Ζωή και γράψιμο

March 27, 2016 By Diasporic Literature
Share

Στη συνύπαρξη ορμής και παρόρμησης

Η ζωή και το γράψιμο γίνονται αδιαίρετα στον ποιητή. Την λέξη χρησιμοποιώ και καλύπτω τον λογοτέχνη στο σύνολο που τον περιγράφει. Γίνονται, γιατί είναι διαδικασία αργή, ενός επαναλαμβανόμενου παρόντος που μεθοδεύεται από το μέγεθος που παίρνει το βίωμα στη ζωή.

Είναι δύσκολο να εξηγηθεί αυτή η σχέση σε όσους δεν την έχουν βιώσει και το μόνο που απομένει είναι η αλληγορία και ο συμβολισμός, για να εξηγηθεί… η αλληγορία και ο συμβολισμός. Είναι το ίδιο περίπου, όπως γίνεται και στη γλωσσολογία, όπου η γλώσσα χρησιμοποιείται για να εξηγηθεί… η γλώσσα. Στη γλωσσολογία υπάρχει ωστόσο η λέξη metalanguage, που είναι ακριβώς το μέσο, το μέσο που προσπαθώ να οικοδομήσω εδώ, να εξηγήσω την έννοια της μεγάλης λογοτεχνίας (ζωής) και της τέχνης του λόγου. Εδώ λέγεται απλά μια κριτική μελέτη.

Είχαμε πάει μια μέρα του 1959 περίπατο στο Καλαμάκι με τις καλόγριες του Σαιν Ζοζέφ Αθηνών, όπου φοιτούσα τότε. Μαθήτρια, στην πρώτη τάξη του Γυμνασίου, δώδεκα χρόνων θα ήμουν,  όταν μια καλόγρια που μας συνόδευε στην απογευματινή μας έξοδο με πλησίασε και με ρώτησε. «Ποιο νομίζεις ότι χωράει περισσότερο νερό, παιδί μου, αυτό το καρυδότσουφλο στην άμμο, αυτό το γεμάτο άδειο όστρακο ή αυτή η βάρκα η αραγμένη πιο κάτω;»

Τα τρία αντικείμενα ήταν στην παραλία, τα γέμιζε η θάλασσα, μα σαν τραβιόταν πίσω άδειαζε μέρος τους για να τα ξαναγεμίσει σε λίγο. Άδειαζε μέρος τους μόνο, είπα, δεν το έπαιρνε όλο. Παρ’ όλη την ορμή, παρ’ όλη τη δύναμη, τα τρία αυτά «δοχεία» μπορούσαν να κρατήσουν μεγάλη ποσότητα της τεράστιας ορμητικής δύναμης που γέμιζε αλλά και τους αφαιρούσε το περιεχόμενο.

Ήταν έρημες σχετικά οι παραλίες, τη δεκαετία του πενήντα, τον χειμώνα. Πέμπτη απόγευμα συνήθως βγαίναμε μια βόλτα στην Αθήνα αφού δεν είχαμε Γαλλικά τις απογευματινές ώρες της Πέμπτης, ακολουθώντας το σύστημα μαθημάτων της Γαλλίας.

Η απάντηση στην ερώτηση θα ήταν ευνόητη. Κατάλαβα ότι θα έπαιρνε άλλη τροπή η συζήτηση, χαμογέλασα κι αρκέστηκα να πω, «Δεν περιμένετε βέβαια να σας πω ότι είναι το όστρακο. Μην περιμένετε να σας πω καν πως είναι η βάρκα, αυτό θα ήταν τόσο εύκολο!»

Η καλόγρια ζητούσε μια ευθεία απάντηση. «Άρα;», είπε, περιμένοντας μια ακριβή απάντηση από μένα, βλέποντάς με επίμονα στα μάτια.

Αυτό δεν άρεσε καθόλου. Βρέθηκα στριμωγμένη. «Άρα;» ξαναρώτησε.

Έπρεπε να σκεφτώ σβέλτα και σωστά.  Αυτή η βάρκα, η γεμάτη νερό κι αυτό το όστρακο, γεμάτο από το ίδιο νερό, καθώς και το μισό καρυδότσουφλο… και τα τρία με διαφορετική ποσότητα και τα τρία χωρούσαν θάλασσα μέχρι το λαιμό όσο ήταν δυνατό ν’ αντέξουν, έτσι που να μην περισσεύει σταγόνα στο εσωτερικό τους. Μα ακόμα, όταν η θάλασσα έφευγε το περισσότερο νερό παρέμενε, κρατιόταν. Αυτό έπρεπε να τύχει απάντησης στο ερώτημα της δασκάλας μου. Και μου ζητήθηκε η λύση. Μιλούσε για διαφορετικό περιεχόμενο ταυτόχρονα ωστόσο για το συμβολικά ίδιο, στα γεμάτα ερημωμένα, φαινομενικά, αντικείμενα, που άλλα με λίγο άλλα με πολύ περιεχόμενο, σχετικό της ώρας, του χρόνου και της επίδρασης ενός μεγαλύτερου παράγοντα, ήταν έτοιμα να δεχτούν και έτοιμα ν’ αδειάσουν, να δώσουν πίσω στο καρτέρι του πάρε-δώσε ό,τι τους είχε τάξει η συγκεκριμένη θέση τους.

