπως ήταν τότε το Βελγικό Κονγκό. Εγώ η ίδια θα θέλω να το ξαναβρώ, με την τότε μορφή του. Αυτή η έννοια του παρθένου θα με σώσει στο μέλλον από όσα στο δυτικό κόσμο θα θεωρούνται μιασμένα. Άλλα δεδομένα σημαίνει αλλαγή στον τρόπο που σκέφτεται ο άνθρωπος. Τίποτε δεν θ’ αντικαταστήσει την εικόνα, που η ομορφιά της παρθενικότητας των δασών δεν θα μπορέσει ν’ αφαιρέσει. Παρθένο σημαίνει παρθένο και όταν ακόμα μιανθεί ένα από τους γύρω κομμάτι του. Τίποτε δε με έφτιαχνε πιο ριψοκίνδυνη, πιο θαρραλέα πιο πρωτόγονη πιο άνετη στον πρωτογονισμό μου από το Κονγκό και το παρθένο αμόλυντο δάσος όπου μεγάλωσα. Και με κανένα λόγο δεν θα μπορούσα να εξηγήσω σε ένα εκτός περιβάλλοντος άτομο τον τόπο και τον τρόπο που μεγάλωσα. Δεν είναι πως δεν θα μπορέσουν να με καταλάβουν, είναι πως δεν θα θελήσουν.

Μα τι πράσινο, τι ζώα ελεύθερα μέσα στην κόκκινη κορδέλα που ακολουθούσε το αυτοκίνητο! Τι αφανέρωτη ομορφιά και τι μαγεία! Ούτε στον ύπνο μου η φαντασία δεν θα ήταν ποτέ σε θέση να καλπάσει τόσο. Μόνο σε αφηγήσεις κάποιων εξερευνητών του Αμαζονίου θα μπορούσα στο μέλλον να βρω ένα κομμάτι των πρώτων μου εμπειριών με τη ζούγκλα που διέσχισα στα πέντε μου, την αγνή όπως την ψυχή μου, στο αγνό όπως το τότε τώρα μου. Να πω καλύτερα πως ο Αμαζόνιος θα ονειρεύεται να έχει τα δάση του Κονγκό και όχι το αντίθετο. Σε ορισμένα σημεία στο Bafwasende, Μπαφουασέντε οι ελέφαντες διέσχιζαν ανενόχλητοι το δρόμο. Ο πατέρας μου φώναζε τα ονόματά μας, πότε να δούμε από δω, πότε απ’ εκεί. Η αφρικανική φιλοσοφία του «βλέπε, άκου, σώπα», αφρικανική όπως την νόμιζα για χρόνια αν και είναι γιαπωνέζικη, θέλει πολλή μελέτη για να γίνει αποδεκτή. Οι ίδιοι οι πίθηκοι πετάγονταν ακόμα και στο αυτοκίνητο όταν σταθμεύαμε για λίγο, ν’ αρπάξουν από τα χέρια μας οτιδήποτε κρατούσαμε για να το μυριστούν. Πελώρια χρωματιστά πουλιά έβλεπαν από ψηλά την πορεία μας. Κι ο Κόνγκος μας ακολουθούσε ή τον ακολουθούσαμε, ώσπου να φτάσουμε σε κάποια μεγάλα παρακλάδια του, ώσπου να μας αφήσει, να μας δείξει λίγα-λίγα τα κομμάτια της ομορφιάς του, μέσα από άλλα ονόματα ποταμών. Ξύλινες μεγάλες γέφυρες γεφύρωναν τα παρθένα δάση, και οι πίθηκοι έφταναν σε ομάδες και κάθονταν στα άκρα των περασμάτων. Σαν βράδιασε, τα κόκκινα μάτια των αιλουροειδών που έβγαιναν να φαν τα έχαναν μπροστά στα παράξενα φώτα του αυτοκινήτου ,σάστιζαν στο άγριο σκοτάδι.

