Ω…  Λίλη!

Share

©Πιπίνα Δ. Έλλη (Elles)
Απόσπασμα από τη συνώνυμη νουβέλα,
Σύδνεϋ 2008

Ύστερα από όλα αυτά, και με το πέρασμα του χρόνου, πίστεψα πως τον είχα ξεφορτωθεί.   Μια μέρα –ήταν Άνοιξη- με περίμενε έξω από το σχολείο μου.  Ήμουν δεν ήμουν δεκαπέντε χρονών.   Δεν ξέρω από πού το είχε μάθει, σε ποιο σχολείο πήγαινα, αλλά όπως έγινε αργότερα γνωστό στις ανακρίσεις, μας έψαχνε και είχε ανακαλύψει πού μέναμε τελικά και με παρακολουθούσε. Σάστισα, τρόμαξα, παράλυσα.  Με πλησίασε και μου μίλησε.   Φαινόταν ότι είχε αλλάξει.  Το είπε και μόνος του ότι είχε αλλάξει, ότι είχε μετανιώσει για όλα όσα είχε κάνει και ότι θα ήθελε να με κεράσει μεσημεριάτικο, μια και η μάνα μου ήταν στη δουλειά.  Δεν ξέρω γιατί τον πίστεψα, γιατί το έκανα.  Ήταν πάντα καλός με τα λόγια. Έπειθε όταν έκανε τον μετανιωμένο.  Κατά βάθος, ίσως και ασυνείδητα, μπορεί και να χρειαζόμουν έναν άρρενα προστάτη.  Ήμουν ένα παιδί.

Με πήρε στο αυτοκίνητό του και με πήγε σ’ ένα  χαριτωμένο παραθαλάσσιο μέρος. Ένα ωραίο ξενοδοχείο με ένα πολύ φωτεινό εστιατόριο δίπλα στη θάλασσα.  Φάγαμε λοιπόν εκεί.  Ήταν πολύ καλός και μου φερνόταν σαν αληθινός πατέρας.   Μου μίλησε για τη μάνα μου,  πόσο την είχε αγαπήσει και πως ήταν μεγάλο λάθος του αυτό που μου είχε κάνει και ότι είχε μετανιώσει πικρά.  Τα είχα χαμένα, αλλά τον πίστεψα.  Ήμουν ακόμα τόσο μικρή!  Δεκαπέντε χρονών!  Είναι μια ηλικία ευκολόπιστη.

Όταν αποφάγαμε του είπα πως έπρεπε να με πάει στο σπίτι μου.  ‘Ναι βέβαια’ είχε πει εντελώς φυσικά.  ‘Α, έχω ξέρεις κι ένα δωράκι για σένα’, είχε προσθέσει ξαφνικά, σα να το είχε ξεχάσει. ‘Το έχω αφήσει στο δωμάτιό μου’ είπε ξανά, αυτή τη φορά  βιαστικά και χωρίς να με κυττάζει.  Περίμενα ν’  ακούσω περισσότερα, να καταλάβω. ‘Εδώ είναι το σπίτι σου; Εδώ μένεις;’ Ρώτησα με κάποια ανυπομονησία.  ‘Ναι, σου αρέσει;’ ρώτησε εντελώς φυσικά πάλι. ‘Είναι ωραίο μέρος’, είπα σκεφτικά.  Άθελά μου είχα αρχίσει  να εκνευρίζομαι. ‘Θέλεις να δεις πού μένω;’ Ρώτησε ξανά.  ‘Δε χρειάζεται. Δε θέλω να αργήσω’, είπα κουρασμένα.  Μου χαμογέλασε με το πιο αθώο χαμόγελο και είπε:  ‘Καταλαβαίνω, δεν με εμπιστεύεσαι’.  Δε μίλησα.  ‘Καλά… τότε θα πάω μόνος μου ως το δωμάτιό μου και θα επιστρέψω’ είπε.  Άρχισε ν’ απομακρύνεται από το τραπέζι. Κρύωνα. Έβαλα μηχανικά τα γάντια μου.  Κύτταξα γύρω μου.  Δεν ήταν κανείς εκεί έξω πέρα εκτός από τον μαγαζάτορα που ήταν μέσα στο εστιατόριο.  Έτσι τουλάχιστον νόμισα.   Φοβήθηκα.  Σηκώθηκα αποφασιστικά. Κύτταξα ξανά γύρω μου. Ήθελα να βεβαιωθώ.  Ήταν αλήθεια ερημιά. Έτσι φαινόταν.  ‘Εκείνος’, ο πρώην πατριός μου κι εγώ.

