Ο Προμηθέας Έλληνας

Share

Γιώργος Σταυράκης
μέλος του Δ.Σ της
ΕΤΑΙΡΙΑΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ

Δεν πάει καλά αυτός ο κόσμος.
Οι διεθνείς τραπεζικοί εγκληματίες
γεμίζουν με φέρετρα απόγνωσης τον κόσμο.
Οι αυτόχειρες αφήνουν τη σκόνη από το σώμα τους
και η τελευταία βροχή της άνοιξης την ταξιδεύει
στα σταυροδρόμια του αγώνα.
Δεν πάει καλά η χώρα μας.

Όπου κι αν στρέψουμε το βλέμμα ,
το χρώμα της ήττας και της προδοσίας
ζωγραφισμένο με αδρές πινελιές
στις φτωχές ψυχές των Ελλήνων.
Τ’ όραμα Δικαιοσύνη, της Ευρώπης
στον σκουπιδοτενεκέ της απληστίας.

Έπος Λευτεριάς

Share

Είκοσι οκτώ του Οκτώβρη, τρεις η ώρα το πρωί·
οι στιγμές των ρολογιών καρφωμένες στο σκοτάδι·
κι’ ως να άνοιξαν οι πύλες, απ’ τους φύλακες του Άδη,
σαν ο Γκράτσι πήγε νά ’βρει των Ελλήνων την ψυχή.

Κι’ ως να εδάκρυσε η μέρα ξημερώνοντας βουβή,
σαν ο ίσκιος της τραβούσε κατά κει που λάμπει ο ήλιος
ενδοξότατος, τρανός, απ’ τ’ αθάνατο το σφρίγος
που, στου Έλληνα – φωτός, φωτοανεξάντλητη ροή –

Ρεζέρβα

Share

Μες στο σακίδιό μου η απαραίτητη καρδιά
Ρεζέρβα
για τον χρόνο εκείνο
που ιατρικά ανακοινωθέντα
θα διαγνώσουνε την επιβράδυνση της σκέψης μου
την επιτάχυνση του φόβου μου
την αναστολή των πιο αυθόρμητων στιγμών μου
Και τότε θα είναι λες και έχω αποδημήσει
σε χώρα άγνωστή μου

Η γειτονιά μου η Καστρινή

Share

Η γειτονιά μου η Καστρινή
Τ’ ήταν εκείνη η γειτονιά…
Η γειτονιά η μαγική
πού ‘χε δικά της σύνορα
τον φωτεινό ορίζοντα
όλη ζωή και νιάτα!

Σοκάκι του γκαλντεριμιού
στου Κάστρου τα ισκιώματα
και στις χτισμένες τις αυλές
στις γρανιτένιες σκάλες
με τη γραμμή την κάτασπρη
την ασβεστοκαμωμένη…
Όλα στη λαμπρογειτονιά
των παιδικών μου χρόνων.

Θα είμαι εκεί…

Share

Θα είμαι εκεί…
Όταν είσαι πληγωμένη
και χρειάζεσαι φροντίδα,
μόνη, προβληματισμένη
και χωρίς καμιάν ελπίδα,

Κλείσε τα μάτια
και, με τη σκέψη σου, φώναξέ με.
Να είσαι σίγουρη,
σε χρόνο ανύποπτο, θα είμαι εκεί.

Το σχήμα της ντροπής

Share

Κείνο το μισοφέγγαρο
που δίχως όνειδος απλώνεται στον Πενταδάκτυλο

Εκείνο το θρασύτατο το μισοφέγγαρο
που σαν θεριό λυσσομανά
πριν έρθει το ξημέρωμα

Αμφιβολία – Doubt

Share

Αμφιβολία

ΑΜΦΙΒΟΛΙΑ

Ο νέος που πρόσμενες να `ρθει
δεν ήρθε μήτε απόψε.
Μα τί θα του `λεγες; Γιατί;
Άσε τα μάταιο να χαθή.
Το άμοιρο φύτρο κόψε.
Μη σου πλανεύει την καρδιὰ
τη χιλιοπαθημένη,
μία αναγελάστρα επιθυμιά.
Στην εαρινὴν αυτὴ βραδιὰ
μία πίκρα είνε χυμένη.
Μα δεν ακούς τη συμβουλή,
τόσο η μαγεία σε δένει.
Μήτε κι απόψε δε θα `ρθεί
κι έτσι θα γίνει πιο πολὺ
το αυριο που περιμένει.
Στα σκοτεινά του μάτια φως
η απουσία θα χύσει,
τ’ αδέξια χέρια του, με ορμὴ
συγκρατημένη, ένας κρυφὸς
καημὸς θα τα φιλήσει
και θα τα ειδώ να μου απλωθούν,
να `ναι δειλὰ στη νίκη,
γλυκὰ στην πίστη πως μπορούν,
κύμα χαδιών, να με τραβούν
στο βάθος σα χαλίκι.

Μετάφραση
Μανώλη Αλυγιζάκη

Doubt

DOUBT

The young man you expected
hasn’t come tonight.
What would you tell him? Why?
Let the futile vanish
cut the unfortunate sprout.

Don’t let the forever
cunning desire
fool your heart.
There is a hidden sadness
in this spring evening.

Yet you don’t listen to advice
the enchantment has a strong hold on you
he’ll never come tonight
and tomorrow will turn
even more painful.

Absence will shine
light into his eyes;
with reserved ardor
a secret passion
will kiss his awkward hands

and I shall see them spread
timid in victory
sweet as if they can,
caressing waves, to pull me
like a pebble into the depth