Θα κοιμήθηκα εξουθενωμένη, όχι από το ταξίδι αλλά από την ομορφιά του. Κι όταν άνοιξα τα μάτια ήταν πρωί. Δέκα ώρες στους θησαυρούς της γης ήταν αρκετοί αλλά όχι οι μοναδικοί. Για πάντα θα ζούσα, πίστευα, σε τούτο τον παράδεισο. Γιατί, κι εκεί όπου βρισκόταν το σπίτι μου, το ίδιο τοπίο με περίμενε.
Το κορίτσι της ζούγκλας, αυτό θα γινόμουν από αύριο. Μα θα με φώναζαν Μοάνα μοντέλε, παιδί λευκό, ή παιδί του λευκού οι Μανγκμπέτου, η φυλή που με μεγάλωσε ή απλά όπως του λένε πολλοί οι Μαμπέτου, και θα μου άλλαζαν το όνομα στο εξίσου εξωτικό, Νέρεμα, γιατί δεν μπορούσαν να που το δικό μου σωστά. Ο παράδεισος των παραδείσων θα ξεδιπλωνόταν σπιθαμή-σπιθαμή στα παιδικά μάτια μου. My backyard was the jungle! Τρία μέτρα απ’ εκεί που κοιμόμουν θα ήταν όλα. Όλα που απαγορεύονταν να δω, να έρθω σε κοντινή επαφή με αυτά, ήταν τα πιο κοντινά μου. Και όλα που έπρεπε να κρατήσω μέσα μου και ν’ ακολουθήσω ήταν μακρινά, μέσα στα βιβλία. Πώς να μη γίνει κανείς ριψοκίνδυνος όταν δεν ξέρει αν θα ζήσει το επόμενο λεπτό; Η ζωή η ίδια ζητούσε να βασιστώ στην πραγματικότητά μου που θα ήταν για τους άλλους μια ατέλειωτη φαντασία. Πού πήγαν τα ήμερα τοπία του μικρού μου νησιού με τις ελιές και τους κάμπους με τα μικρά αμπέλια και τα ήμερα πουλιά, με τα τζιτζίκια και τα μουγιαννούθκια; Όλα αυτά που μπορεί ν’ ονειρευτεί ένα παιδί, όλα τα μυστήρια της φύσης, το παρθένο κι άθικτο, το πηγαίο και πρωτοφανέρωτο, όλα τα απίθανα πράγματα του κόσμου, στη Nia Nia (Νιανιά) στο Μπαφουασέντε, που λίγοι γεύτηκαν, και τώρα στο Νιακπού άνοιγαν την πόρτα τους σε μένα. Αυτός ο ίδιος ο παράδεισος της πραγματικότητας παρουσιαζόταν μ’ ένα τίμημα· τη μοναξιά και τον κίνδυνο, τις αρρώστιες και το άγνωστο, το παιχνίδι με το ζήσε ή το πέθανε. Και το χειρότερο ή καλύτερο, την ακριβή απόκτηση ενός χαρακτήρα που δεν θα μπορούσαν να είχαν πολλοί. Που θα έδειχνε αυτό που ήταν και δεν θα το δέχονταν οι άλλοι. Ακριβώς όπως το παρθένο δάσος, που λίγοι θέλουν να επισκέπτονται, που λίγοι μπορούν να δεχτούν αλλά όλοι θαυμάζουν.

Ω, ναι, το τίμημα είναι πολύ μεγάλο. Μια εκ των πραγμάτων παρεξήγηση των νοημάτων, των λέξεων, των εκφράσεων, των αιχμηρών ιδιαιτεροτήτων της φύσης και του ανθρώπου αρχίζει και τελειώνει εκεί, σε σημείο που ακόμα ούτε και οι λευκοί που μεγάλωσαν στο Κονγκό, όχι όμως κοντά στο ιθαγενές στοιχείο, θα καταλάβαιναν. Αυτό το τροπικό δάσος που μου κληροδότησε τα μεγάλα του χαρακτήρα ιδιαίτερα, αυτό που με σημάδεψε, είναι που μου χάρισε μαζί τη μοναξιά που γεύτηκα και δέχτηκα σαν με μεγάλωνε η ζούγκλα. Κι αυτό το τελευταίο είναι που με στήριξε. Γιατί γνώριζα την παραμικρότερη πτυχή του χαρακτήρα μου που δεν θα μου έπαιρνε ούτε χρόνος ούτε η αδιαφορία μου να καθίσω να εξηγήσω στους υπόλοιπους τον τρόπο που σκέφτομαι. Και προτίμησα, και προτιμούσα την σιωπή και την παρεξήγηση. Ήταν πολλά που θα έπρεπε κάθε φορά να λέω. Προτιμούσα τη φωνή που έλεγε, «έχεις δίκιο για όσα σκέφτεσαι και όσα κάνεις, και δίκαιο έχουν και οι άλλοι που δεν τα γνωρίζουν». Μα θα ήταν και δύσκολο να πιστεύω σε όσα έπρεπε να πω κάθε φορά γιατί ήταν τόσο εξωπραγματικά με τις εμπειρίες όλων αυτών που θα γνώριζα στο μέλλον και που δεν έζησαν το δρόμο, το δρόμο της πλάσης ενός παραδείσου, όπου ζεις και ανέχεσαι και δεν δικαιολογείσαι, όπου όλα έχουν μια αρμονία φυσική, όπου το πλαστό δεν χωράει, και είναι αποκαλυπτικά λανθασμένο αν και χρήσιμο, όπως ήταν η Ντεσότο του πατέρα μου…μια ανήκουστη ανορθόγραφη παρουσία στον τέλειο κόσμο που έβρισκα γύρω μου. Από κείνες τις στιγμές αρχίζει ένα φαύλο πνεύμα, έξυπνο που θα μου κρατήσει μια ισορροπία. Γιατί παντού όπου κι αν πήγαινα ελάχιστοι θα ήταν οι αποδέκτες μου!

Ο κίνδυνος σε κάνει να διαλέγεις και η επιλογή σε κάνει ριψοκίνδυνο. Ο κίνδυνος ξέρει να τροφοδοτείται από τον ίδιο το φόβο που σου σπέρνει.

Ήμασταν στο μεγάλο πια δάσος της Ρουνγκού, βόρεια από τον Ισημερινό, βορειοανατολικά του Σταν, ήμασταν σπίτι μας.