‘Εκείνος’ προχωρούσε τώρα πια προς το ‘δωμάτιό του’.  Αποφασιστικά  και βιαστικά πήρα και έκρυψα στο αριστερό μακρύ μανίκι της σχολικής στολής μου, το μυτερό μεταλλικό σουβλί από το κοντοσούβλι που είχα φάει.  Το έκανα εσκεμμένα. Αποδείχτηκε ότι κατά βάθος δεν τον είχα πιστέψει.  Το υποσυνείδητο είχε αναρριχηθεί στην επιφάνεια της νόησης και επηρέαζε την κρίση μου: δεν πίστευα τώρα πια ότι είχε αλλάξει μια σταλιά.

Αφού λοιπόν το είχα κάνει αυτό με ασφάλεια, χωρίς την αντίληψη των κινήσεών μου από κανέναν, φώναξα με φωνή παλλόμενη από τον φόβο εκείνης της ερημιάς, τώρα πια: ‘Περίμενε, έρχομαι’. Άφησα το τραπέζι βιαστικά και τον ακολούθησα.  Ο άντρας   γύρισε χαμογελώντας, με είδε που τον ακολουθούσα και σταμάτησε για να με περιμένει.  Όταν έφτασα κοντά του πέρασε το μπράτσο του στους ώμους μου κτητικά, όπως έκανε όταν ήμουν πιο μικρή, τότε που έμενε με τη μάνα μου και με θεωρούσε κτήμα του.  Δεν αντέδρασα και αυτό εκλήφθη εκ μέρους του, σα δική μου συγκατάθεση στην κίνησή του και όλες εκείνες που πιθανόν θα ακολουθούσαν.

Πήγαμε σ’ ένα μεγάλο δωμάτιο με ένα διπλό κρεβάτι.  Τα στρωσίδια του ήταν ακατάστατα.  Μια γυναικεία ρόμπα κρεμόταν στη μία άκρη του.  Κατάλαβα ότι είχε κοιμηθεί με γυναίκα.  Εκείνος έκλεισε την πόρτα πίσω του και με πλησίασε.  Ήξερε τον τρόπο. Αργός, νωχελικός, ήσυχος, θα έλεγε κανείς ότι ο δίπλα του ήταν καταδικός του. ‘Σταμάτα!’ είπα αποφασιστικά.   Χαμογέλασε.  ‘Γιατί παιδί μου;  Έγινες πια γυναίκα, δεν σου έλειψε ο έρωτάς μας;’ είπε χυδαία κι αυτό μ’ έκανε ν’ ανατριχιάσω, να επαναστατήσω.  Ήμουν μικρό παιδί τότε που με βίαζε κι εκείνη τη στιγμή εξακολουθούσα να είμαι παιδί, ένα κορίτσι δεκαπεντάχρονο, και μου μιλούσε σα να ήμουν μια ενήλικη γυναίκα μυημένη στον έρωτα.

Δεν είπα τίποτα.  Προσπάθησα ν’ αποκρύψω την απέχθειά μου. Τον κύτταζα δήθεν αδιάφορα. Στάθηκε απέναντί μου και άρχισε να γδύνεται. Έβγαλε το πουκάμισό του και κινήθηκε να βγάλει τη σχολική ζακέτα μου,  και ενώ με κύτταζε στο πρόσωπο μ’ εκείνο το σαρδόνιο χαμόγελό του, της βεβαιότητάς του, του σάτυρου, τράβηξα με το δεξί μου χέρι το σουβλί και το κάρφωσα πάνω του με δύναμη.  Δεν ξέρω πώς έγινε, πού βρήκα εκείνη τη δύναμη και κινήθηκα τόσο γρήγορα και τον χτύπησα. Με κύτταξε ερωτηματικά. Δεν είχε πάρει στα σοβαρά τις αντιδράσεις μου.  Τράβηξα το σουβλί με μανία και το ξανάκανα.  Ένιωσα μια τρελή χαρά μέσα μου. ‘Παλιάνθρωπε!’ είπα με μίσος μέσα από τα δόντια μου, όταν τον είδα να σωριάζεται κάτω, αναίσθητος.  Είχε τα μάτια κλειστά και δυο μικρές  κηλίδες στη φανέλα του έδειχναν  πού τον είχα χτυπήσει.  Δεν μ’ ένοιαξε καθόλου. Πέταξα το σουβλί στο καλάθι σκουπιδιών, δίπλα στην πόρτα της εισόδου στο μικρό διαμέρισμα,  και βγήκα έξω ήρεμα.  Φορούσα πάντα τα γάντια μου.  Τα είχα ξεχάσει εντελώς απάνω μου.