Έμεινα σιωπηλή για λίγα δευτερόλεπτα. Η απάντηση στο διαφορετικό, θα αναιρούσε την ποσότητα στο τσόφλι ή στο όστρακο σε σύγκριση με το περιεχόμενο της βάρκας, και η απάντηση στο όμοιο θα αναιρούσε το περιεχόμενο της βάρκας σε σχέση με την έννοια της ποσότητας των άλλων δυο εν γένει, σε σύγκριση κυρίως με αυτήν της θάλασσας.

Απάντησα αυθόρμητα: «Αυτή δεν είναι μαθηματική ερώτηση ή ερώτηση Φυσικής, είναι μια άλλου είδους ερώτηση στην οποία η απάντηση είναι αυτή. Έχουν όλα την ίδια ποσότητα!»

Σήμερα θα το έθετα με άλλα λόγια. Τα αντικείμενα, οι άνθρωποι, τ’ αστέρια περιέχουν την ύλη τους, όποια κι αν φαίνεται πως είναι αυτή και χωρούν μια ποσότητα που μπορούν και είναι σε θέση ν’ αντέξουν, να γεμίσουν, μέσα στην όποια (αντίξοη) ορμή, στο είναι τους. Καταλύουν κάποιους λογικούς νόμους χάριν ισορροπίας. Μικρά ή μεγάλα, όταν είναι γεμάτα, έχουν την ίδια χωρητικότητα που μετριέται με την προσφορά ολόκληρου του εσωτερικού τους (κόσμου) όποιος κι αν είναι αυτός.

Έξυπνη ή όχι, ολοκληρωμένη ή όχι η τότε απάντηση παραδίδει σήμερα πολλά πορίσματα στα ερωτήματα που η ίδια θέτω στη σχέση ζωής και δημιουργίας λόγου, στη σχέση μ’ εκείνο που γεμίζω, που γεμίζουμε όλοι οι συγγραφείς μέσα στην ορμή της θάλασσας-ζωής. Αν δεχτούν το όλον, έχουν την ίδια πιθανότητα να συγκριθούν σε μέγεθος, σε επιφάνεια, σε περιεχόμενο μεταξύ τους, όσο κι αν είναι ανόμοιοι με τους άλλους.

Η καλόγρια χαμογέλασε ευχαριστημένη κι εγώ ήμουν μάλλον η μεγάλη απορημένη με όσα είπα, όταν έτρεξα να βρω τις φίλες μου.

Με την έννοια ζωή εννοείται αυτό το γέμισμα, εννοείται αυτή η ποσότητα, σε άλλους το λιγότερο περιεχόμενο, αρκετό για να χωρέσει πλήρως τα βιώματα που θα δοθούν πίσω στον άνθρωπο, σε άλλους με περισσότερο περιεχόμενο αλλά που πάλι χωρούν πλήρως ότι τα γεμίζει, που θα δοθούν το ίδιο γεμάτα, όπως γεμίζει η θάλασσα τις άδειες κοιλιές των αντικειμένων, που ξαναπαίρνει για να ξαναδώσει. Μα πάντα βρίσκει κανείς μέρος που έχει ρημάξει η θάλασσα η ζωή, μέρος που έχει αδειάσει να υπάρχει ακόμα, φορές μάλιστα άθικτο, απείραχτο,

Γεμάτοι από εκείνο που έχει να προσφέρει ο όγκος της ζωής οι άνθρωποι που μεγαλώνουν μέσα τους όλο το περιεχόμενό τους, που το προσφέρουν με την ταπεινότητα του αυθεντικού και ορισμένου υπαρκτού τους έχουν να δείξουν το ίδιο υπέρπληρο περιεχόμενο, το ίδιο ωστόσο και ταυτόχρονα υπέρμετρα διαφορετικό.