Ένας μικρός δρομάκος, εκατό με εκατόν είκοσι το πολύ μέτρα ήταν δεν ήταν, με λίγα μαγαζιά δεξιά κι αριστερά, και εννοώ τρία ή τέσσερα, ήταν το Νιακπού. Πολλοί το έλεγαν τότε και Nemosa, Νεμόσα. Αλλά η πιο γνωστή του ονομασία παρέμεινε, στα χρόνια που ακολούθησαν, Nangazizi, Νανγκάζιζι. Κι αυτή είναι η ονομασία του σήμερα. Και το λέω και το ξαναλέω για να το θυμάμαι

Όταν σταμάτησε η σκονισμένη Ντε Σότο, μια μεγάλη κραυγή από πολλές γυναίκες, γυμνές όλες, σχεδόν ολόγυμνες μας υποδέχτηκε. Βάζαν την παλάμη στο στόμα και μια ενωμένη γυναικεία κραυγή κοβόταν, συνεχιζόταν. Θυμάμαι μόνο το Abasi eeeeeeee, Αμπάσι, εεεεεεεε. Abasi λέγαν τον πατέρα μου. Το αποστήθισα, μου είχε κάνει εντύπωση. Μα πρέπει να ήταν κάτι τέτοιο, λόγια που άκουγα αργότερα, σε μια γλώσσα που δεν θα γνώριζαν πολλοί λευκοί, στα Μανγκμπέτου, Abasi angekou Αμπάσι άνγκεκού. Ο Βασίλης ήλθε. Nandro bandrene a mebali, Νάντρο μπαντρενέ α μεμπαλί. Η γυναίκα του είναι όμορφη. A se ngangwe bali gioi, Α σε γκουάνγκουε μπαλί γκιόι, τι όμορφο μωρό (παιδί). (Βέβαια για τους μαύρους εκείνης της εποχής ό,τι ήταν λευκό ήταν όμορφο!) Άκουσα για πρώτη φορά το όνομα που μου έδωσαν, Μοάνα, παιδί δηλαδή. Mwana na bisu (παιδί δικό μας) mwana na Abasi, δηλαδή παιδί του Βάσου, (του Βασίλη) του πατέρα μου, mwana Azanga, δηλαδή παιδί της φυλής που είχε βασιλιά παλαιότερα τον Αζάνγκα. Προσπαθούσαν οι πιο πολλές να φτάσουν με τα χέρια τους τα χέρια μας. Μερικές ήταν άρρωστες, με μεγάλα εξανθήματα. Είναι τόσο ορατά αυτά στα μάτια ενός παιδιού που μόλις εξοικειώνεται με το νέο περιβάλλον του. Άλλες ήταν με ψώρα, κι άλλες με καθαρό βελούδινο σώμα κι όμορφες, με κείνα τα άσπρα δόντια και την ήρεμη ματιά που μόνο στις Αφρικανές μπορεί κανείς ν’ αναγνωρίσει. Κι ελάχιστοι μαύροι με λέπρα, με κιμπουκίμπου. Ναι λέπρα. Ζούσαμε μαζί με τους λεπρούς ήταν όπως εμείς της ίδιας κοινωνίας, της κοινωνίας του δάσους που όλοι μέσα του είμαστε ή καλύτερα να πω πρέπει να είμαστε ίσοι. Γιατί το δάσος είναι και ο μεγάλος θεός που μας έτρεφε.

Ήταν η πρώτη μου επαφή με το πρωτόγονα όμορφο, για κείνο που υπάρχει και δεν μπορούμε ν’ αλλάξουμε. Για κείνο που δεν μπορούμε ν’ αποφύγουμε γιατί είμαστε ή θα ήμασταν μέρος του. Όπως το να είσαι αριστερόχειρας, που πάντα θα είσαι. Όπως το να είσαι λεπρός, μέρος της φύσης που μπορεί να γίνει καλά. Και το δέχεσαι. Δέχεσαι τον άνθρωπο. Δεν σε μολύνει τίποτε. Όλα είναι φυσικά. Όλα!

Είμαστε στο Νιακπού, τελευταία μέρα του Αυγούστου του 52, ίσως να ήταν και αρχές του Σεπτέμβρη. Σίγουρα ο νους μου θα σεργιάνιζε στη Λεμεσό, έστω για λίγα δευτερόλεπτα, γιατί το μεγάλο ερωτηματικό μέσα μου ήταν πάντα πού είναι και τι κάνει ο Σαββάκης.

Είχα μάθει από τον πατέρα μου, στα χρόνια που ακολούθησαν, ότι μια μέρα τα χάλασε με το θείο του τον Βικι-Τόρο, και πήρε το αυτοκίνητο λέγοντας, «θα πάω βόρια, κι όπου βραδιαστώ θα σταματήσω». Δε μας μίλησε ποτέ γιατί άφησε το θείο του. Μα γνώριζα πάντα πιο πολλά απ’ όσα λέγονταν, είχε ένα τρόπο η ψυχή να μαντεύει αλάνθαστα.