Ήμουν ψύχραιμη όταν βάδισα προς το δρόμο.   Για καλή μου τύχη ένα λεωφορείο κατέφθανε εκείνη τη στιγμή. Προσπάθησα να συγκεντρωθώ.  Μόλις σταμάτησε ρώτησα για το δρομολόγιό του.  Ο οδηγός απάντησε πως θα επέστρεφε στο κοντινότερο προάστιο σε μερικά λεπτά.  Ανέβηκα και περίμενα.  Κάποιοι άνθρωποι από το ξενοδοχείο βγήκαν και ανέβηκαν στο λεωφορείο.  Εγώ ήμουν απόλυτα φυσιολογική, νομίζω.  Σε λίγα λεπτά φεύγαμε.   Ένιωθα ότι είχα ξεμπερδέψει μια για πάντα μ’ εκείνον τον παλιάνθρωπο.  Ούτε καν ενδιαφερόμουν αν τον εύρισκαν ζωντανό ή πεθαμένο. Για μένα ήταν νεκρός, εντελώς νεκρός!

Περνούσαν οι μέρες.  Κάποια από αυτές με  φώναξαν στο γραφείο της Διεύθυνσης του Σχολείου  μου. Ο Διευθυντής με περίμενε έξω από αυτό πολύ σοβαρός  και εν καιρώ με ενημέρωσε… Είπε ότι κάποιοι κύριοι με περίμεναν και ότι ήθελαν να μου μιλήσουν για κάτι!  Με οδήγησε στο γραφείο του και μας άφησε μόνους, εμένα και τους δύο αγνώστους που περίμεναν.  Με ρώτησαν αν είχα δει τελευταία τον πρώην πατριό μου.  Απάντησα αρνητικά.  Με κύτταζαν έντονα στα μάτια προσπαθώντας θαρρείς να τα διαπεράσουν με τη δική τους ματιά, για να διαβάσουν μέσα τους την αλήθεια.  Τους κύτταζα κι εγώ άφοβα, γιατί δεν μ’ ένοιαζε τι θ’ ακολουθούσε. ‘Τους μπέρδεψα!’ σκέφτηκα. Έτσι είχα νομίσει.  Με άφησαν λοιπόν να φύγω και πίστεψα ότι τα είχα καταφέρει  να μ’ αφήσουν ήσυχη.  Αργότερα το ίδιο βράδυ στο σπίτι μας  -στης μητέρας μου- μας επισκέφτηκαν και πάλι οι δύο άγνωστοι γνωστοί του σχολικού γραφείου.  Ήταν αστυνομικοί.  Η μάνα μου τα είχε χάσει.  Δεν είχε ιδέα περί τίνος επρόκειτο. ‘Κυρία μου, ο πρώην σύζυγός σας βρέθηκε στο δωμάτιό του χτυπημένος με ένα μυτερό μεταλλικό αντικείμενο στο στήθος.  Μόλις και που τη γλύτωσε.  Είναι καλύτερα, αλλά δε θέλει να μαρτυρήσει τι ακριβώς συνέβη, ποιος του το έκανε αυτό, αν κάποιος του επιτέθηκε.  Όμως εμείς σαν αστυνομία έχουμε υποχρέωση να βρούμε τι συνέβη, γιατί δεν μπορεί ο καθένας να κάνει τέτοιες δουλειές μέσα στην κοινωνία μας και να μην συλλαμβάνεται.  Είδαμε τη θυγατέρα σας σήμερα το πρωί στο  σχολείο.  Είπε πως δεν είχε δει τον πρώην σας, όμως στο εστιατόριο του ξενοδοχείου του, ο πρώην σας είχε φάει με μια μικρή κοπέλα.   Είχαν μάλιστα υποθέσει από την οικειότητά του, ότι μπορεί να ήταν θυγατέρα του. Ρωτήσαμε λοιπόν δείχνοντας τη φωτογραφία της κόρης σας, αν αυτή ήταν το κορίτσι με τον πρώην σας. Λυπάμαι, αλλά αναγνώρισαν τη θυγατέρα σας.  Θέλουμε όμως να το ομολογήσει και η ίδια’.

Η φτωχή μητέρα μου είχε χλομιάσει και με είχε κυττάξει ερωτηματικά.  Ήταν ολοφάνερο ότι δεν είχε ιδέα η δύστυχη.  Δεν της είχα πει τίποτα.  Έκανα λοιπόν πως δεν καταλάβαινα τι συνέβαινε και επέμενα να μ’ αφήσουν ήσυχη.  Ξαναήρθαν λοιπόν στο σχολείο την άλλη μέρα.  Είχαν γίνει η σκιά μου. Έδειξαν τη φωτογραφία του πατριού μου στο σχολείο και ρώτησαν αν είχαν δει το άτομο αυτό, κάποια από τις ημέρες των δύο τελευταίων εβδομάδων.  Βρέθηκαν αρκετοί μαθητές που είπαν ότι ναι, με είχαν δει να μιλάω μαζί του και ότι τον είχα ακολουθήσει στο αυτοκίνητό του.  Αυτό ήταν. Με συνέλαβαν και αφού πρώτα μου πήραν τα δακτυλικά αποτυπώματα με πήγαν ύστερα στον εισαγγελέα.  Είχαν βρει το σουβλί με το οποίο είχα καρφώσει τον πατριό μου δυο φορές.  Αν και είχαν προσπαθήσει  δεν είχαν μπορέσει να βρουν αποτυπώματα για να τα συγκρίνουν με τα δικά μου.   Βλέπεις κρύωνα και φορούσα τα γάντια μου.  Παρόλο που είχαμε μπει στην άνοιξη, έκανε ψύχρα και δεν τα είχα βγάλει.

