Στου Θέρμου το Γυμνάσιο…

Share

Ο Παναγιώτης ήταν μαθητής στο Γυμνάσιο του Θέρμου. ΄Ηταν από κάποιο μακρινό χωριό της Ορεινής Τριχωνίδας και όπως πολλοί άλλοι εξωθέρμιοι μαθητές νοίκιαζε δωμάτιο. Τα πρώτα χρόνια νοίκιαζε στο σπίτι της κυρα-Κούλας αλλά τα δυο τελευταία χρόνια στο σπίτι της κυρίας Μάρθας Δάρακα. Ο σύζυγός της κυρίας Δάρακα ήταν πρώην αξιωματικός, γύρω στα 75 του. Είχε αποστρατευτεί στη δεκαετία του 1920. Κάποτε έδινε κάποιες ομιλίες για τα ταραχώδη γεγονότα των δεκαετιών του 1910 και 1920. Τα δυο παιδιά τους ζούσαν στην Αθήνα.

     Ο κ. Πέτρος Δάρακας περνούσε την ημέρα του στην «Αίγλη», το καφενείο της Θερμιώτικης μέσης τάξης, που βρισκόταν στη δυτική άκρη της Πλατείας. Εκεί περνούσαν το υπόλοιπο της μέρας τους πολλοί δημόσιοι υπάλληλοι και μερικοί από τους καθηγητές μετά τις πέντε. Για τους μαθητές η είσοδος στην «Αίγλη» ήταν σχεδόν αδιανόητη. ΄Οταν η κυρία Μάρθα ήθελε να του στείλει κάποιο μήνυμα έστελνε στην Αίγλη τον Παναγιώτη. Για τον Παναγιώτη αυτό ήταν μια προνομιακή δικαιολογία να μπαίνει στην Αίγλη και να κόβει την κίνηση. Ο κ. Δάρακας καμιά φορά τον καλούσε στο τραπέζι του και τον κερνούσε λουκούμι ή κάποιο γλυκό. Είχαν γίνει καλοί φίλοι. Ο κ. Δάρακας έπινε τον καφέ του, συζητούσε με κάποιους ή παρακολουθούσε κάποιους που έπαιζαν χαρτιά ή τάβλι. Κάποτε ο Παναγιώτης τον ρώτησε πώς και αποστρατεύτηκε τόσο νωρίς.

«Δεν ήταν πολύ νωρίς, του είπε. ΄Ελαβα μέρος στους Βαλκανικούς πολέμους, στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, και στη Μικρασιατική εκστρατεία. Ποτέ δεν ήμουν φιλο-Βενιζελικός, έτσι λίγο μετά το 1923, αποφάσισα να αποστρατευτώ.» Ασχολήθηκε για ένα διάστημα με κάποιες εμπορικές δραστηριότητες.

     Τα χρήματα του Παναγιώτη πάντοτε ήταν ελάχιστα. Κάθε μήνα έπρεπε να πληρώνει το ενοίκιο στην κυρία Μάρθα. Στις διακοπές, τα τελευταία χρόνια,, όταν υπήρχε εργασία, έκανε μερικά ημερομίσθια στα έργα οδοποιΐας της Πρόνοιας. ΄Ενας θείος του από την Αυστραλία τού έστελνε πότε πότε μια μικρή επιταγή.  Η μάνα του στο χωριό, ωστόσο, ανησυχούσε, ιδιαίτερα όταν δεν πήγαινε τα Σαββατοκύριακα. Στενοχωριόταν: «Πώς να τα περνάει εκείνο το παιδί, δεν θάχει ούτε ψωμί». ΄Ενα Σάββατο ζύμωσε ένα ψωμί, το έβαλε σε ένα σακούλι και πήγε και παρακάλεσε τον παλιό του δάσκαλο που υπηρετούσε ακόμη στο χωριό και κάθε Σάββατο έκανε τις τρεις ώρες ποδαρόδρομο μέχρι το Θέρμο, στην οικογένειά του, να μεταφέρει το ψωμί για τον Παναγιώτη. Ο καημένος ο δάσκαλος, ευγενέστατος και που γνώριζε από στερήσεις και φτώχεια δεν είπε όχι. Ο Παναγιώτης αισθάνθηκε μεγάλη αμηχανία όταν τον κάλεσε ο κύριος Μαστρογεωργίου να περάσει να πάρει το ψωμί. Θα προτιμούσε ν’ ανοίξει η γη να τον καταπιεί. Τον ευχαρίστησε αλλά αυτό δεν μπορούσε ποτέ να ήταν αρκετό.