Το μαγαζάκι ήταν φτιαγμένο από λάσπη. Ο πατέρας μου είχε αντικαταστήσει το παχύ χόρτο στην οροφή του με τσίγκους που βούιζαν στις απότομες, τροπικές βροχές. Οι τέσσερις εποχές που γνώρισα και έζησα είναι η μικρή εποχή των βροχών, η μεγάλη εποχή των βροχών, η μικρή εποχή της ξηρασίας και η μεγάλη εποχή της ξηρασίας. Στο Κονγκό οι εποχές καθορίζονται από τις βροχές και την περίοδο ξηρασίας. Απ΄τον Απρίλιο, γενικά μέχρι τον Νοέμβριο είναι η εποχή των βροχών, με κάποια παύση τους. Οι εποχές δεν είναι παντού ίδιες, στο Κονγκό. Πάνω από τον Ισημερινό είναι διαφορετικές από αυτές που τις κάτω από τον Ισημερινό εποχέ. Εμείς βρισκόμασταν πάνω από τον Ισημερινό. Από τις αρχές του Νοέμβρη περίπου μέχρι τον Μάρτιο είχαμε τη μεγάλη εποχή της ξηρασίας. Λίγο πιο λεπτομερειακά, για τις μικρές εποχές, από την αρχή του Ιούλη μέχρι τα τέλη Αυγούστου είχαμε τη μικρή εποχή της ξηρασίας. Εμείς δηλαδή στο βορρά είχαμε βροχές από τον Απρίλιο στα τέλη του Ιούνη ή λίγο παραπέρα μέσα στον Ιούλιο. Ήταν η μεγάλη εποχή των βροχών. Και πάλι από Σεπτέμβριο μέχρι τέλη Οκτωβρίου και πέρα μια μικρή εποχή των βροχών. Από τον Ιούλιο, περίπου στα μέσα, μέχρι το Σεπτέμβριο ήταν μια μικρή εποχή ξηρασίας. Λίγο πιο γραφικά, Απρίλιο-Ιούνιο μεγάλη βροχών, Ιούλιο-Αύγουστο μικρή ξηρασίας, Σεπτέμβριο -Οκτώβριο μικρή βροχών, Νοέμβριο Μάρτιο μεγάλη ξηρασίας.
Ο χορός και οι φωνές κράτησαν κάμποσο εκείνο το απόγευμα στο Νιακπού. Ο πατέρας μου πήρε τσιγάρα από το μαγαζί και τα σκόρπισε στον αέρα, και οι γυναίκες έτρεξαν να τα μαζέψουν. Οι ηλικιωμένες ήταν μεγάλες καπνίστριες μα δεν μπορούσαν τότε να αγοράσουν ολόκληρο πακέτο, ορισμένες. Τα ανοίγαμε και πουλούσαμε τα τσιγάρα πέντε-πέντε, ή ακόμα και λιγότερα. Υπήρχε ειδική τρύπα στο αυτί για να χωρέσει ένα τσιγάρο. Μια ταμπακιέρα πολύτιμη και πολύ δική, με το να τρυπήσει κανείς το αυτί, στο κέντρο για να χωρέσει ένα τσιγάρο! Ήταν, τους είπε ο πατέρας μου για το καλωσόρισμα. Εξάλλου, δεν θα ήταν η πρώτη φορά που το έκανε, να πετάξει τσιγάρα στον αέρα.
Το Νιακπού είχε βασίλειο δικό του είχε δηλαδή αυτό που λέγεται στα Γαλλικά chefferie. To 1952 βασιλιάς ήταν ο Danga από την οικογένεια των Azanga.
Ήλθε λοιπόν η σειρά του βασιλιά Ντανγκά να μας καλωσορίσει. Ήλθε την ίδια μέρα αλλά και την επομένη στο σπίτι μας. Ο Ντανγκά ήταν νέος τότε. Ήταν ο γιος του βασιλιά Αζάνγκα, που είχε λίγα χρόνια πριν πεθάνει και πέρασε το βασίλειο στα χέρια του, και ακόμα ήταν εγγονός του γνωστού βασιλιά Nabiambali (Ναμπιάνμπαλι), του αδελφού του βασιλιά Munza (Μούντζα) για τον οποίο τόσα γράφτηκαν από τους εξερευνητές των αρχών του εικοστού αιώνα. Για τον Μούντζα βρήκα πρόσφατα αρκετές πληροφορίες και στο διαδίκτυο. Χάρηκα σίγουρα, αλλά φανερώθηκε ότι την περιοχή αυτή την είχαν εξερευνήσει στις αρχές του εικοστού αιώνα, δεν ήταν και τόσο παρθένα. Το γνωστό Congo Expedition του 1906-1915 από την Αμερική είναι τρανό παράδειγμα. Βρίσκει κανείς τις λεπτομέρειες στα αρχεία του American Museum of Natural History. Οι δυο Αμερικανοί που έφτασαν πρώτοι στα μέρη αυτά είναι οι Herbert Lang και James Chapin. Χαρακτηριστικό των Μανγκμπέτου είναι πως παλιά έδεναν με σχοινί το κεφάλι τους έτσι που να γίνεται στενόμακρο και να φαίνεται σαν κώνος. Με το δέσιμο το κεφάλι έπαιρνε άλλο σχέδιο. Θεωρείτο ένα μέσο καλλωπισμού αυτό! Και το έζησα κι εγώ αυτό, το είδα να γίνεται. Και ακόμα και οι γυναίκες το έκαναν

Μα ας έρθω πάλι στην αφήγηση. Μας κάλεσε την επομένη στο παλάτι του ο Ντανγκά. Ένα χόρτινο παλάτι βέβαια, τεράστιο. Έμενε επτακόσια περίπου μέτρα από το σπίτι μας ο Ντανγκά, και οι φωνές από τα ξεφωνητά των είκοσι τότε παιδιών του έφταναν μέχρι το μικρό εμπορικό κέντρο του Νιακπού. Όπως περπατούσαμε δεν έλειψαν τα τραγούδια και τα ξεφωνητά. Ήταν στη μέση ο πατέρας μου, όπως τότε στη σκηνή, όπου τα φώτα της ράμπας ήταν πάνω του κι εμείς τον θαυμάζαμε γι’ αυτό που ήταν. Η ζωή αλλάζει τα σκηνικά και ο θαυμασμός γίνεται απορία και λίγο δράμα θα έλεγα. Γιατί είναι δραματικό από μια πόλη της Κύπρου να βρεθείς σε ένα ανήκουστο χωριό της ζούγκλας στα τροπικά του Κονγκό!