Ορίστηκε η συνάντησή μου με τον πατριό μου, ο οποίος αρνήθηκε τα πάντα, όπως είχα κάνει κι εγώ.  Όμως οι μαρτυρίες του εστιάτορα και των μαθητών του σχολείου μου και στη συνέχεια η αναπαράσταση, μας έκαναν να ομολογήσουμε τι είχε συμβεί.  Αυτός μεν έφαγε φυλακή για εκ νέου παραπλάνηση ανηλίκου κι εγώ κλείστηκα σε αναμορφωτήριο για ένα εξάμηνο, για την πράξη μου, αν και είχε κριθεί ως πράξη άμυνας.  Με είχαν φάει με τις νουθεσίες τους οι ψυχολόγοι και, και, και… πράγματα που συμβαίνουν σε αυτές τις περιπτώσεις.  Ο πατριός μου δεν ξανακούστηκε, κι εγώ θεωρήθηκα, και καταγράφτηκα στις στατιστικές του κράτους, ως προβληματικό παιδί.  Ήμουν και είμαι τελικά και όντως εξακολουθεί να αποδεικνύεται!’

Π.Δ.Ι.

 

4 thoughts on “Ω…  Λίλη!”

  1. Παρα πολύ καλό, αγαπητή μας Πιπίνα. Και η αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο, δίνει ιδιαίτερη ένταση στο λόγο σου. Η περιγραφή των εικόνων ήταν λες κι έβλεπα κάποια ταινία.
    Η δε τελευταία φράση πολύ ευρηματική: η ηρωίδα της ιστορίας, με τη δήλωσή της, αποδεικνύει ακριβώς το αντίθετο.-
    Άρις Αντάνης

  2. Άρη καλησπέρα από το Σύδνεϋ. Είμαι ικανοποιημένη που βρίσκεις ετούτη τη νουβέλλα αξιόλογη, διαβάζοντας ένα ελάχιστο έστω τμήμα της. Η συγκεκριμένη νουβέλα, είναι μάλλον περίπλοκη. Το εδώ απόσπασμα είναι μέρος της επεξήγησης της μοιραίας ηρωΐδας της συνώνυμης νουβέλας, Ω… Λίλη!.., σε σχέση με την εξέλιξη της προσωπικότητάς της, και ως εκείνη τη στιγμή, κατά την οποία πρόκειται να αντιμετωπίσει, την αυστηρότητα του μοναδικού πιθανόν άντρα, που την είχε ερωτευτεί (at first sight) ειλικρινά και την είχε εμπιστευτεί, σε μία μόνη πτήση από το Λονδίνο στο Σύδνεϋ! Πρόκειται για μία τραγική σχέση στην οποία τα δύο φύλα που αποκαλύπτονται και κρίνονται, αντιμετωπίζουν τις εξίσου τραγικές συνέπειές της.

  3. Ωραίο, καλογραμμένο κείμενο, καλή μου Πιπίνα, κι όπως λέει ο Άρις, κινηματογραφικό…σαν πλάνο από ταινία του Αγγελόπουλου…το επαρχιακό ξενοδοχείο, δίπλα η θάλασσα, αθώα και υποβλητική, μα στις ψυχές των ανθρώπων, ακραίες συμπεριφορές κι οδυνηρά συναισθήματα! Οι αντιθέσεις, αλήθεια, δυναμώνουν τα κείμενα. Φαντάζομαι την νουβέλλα στο σύνολό της, πόσο ενδιαφέρουσα θα είναι. Σ’ευχαριστούμε …για τη μέθεξη!

  4. Τζένη μου, καλημέρα και πάλι από το Σύδνεϋ. Σε ευχαριστώ πολύ για το σχόλιό σου. Ουσιαστικά η ηρωΐδα μου Λίλη, είναι ένα δυστυχισμένο πλάσμα, που ποτέ δεν κατέκτησε την ευτυχία που επιδιώκει ο άνθρωπος. Πέρασε δίπλα της αλλά παρά τις ευκαιρίες που της έδωσε η ζωή την κομμάτιασε με τα ίδια της τα χέρια!

Comments are closed.