Το γράψιμο και η ζωή, θέματα ανάλογα και θεμιτά ανάλογα, οδηγούν σε μια αντιστρόφως ανάλογη θεωρία τον ποιητή με όσα είναι σε θέση να βλέπει, να προβλέπει, να χαρίζει, με λίγα λόγια, να παραχωρεί… γιατί συχνότερα ο δημιουργός παραδίδει περισσότερα από ό,τι φορτώνεται.

Η ολοκληρωμένη εξιστόρηση θεμάτων, συναισθημάτων, ιστοριών, και φαντασιωτικών εικόνων εξαρτάται έτσι από το πόσο μπορεί να μεγαλώσει κανείς το περιεχόμενό του, να το προσφέρει ολόκληρο, ασχέτως μεγέθους. Και η ουσία της ζωής αλλά και του γραψίματος εξαρτώνται από το πόσο μπορεί ο άνθρωπος να ταχτεί και να σχετιστεί με τη ζωή, να μπορέσει να περιγράψει, αν έχει την ικανότητα, να είναι σε θέση να θεωρήσει διαφορετικά, σε σχέση με τους άλλους, τα δικά του, αλλά και σε σχέση πάντα με τη ζωή να μπορέσει να τα μοιραστεί στον ορατό κόσμο όσων μπορούν να (κατ)ονομάσουν μικρά και μεγάλα, όμοια και ανόμοια, πως είναι όλα ίδια αν έχουν την ίδια πληρότητα.

Ευθύς εξ αρχής είναι συνεπώς εύλογο ότι γράψιμο και ζωή είναι όσο περίπλοκο είναι ένα θέμα επιστημονικά δύσβατο, όσο απλό είναι το θέμα της ζωής και της συμπλήρωσή της στην καλλιτεχνική και αυθόρμητη δικαιολογία της δημιουργίας.

Ζωή έχουν όλοι, γράψιμο όσοι έχουν της ζωής το ιδιαίτερο άκουσμα, το πάφλασμα που δεν φοβίζει ότι θα πάρει μέρος της πληρότητας μας με την ορμή του, αφού αυτό θα μας ξαναγεμίσει, και πέρα ακόμα από το άδειασμα της ορμής.

Η ζωή είναι τόσο διαφορετική στον καλλιτέχνη είναι τόσο απλή και ήρεμη τόσο άθικτη αλλά και πυρπολημένη, εξαντλητικά εξερευνημένη από τα καθημερινά που διεγείρουν τα εναύσματα και οι συγκινήσεις.

Αν μπορεί κανείς να φανταστεί ένα σχέδιο που να αποτελείται από τεράστια πιθάρια βαλμένα σε σχήμα κυκλικό γύρω από ίσως να μπορέσει να γίνει κατανοητή. αυτή η σχέση, και από πόσα μελανοδοχεία περνάει η πένα του δημιουργού πριν καταλήξει στο χαρτί.

Είναι εννέα πιθάρια μέσα στα οποία σφραγίζεται το άρωμα του κάθε λογοτέχνη. Στο πρώτο χωράει η ζωή, στο δεύτερο η ζωή του λογοτέχνη, στο τρίτο η αλήθεια του κάθε δημιουργού όπως ακριβώς του παρουσιάζεται στο δρόμο του, στο τέταρτο η αλήθεια του παντός, η συχνά διαφορετική από αυτή του δημιουργού και που ο ίδιος πρέπει να γνωρίζει, στο πέμπτο χωράει ο χρόνος, στο έκτο η προστακτική κατάλυση των συνόρων που χωρίζουν τον άνθρωπο από τον άνθρωπο, στο έβδομο η ανάγκη και η ελευθερία να γίνει ο δημιουργός το άλλο πιθάρι, το δοχείο που συγκοινωνεί (επικοινωνεί) με όλα τα υπόλοιπα, στο όγδοο είναι η γνώση  και ο σεβασμός του για όσα γράφουν οι όμοιοί του και για όσα έμαθε από αυτούς και στο ένατο η δυνατή τεκμηρίωσή της χωρητικότητας του, με λίγα λόγια, η συνταγή τού να μπορεί να γίνεται όστρακο, τσόφλι, βάρκα, να γεμίζει και ν’ αδειάζει στο θέλημα δυνάμεων που τον θέλουν παρόντα στα φαινόμενα της εποχής, να μην αρνιέται μέγεθος, να μην επιβουλεύεται μεγαλύτερα βάθρα.

Αραγμένος, κυρίως, πεισματικά ενάντια στην ορμή, και ελεύθερος στη συνύπαρξη ορμής και παρόρμησης.

Στην αρένα ζωής και δημιουργίας… αυτός είναι ο λογοτέχνης.

Έρμα Βασιλείου

“Άρθρα, Σκέψεις, Κείμενα”