Είχαμε πάει στα παλάτια του με τα πόδια την επομένη ακολουθώντας τον. Όλα μεγάλα με χόρτινες οροφές. Στη μέση το μεγάλο σπίτι όπου έμενε μόνος με τη συνοδεία του. Είχε τριάντα γυναίκες, το είχα ακούσει εκείνα τα χρόνια να λέγεται όταν έμαθα να μετρώ και στα Μανγκμπέτου. Και στη μεγάλη πλατεία του παλατιού είχαν ανάψει μια πελώρια φωτιά. Κάθε που είχαν γιορτή η ίδια τεράστια φωτιά άναβε στο Νιακπού, έτσι που η λαμπρακιά της φαινόταν από το σπίτι μας. Κάθε τυμπανιστής με τα μεγάλα gudu-gudu, τα ταμτάμ τα βασιλικά και όσοι έπαιζαν άλλα μουσικά όργανα της φυλής Μανγκμπέτου. Likembe (λικεμπέ), ξυλόφωνα, σουσουνάρες τεράστιες, με σκληρά mbuma στη μέση, ήταν ντυμένοι παραδοσιακά με φτερά παπαγάλου στο καπέλλο. Όσο πιο κομμένο το σώμα για να χωρέσει ένα κουκούτσι ή ένα άλλο αντικείμενο τόσο πιο όμορφο λογαριαζόταν. Βασιλική δεξίωση, με λίγα λόγια, μας ετοίμασε ο Ντανγκά τη δεύτερη νύχτα που ήρθαμε στο Νιακπού. Είχαν «κόψει» και κρασί από το δέντρο που το παράγει, μια παλμιά που κάνει το άσπρο αυτό κρασί τους, κόβω είναι η έκφραση στη γλώσσα τους. Το λένε nogala, το γνωστό στα Γαλλικά vin de rafia. Το είχαν σε κάτι ασήκωτες νταμιτζάνες και γέμιζαν κύπελλα από κολοκύθες και όλοι έπιναν από το ίδιο κύπελλο. Κάτι σαν κοινωνία στα ίδια έθιμά τους. Είτε είσαι στον μεγάλο κύκλο είτε όχι πρέπει να πιεις. Εκείνος ο κύκλος αντιπροσωπεύει την ομάδα, τη φυλή, την ίδια την πορεία, το ίδιο το χωριό, την ίδια τη μοίρα. Ο κύκλος έφτανε στις παρυφές του δάσους.

Πρώτη και δεύτερη μέρα μου στο Νιακπού ήταν και ξαφνικά όλα θ’ άλλαζαν. Από τη μικρή Κυπριωτοπούλα που άφησε τα χωράφια των Πολεμιδιών και τη φασαρία της πόλης, αυτή η απότομη αλλαγή σ’ ένα παρθένο δάσος δεν φαινόταν να έχει τίποτε από το χθες. Είχε έρθει η σειρά μου να βγω στη μέση του κύκλου και να χορέψω. Ήμουν ήδη δική τους. Το παιδί τους, η mwana τους η αυριανή τους Νέρεμα.

Άκουσα το ίδιο κραυγαλέο γέλιο, με τις παλάμες να κτυπούν τα χείλη να κόβουν τα ξεφωνητά στα δυο, στα τρία. Στο κέντρο μια φωτιά ματωμένη έτρωγε τη νύκτα και τα ξύλα που την τάιζαν, έτρωγε την ώρα κι ανέβαινε μέχρι τη μέση του χώρου. Ο χορός της φωτιάς, αυτό φαινόταν ότι είναι. Τα σώματα είχαν το ρυθμό της φλόγας, έτσι γυμνά, σαν τη νύχτα. Και οι φλόγες είχαν τον ρυθμό των σωμάτων. Λες και το ένα έπαιρνε από το άλλο για να ζήσει. Η μουσική ακολουθούσε το άναμμα, κάθε που φυσούσε λίγο τα ταμτάμ ξάναβαν το ρυθμό τους, και η νύχτα ήταν η παρθενική μου πρωτιά σ’ ένα κόσμο που δεν ήταν εκείνος της όπερας ή του χωριού, ή ακόμα της ήρεμης πολιτείας που μεγάλωσα. Όλα εδώ δένονταν το ένα με το άλλο, σε μια πρωτόγονη σειρά. Όλα της στιγμής και του πάντα. Τώρα που το σκέφτομαι, δεν είναι μέσα απ’ αυτήν που δένεσαι με τους γύρω; Με τη φωτιά, με τη βροχή. Με το πρόβλημα, με τον εξαγνισμό Αν ερχόταν μια τέτοια εποχή μια όμορφη βροχή θα επισφράγιζε καλύτερα τη φιλία μας. Αλλά η βροχή της προηγούμενης δεν προμήνυε άλλη. Κι εγώ μικρή, μια mwana mondele, μια άσπρη μικρή, που δεν είχε άλλη το χωριό και τα γύρω του δάσους, χθες ακόμα μια ξένη λευκή που πρωτοήρθε στη χώρα να βρει τον πατέρα της, σήμερα μια της φυλής του Ντανγκά, ένα έμβλημα που ποτέ δεν ζήτησα και δεν απέρριψα. Γιατί αν και με τις ιεραρχίες τις παλιές των βασιλιάδων Μούντζα και Ναμπιάμπαλι είχε μέσα του το νόημα της οικογένειας που γνώρισα, που δεν είναι του αίματος αλλά της αλήθειας και της μοίρας.

