Month: January 2016

An Awesome Ride


The bus is crammed; people jostle in the aisle, swinging hither and thither at the driver’s sudden brakes and swerves. A baby howls, an old lady flaps her fan against her flushed face.

Then the bus stops. It takes a while. An armed soldier gets off to inspect the road. Pitch dark. A roar is heard, a gunshot. The second soldier follows suit. He never comes back. The passengers stare out the window and at each other alert. Somebody knocks on the front door. The driver opens and a man, face distorted, reddish saliva dripping down his bloodied teeth – a zombie – bursts in, lunges at whomever he comes across, bites them hard on the neck. Screams and moans fill the bus. The ones that have been bitten become infected and maul the ones sitting next to them until everyone, except for the driver, runs amok, becomes a zombie.

«Μάλα γαρ φιλοσόφου τούτο το πάθος, το θαυμάζειν»


Απορία λοιπόν ήταν εκείνη
που με οδήγησε στον δριμύτατο χειμώνα.

Ψυχρές οι πνοές
κι ακόμη ψυχρότερα τα χνώτα
δεν άφηναν ίχνη πάνω στο γυαλί.
Άτηκτοι οι παγετώνες στο αμείλικτο φως
πιο αμείλικτοι από εκείνο.

Oath / Όρκος


He stood at the edge of the old castle’s parapet
below it the hungry abyss and
even lower the gleaming sea
ready to splash its first wave
onto the yellow soft sandy beach

when he raised his arm
as if taking an oath
as if promising to come back
at another time when we’d need
one to stand against
the greed and gluttony of the few
who comfortable and fat
dwelled in their satiation.

Τα όρια μιας τέχνης ταπεινής


Χωρίς αμφιβολία, όταν η ποιητική γραφή χρησιμοποιείται για να αποδώσει σε πρόζα τοπία και ανθρώπους, το αποτέλεσμα, για ν’ αποβεί σπουδαίο, απαιτεί μεγάλο τεχνίτη. Ο ποιητής Γιώργος Βέης, δεινός χειριστής της μεταφορικής, αφαιρετικής γλώσσας και παλαίμαχος του είδους, συνεχίζει να εκδίδει μοναδικά βιβλία ποίησης, ενώ από το 1999, συμπληρώνει το έργο του με ταξιδιωτικά κείμενα -μαρτυρίες από την πολυετή διπλωματική του πορεία ανά τον κόσμο.

Άρωμα Ελλάδας


Όπου κι αν το βλέμμα μου στην πολύπαθη γη μου απλώσω, μου μιλούν τα ιερά
των πραγμάτων τα ρήματα διαταγμένα σε βάθος γαλάζιων αιώνων.
Κι αν σιωπή με κερνούν των ανέμων οι σύγχρονοι γόνοι,
σαν ο νους πιθυμά ν’ αρμενίσει στα βάθη ολοφώτιστος
ξεναγός τον προσμένει των μνημείων ο Άχραντος Λόγος
και οι πάνδροσοι πόθοι της μνήμης
στο λιθάρι το διάφανο στο κροντήρι του πόντου
που η σιωπή κελαηδά με στεντόρεια αλήθεια
τ’ Αχιλλέα το όνειρο, του Ηρακλή, του Θησέα τη δόξα
της Αθήνας, της Σπάρτης και τ’ Αλέξανδρου εκείνο το μέγιστο βήμα
που τον ήλιο εγχάραξε στην καρδιά και στο σπέρμα της γης.



Έλα μαζί
στο κάτασπρο επτάκορφο βουνό
Ψάξε κι εσύ να βρεις τις πιο θερμές φωλιές μας
Μέσα στα πυροφαγωμένα δέντρα του Γενάρη
τα χνάρια μας, τεκμήρια σκλαβιάς, δε σβήστηκαν.
Μερικές πατημασιές μας ξέφυγαν
έρχονται προς την κοσμόπολη,
πάνω στο χιόνι που φρέσκο μόλις έπεσε
κι απλώθηκε πέπλο πάνω στις ψυχές μας
μήπως ξεχάσουμε όλες μας τις παραδόσεις
μαθαίνοντας πάλι σαν μικρά παιδιά
τα πρώτα μας χαμένα βήματα.