     Μερικοί μαθητές στερούνταν το ψωμί αλλά ο Παναγιώτης δεν έφτασε σε τέτοια στέρηση. Η μάνα του δεν μπορούσε να φανταστεί τις πολλαπλές του δραστηριότητες. Πότε πότε έκανε διάφορα μικροθελήματα και έβγαζε κάποιο χαρτζηλίκι. Η κυρία Σερεμέτη ήταν πασίγνωστη στο Θέρμο για τις αγαθοεργίες της, δωρεές προς τις εκκλησίες, προς άπορα κορίτσια, βοήθεια προς φτωχούς μαθητές. Μερικοί την αποκαλούσαν η «κυρία Μαρκατζίνη», γιατί συχνά φώναζε «Ζήτω ο Μαρκεζίνης»! Πού τον θυμούνταν! Ο μακαρίτης ο άνδρας της ήταν επαναπατρισθείς ομογενής εξ Αμερικής που εγκαταστάθηκε στο Θέρμο. Είχε μια σεβαστή περιουσία αλλά η μεγάλη υποτίμηση της δραχμής το 1953 σχεδόν διπλασίασε τα εισοδήματά του που έρχονταν σε αμερικάνικα δολάρια. Γι’ αυτό και η κυρία Σερεμέτη δόξαζε το όνομά του Μαρκεζίνη σε κάθε ευκαιρία. Η κυρία Σερεμέτη πότε πότε καλούσε τον Παναγιώτη να πάει να της φέρει ορισμένα ψώνια. Το έκανε πολύ ευχαρίστως. Και συνήθως τον αποζημίωνε πλουσιοπάροχα, χωρίς ποτέ να το ζητήσει. ΄Αλλες φορές από τον κοντινό φούρνο του κυρίου Πλάτωνα τον καλούσαν να μεταφέρει με ένα καροτσάκι κάποια δέματα στο πρατήριο άρτου που βρισκόταν κοντά στην Πλατεία. ΄Ετσι εξασφάλιζε ένα-δύο φρέσκα ψωμιά την εβδομάδα. Μερικές φορές ο θείος  Γιάννης, ο ξάδελφος του πατέρα που ήταν ανάπηρος πολέμου από την Αλβανία και είχε περίπτερο στην Πλατεία, τον καλούσε στο σπίτι του το μεσημέρι όταν είχαν «καλό φαγητό» ή, αν η γυναίκα του έλειπε στο κτήμα, τον έπαιρνε στο γειτονικό ταβερνάκι, τα «Πέντε Φι» -Φίλε Φέρε Φίλους, Φάγε, Φέρε-, να φάνε μαζί. Ο θείος Γιάννης έπινε και καμιά ρετσίνα αλλά ο Παναγιώτης δεν την είχε ακόμη συνηθίσει. ΄Αλλες φορές η κυρία Μάρθα τού κρατούσε ένα πιάτο από το φαγητό της ημέρας. Μερικά Σαββατοκύριακα πήγαινε και έμεινε με τους συγγενείς τους στην κοντινή  Χρυσοβίτσα.

     Οι συμμαθητές χωρίζοναν σε διάφορες ομάδες. Μερικοί ήταν ψευτονταήδες που πείραζαν τα κορίτσια και τους μικρότερους. Ιδιαίτερα εκείνη την κοπέλα που είχε έρθει από κάποιο ξένο Γυμνάσιο. Οι περισσότεροι ήταν καλά παιδιά, συνήθως από τα γύρω χωριά που περνούσαν με στερήσεις. Το Γυμνάσιο έβγαζε πότε πότε μερικούς λαμπρούς μαθητές αλλά οι περισσότεροι ήταν μετριότητες.΄Ολοι θέλανε να εξασφαλίσουν τη βάση, να περάσουν τις τάξεις,  λίγοι, όμως, μελετούσαν πραγματικά, να μάθουν, να καλλιεργηθούν. Ο Γάκιας ο ψηλολέλεκας που απαιχθανόταν το διάβασμα, έγραφε πάνω στα σχολικά του βιβλία ένα δίστιχο που είχε γίνει η επωδός και για άλλους:

Όποιος δεν έχει βάσανα και θέλει ν’ αποκτήσει

στου Θέρμου το Γυμνάσιο να έρθει να φοιτήσει…

     Πολλοί μαθητές περνούσαν τα απογεύματα παίζοντας ποδοσφαιράκια στου Κυριακόπουλου, έκαναν καμιά βόλτα στην Πλατεία, ή έκαναν μακρυνούς περιπάτους στο Κουρί, στη Λειβαδόβρυση, στο Ρολόι, στο δρόμο προς το Πετροχώρι ή προς την Αγία Σοφία.