Η ξαφνική βροχή έσβησε τη φωτιά εκείνη τη νύχτα του βασιλικού καλωσορίσματος στη ζούγκλα. Τέσσερις μαύροι βάλαν τον πατέρα μου στο tipoi (τιπόι) κάτι σαν πολυθρόνα δεμένη σε δύο ξύλα, που σήκωναν στον ώμο τους, που μόνο βασιλιάς μπορούσε ν’ απολαύσει. Σε λίγο θα γύριζε στου Ντανγκά με την Ντεσότο για να μας φέρει πίσω.

Αυτό κάναν στους πρώτους λευκούς αυτοί οι άνθρωποι. Ή καλύτερα να πω, αυτό κάναν οι λευκοί στους ανθρώπους αυτούς.

Όταν φτάσαμε σπίτι, ο πατέρας μου άναψε τη μεγάλη λάμπα του πετρελαίου, μια Λουξ της εποχής. Την πόμπαρε πάντα για να την ανάψει κι έτσι θα έκανε τη νύχτα αυτή, και μισοκοιμισμένη, μαγεμένη να πω, με πήρε όπως μου το θύμιζε πάντα μπροστά από τον καθρέφτη του δωματίου. Μου είχε λείψει αυτός ο χορός. Χορεύαμε μπροστά στον καθρέφτη μιας μεγάλης ντουλάπας πάντα. Ήταν από τα έργα του σαράντα, και από το μαγευτικό Χόλιγουντ. Ένα μυστικό όνομα που πάντα ψιθυρίζαμε μαζί, Γαλάζιος Άγγελος, Μάρλεν Ντήτριχ. Δεν είδα ποτέ το έργο, διάβασα μόνο την υπόθεση. Είδα μόνο τις φωτογραφίες της Ντήτριχ. Ω Μάρλεν, Μάρλεν, Κήπος του Αλλάχ, τι παίξιμο, τι ομορφιά! Θα γινόμουν ποτέ μια γυναίκα με μακριά πόδια και με καπέλο να χορεύω και να τραγουδώ και να μην ανήκω σε κανέναν, ούτε και στον εαυτό μου; Ίσως μόνο στην τέχνη. Τα πόδια, το καπέλο θα ήταν πάντα συμβολικά. Ήταν ενός κόσμου φανταστικού, του παρελθόντος. Αυτός εδώ ξεπερνούσε το Χόλιγουντ. Βάλαμε και δυο ψάθινα καπέλα και τα φορέσαμε. Πάντα μας τα θύμιζε η μητέρα μου. Όπως κάναμε παλιά. Όπως στα μιούζικαλ. Με τα τραγούδια της Αρέλ. Το Χόλιγουντ, εδώ εκείνη τη νύχτα στο Νιακπού δεν ήταν εκείνο που αντιπροσώπευε στον υπόλοιπο κόσμο, αλλά μια υπόσχεση ότι το παρελθόν ενός άλλου κόσμου δεν σβήνεται από ένα χορό της φωτιάς στα παλάτια του Ντανγκά. Και η μητέρα μου σίγουρα θα φώναζε πως έπρεπε να πάω για ύπνο και πως θα με είχε κουράσει το ταξίδι της προηγούμενης και τα όσα είχα δει. Μα δεν μπορώ να θυμηθώ άλλες λεπτομέρειες. Δεν ξεχνιέται ωστόσο η γεύση αυτού του καλωσορίσματος ποτέ. Της τέχνης μεγάλωνα να είμαι και η μητέρα μου το γνώριζε πως είχα μυαλό για τα γράμματα. Και θα περίμενε. Αυτός ο κόσμος ο τόσο μακρινός από αυτόν που είχα ζήσει με είχε ήδη σκλαβώσει για πάντα. Τον θεωρούσα δικό μου.

Θα ήταν πολλά όσα θα ήθελα να πω του Σαββάκη. Μπορεί και να μην με πίστευε. Δεν θα είχα πια τόσες αναμνήσεις από την Κύπρο, για χρόνια. Μια καθημερινή επαφή μας με τον κόσμο που αφήναμε πίσω μας ήταν περισσότερο η γλώσσα που μιλούσαμε στο σπίτι, η κυπριακή διάλεκτος και η ελληνική καταγωγή μας.

Μακριά από τον πολιτισμό μεγάλωνα πια. Σαν πρωτόγονη. Νερό δεν είχαμε τρεχούμενο, ηλεκτρισμός δεν υπήρχε. Δρόμο με άσφαλτο; Στον ύπνο μας ίσως. Έξω από το σπίτι μεγάλα βαρέλια που μάζευαν από τους τσίγκους του μαγαζιού νερό της βροχής, γεμάτα γυρίνους που κολυμπούσαν και που δεν πρόφταιναν να μεγαλώσουν. Και για πόσιμο νερό ένας νεροκουβαλητής πήγαινε στην πιο κοντινή πηγή του δάσους κι έφερνε κάθε φορά δυο κουβάδες. Όλα τα αιλουροειδή θα έπιναν από αυτό. Και θα άφηναν ακόμα και το κάτουρό τους. Προσπαθούσε ο νεροκουβαλητής να μη βρεθεί αντάμα με κανένα. Και μας έλεγε πως μάζευε από εκεί που δεν κατεβαίνουν συχνά να πιουν, μα ακόμα κι αν έπιναν… οι χείμαρροι ήταν τέτοιοι που τίποτε δεν έμενε στη θέση του. Μα ακόμα κι αν γινόταν αυτό ίσως και να δικαιολογώ τώρα την μεγάλη αντοχή μου, τη μεγάλη μου δύναμη που πήγαζε σωματικά από το δάσος που μεγάλωσα.

Θυμάμαι πάντα τη σκηνή που κατέβαζε τους δυο κουβάδες από τον ώμο του ο νεροκουβαλητής μας. Από τον ώμο του, και το νερό χυνόταν στο σώμα του. Κι από τα γερδέλια έριχνε το νερό σε βαρέλια. Καθόμουν μετά με τις ώρες να παρακολουθώ τους γυρίνους στα βαρέλια και το μεγάλωμά τους στο νερό. Το «καθαρό» αυτό νερό, το γεμάτο μικρόβια που προκαλούσαν αμοιβάδωση, το βράζαμε και το περνούσαμε από φίλτρο. Μύριζε συχνά η καπνιά που έβγαζαν τα ξύλα, γιατί πού γκάζι για να μαγειρέψουμε! Η παγωνιέρα μας, κι αυτή με πετρέλαιο λειτουργούσε. Στα δωμάτια μικρές λαμπίτσες πετρελαίου, Made in China. Αποφάσισα κάποτε, ή τη μυρωδιά του πετρελαίου ή τη σκοτεινιά της νύχτας, και προτίμησα το δεύτερο. Οι φωνές από το δάσος το βράδυ ήταν λίγα βήματα μόνο από το μαξιλάρι μου. Τα αιλουροειδή σεργιάνιζαν στη βεράντα μας όλη νύκτα. Ήμασταν μακριά από την εξέλιξη, κοντά στις επιλογές που μας διαμόρφωναν οι αποφάσεις μας να ζήσουμε τη ζωή των πρωτόπλαστων. Αρχές πενήντα, δάσος, ερημιά πρωτογονισμός, αλλά πιστέψτε με τα πεθυμώ καλύτερα από τίποτε άλλοτε. Τι είναι αυτό που αφήνει τους ανθρώπους να δέχονται αυτό για το οποίο ξεκίνησαν, που θα μπορούσαν ν’ αλλάξουν αν το επιθυμούσαν. Υπάρχει ειμαρμένη, αυτή που δεν θέλω να πιστέψω; Υπάρχει η μοίρα ή να είναι απλά μια συνήθεια που θέλουμε ν’ ακολουθήσουμε βάζοντας στάχτη στα μάτια μας;

Χρόνος μετάβασης εκείνη η χρονιά. Ο πατέρας μου είπε πως ήταν πολύ σύντομα το άνοιγμα των σχολείων και πως έπρεπε να μείνω στο δάσος να γνωρίσω τη νέα μου ζωή. Και ήθελε όπως είπε να με χορτάσει. Δεν θα πήγαινα σχολείο. Θα έμενα σπίτι χάνοντας το χρόνο που είχα κερδίσει με το να γραφτώ μικρή στο Αθηναΐδειο. Θα έμενα σπίτι μου, στα τροπικά της κεντρικής Αφρικής, σε ό,τι μπορώ ακόμα να λέω δικό και στο μυστήριο που ακόμα εξιχνιάζω.

Φαίνεται ότι ξεχνάει κανείς τον κόσμο του εκεί, φαίνεται ότι αυτός ο παράδεισος ήταν και κόλαση γιατί ξεχνούσε κανείς και πώς ζούσε και πού ζούσε ακόμα.

Ο «μεγάλος μου δάσκαλος» ήταν το τροπικό δάσος. Επικίνδυνο, μυστηριώδες, ανεξάντλητο κι απερίγραπτο. Μαγευτικά με τραβούσε να το ακολουθήσω. Μα πέρα από αυτό, είχα δασκάλα και τη μητέρα μου. Έλεγε ότι απορροφούσα πιο πολλά απ’ ό,τι μπορούσε να μου διδάξει. Ακόμα και την ποίηση. Είχε αδυναμία στον Παλαμά, «άφτιαχτο κι ακτένιστο του χάρου δεν σε δίνω». Αυτοί οι στίχοι του ποιητή επηρέαζαν την ψυχή της. Νομίζω πως γινόταν μια ταύτιση, μεταξύ του νεκρού γιου του Παλαμά και του νεκρού από την παρουσία του γιου της. Και σαν δασκάλα γνώριζε απέξω πολλούς στίχους, πολλούς από τους οποίους νόμιζα πως έλεγε για μένα. Σημαδιακοί στη ζωή μου θα παρέμεναν οι στίχοι του Σολωμού από τους Ελεύθερους Πολιορκημένους Έρμα ´ν τα μάτια που καλείς, χρυσέ ζωής αέρα. Χαιρόμουν που τους άκουγα γιατί άκουγα σ’ αυτούς τ’ όνομά μου! Τα ατέλειωτα βράδια μας, όταν έλειπε ο πατέρας μου ταξίδι, παρέα με το φως της λάμπας, μου έλεγε όλα αυτά που συνθέτουν μια δασκάλα, ό,τι καλό στην ψυχή του μαθητή. Σπάνια σήκωνε το φράγμα δασκάλου μαθητή. Πειθαρχημένη και αυστηρή αλλά και ευέλικτη, μακρόθυμη. Ήταν δοσμένη στην μνήμη του παρελθόντος, και συχνά με δάκρυα στα μάτια μου θύμιζε το προηγούμενο καλοκαίρι μας στους πρόποδες του Τροόδους, τις επισκέψεις μας στον Καλοπαναγιώτη, τα θερμά λουτρά της θείας Ελλάδας, το νερό που είχαμε πιει, και που σε μένα μύριζε βούρκο, κι ακόμα τα τραγανιστά φρούτα στον Μονιάτη, τον αέρα του νησιού μας τον καλοσυνάτο αέρα.

Σήμερα που τα σκέφτομαι, πιστεύω πως ήμουν τόσο τυχερή να έχω ένα ζωντανό ελληνικό κύτταρο δίπλα μου, όπως ήταν η μητέρα μου. Ακόμα και το αλφάβητο ανάποδα, κι αυτό μου το έμαθε. «Ω, ψι χι φι ύ, τά σι ρω πι ό, ξί νι μι λα κά, ί θη η-ζη έ, δέλτα γα βη ά», που λίγοι ξέρουν να το πούνε έτσι ανάποδα, και τόσο γρήγορα. Βάζαμε στοίχημα πως θα το τελείωνα εγώ πιο γρήγορα. Μα νομίζω πάντα το έκανε επίτηδες να μ’ αφήνει να κερδίζω. Με τον ίδιο γρήγορο τρόπο ήξερα και τον πίνακα του πολλαπλασιασμού, πολύ πριν πάω σχολείο. Κι αργότερα, στα χρόνια που ακολούθησαν, μ’ έπιανε άγχος στην τάξη που τα παιδιά της μεγαλύτερης ηλικίας μου κόμπιαζαν να βρούνε τις λύσεις που θεωρούσα τόσο απλές. Εγώ είχα άλλες ελλείψεις, άλλες δυσκολίες, όχι μάθησης αλλά συναισθηματικές, έτσι που η γνώση των γραμμάτων και η αγάπη μου γι’ αυτά φαίνεται τώρα πολυτέλεια που θα μπορούσε να μου είχε κάνει το χατίρι να μ’ αποφύγει. Και μακάρι, λέω συχνά, να μην ήμουνα καλή σε όλα αυτά και να μπορούσα να σταθώ στα πόδια μου από τις αναπηρίες των συναισθημάτων. Θα μεγάλωνα εκεί, μακριά από το σπίτι μου, χωρίς την αγάπη που γεμίζει το φλασκί όλων μας. Κι άργησα πολύ να ωριμάσω συναισθηματικά. Ζούσα σε όνειρο πάντα, την αγάπη και κάποια πράγματα μόνο. Μα κι αυτό ακόμα μπορεί να το εκμεταλλευτεί ο καθένας και να κερδίσει τη μεγαλύτερη μάχη μου για την αλήθεια. Τη φράση ζούσα στη φαντασία μου μόνο, την αγάπη την χρησιμοποιώ για να πω ακριβώς αυτό που λέω. Όταν όμως υπήρχε η αγάπη η πραγματική, η φαντασία την οποία επικαλούμαι τώρα θα γινόταν από όσους δεν θέλουν να φανούν στον κόσμο μου σαν ένα ανάθεμα πίσω από το οποίο θα κρυφτούν.

erma1
Δρ Έρμα Βασιλείου (φωτο Κώστας Αθανασίου)


Δρ Έρμα Βασιλείου
Σελίδες από τις πρώτες μέρες στο Βελγικό Κονγκό του ‘50
Φωτογραφικό υλικό φόντου
“Kisangani water front” by Julien Harneis.
Licensed under CC BY-SA 2.0 via Commons

3 thoughts on “Νέρεμα”

  1. Ω…αγαπητή, Έρμα, Νέρεμα, κορίτσι της ζούγκλας! με παρέσυρε, με ταξίδεψε το εξαίσιο κειμενό σου σε μέρη εξωτικά, της φαντασίας,σ’ένα παράδεισο της φύσης , στη “ζούγκλα”των ανθρώπινων ψυχών,στην αλφάβητο της ζωής σου. Ο τρόπος σου απλός κι η γραφή σου χείμαρρος, σαν κι αυτόν που σε πότιζε το νερό της ζωής! Σ’ευχαριστώ για το ταξίδι!

  2. Αγαπημένη Τζένη Κουφοπούλου, ποιήτρια!

    Ευχαριστώ όλως ιδιαιτέρως για τα τόσο καλά σου λόγια. Χαίρομαι που αγάπησες το Νανγκάζιζι και τον κόσμο της ζούγκλας. Σημαίνει πως είσαι πηγαία και φυσική σε όσα και με όσα κάνεις. Είναι μεγάλο και θαρραλέο απόκτημα η φυσικότητα, κυρίως όταν δεν έχεις ζήσει, όπως τον/την συγγραφέα, σε παρθένο περιβάλλον.
    Γιατί εσύ δημιουργείς το παρθένο, δεν το αποδίδεις ενώ το έζησες. Έτσι, ο θαυμασμός είναι αμοιβαίος, αν όχι και μεγαλύτερος, από λόγου μου σε σένα.
    Εύχομαι τα καλύτερα! Σε περίπτωση που επιθυμείς να διαβάσεις τον τόμο που περιέχει το απόσπασμα, θα μπορούσα να σου τον στείλω ηλεκτρονικά μέσω της Διασπορικής, Και ευχαριστώ, με την ευκαιρία, τον πάντα πρόθυμο και ενεργητικότατο Ιάκωβο Γαριβάλδη που γεφυρώνει, εκτός από πολλά άλλα, τον Ελληνισμό..
    Με τις ποιητικές σκέψεις που μας δένουν, Έρμα Βασιλείου

  3. Σε ευχαριστώ πολύ ,καλή μου Έρμα, για τη σκέψη σου, να έχεις πάντα, υγεία, όνειρα και δημιουργικές εμπνεύσεις! Και βέβαια τον καλό μας Ιάκωβο ευχαριστούμε πάντα, τον ακούραστο κι εμπνευσμένο συνοδοιπόρο της γραφής!

Comments are closed.