Υπήρχε και ο δρόμος προς το Αρχαίο Θέρμο αλλά συνήθως οι περισσότεροι τον απόφευγαν γιατί περνούσε έξω από το σπίτι του Παπαλέξη, του φιλόλογου.

     «Δεν έχω όρεξη να με πάρει το μάτι τον Αντωνάκη του Παπαλεξούλα και να με σηκώνει αύριο πρώτο-πρώτο στο μάθημα», έλεγε κάποιος.

Τα βράδυα καμιά φορά ζεύγη καθηγητών έκαναν έφοδο στα δωμάτια των μαθητών να δουν αν μελετούν και μερικοί «συλλαμβάνονταν χαρτοπαίζοντες ή και καπνίζοντες». Αν στα ζεύγη συμπεριλαμβανόταν ο Καμπαδάς ή ο Νιδόπουλος μπορεί να άστραφταν και καμιά ξεγυρισμένη σφαλιάρα, πριν ο μαθητής περάσει μπροστά σε ολόκληρο το Γυμνάσιο τη διαδικασία της ανάκρισης και αποβολής.

     Το Θέρμο κολυμπούσε στην πρασινάδα των πλατάνων, των λευκών, των κληματαριών, στο άρωμα του γιασεμιού, των γαρύφαλλων, των τριαντάφυλλων. Ο Λάκης έλεγε άμποτε «να τελειώσω το σχολείο, να ξεμπερδέψω με το στρατιωτικό, να βρω εργασία, να κάνω οικογένεια, να πάρω σύνταξη και να αφιερώσω την υπόλοιπη ζωή μου στη μελέτη των αρχαίων κειμένων που τώρα δεν έχουμε χρόνο να τα διαβάσουμε!». Ο Μιχάλης ήθελε να παντρευτεί τη Ρίτα, πίστευε ότι τον ήθελε και εκείνη, αν δεν τον ήθελε η μάνα της που κάνει τον καμπόσο «θα κλέβονταν». Ο Γάκιας, ομιλητικός, και ισχυρογνώμων, αναφερόταν συχνά στις ολέθριες, όπως έλεγε, συνέπειες του αυνανισμού. Είχε διαβάσει το θέμα σε κάποιο βιβλίο. Θα ρωτούσε το θεολόγο καθηγητή Νιδόπουλο αν αυτό αναφέρεται στις γραφές και το γιατρό Μπέκο να επιβεβαιώσει τις απόψεις του. Πάντοτε, όμως, ανέβαλε την επίσημη αυτή πληροφόρηση. Ο Παύλος και ο Κώστας ήταν καλοί κανταδόροι και όλη η παρέα τραγουδύσε στον περισσότερο δρόμο. Ο Παύλος έπαιζε, επίσης, μερικές φορές το ακορντεόν του. Ο Απόστολος που ήταν πειραχτήρι είχε σκαρώσει και ένα ποίημα για τη μερακλήδικη φωνή και τη μουσική δεξιοτεχνία του Παύλου που άρχιζε κάπως έτσι:

Γεια σου Παυλή τραγουδιστή, τσαχπίνη και μαέστρο

Για βάλε μπρος το ακορντεόν και το τραγούδι πέστο…                                      

 

     Οι σχέσεις μαθητών και μαθητριών στο Γυμνάσιο ήταν φιλικές αλλά, τυπικές. ΄Ηταν μαζί στην τάξη, μιλούσαν για τα μαθήματα και τα σχολικά ζητήματα αλλά πάντοτε υπήρχε απόσταση. Ελάχιστες ήταν οι μαθήτριες από τα χωριά, οι περισσότερες ήταν από το Θέρμο. Το ίδιο από φτωχές οικογένειες ήταν και τα ίδια και περισσότερα προβλήματα αντιμετώπιζαν και πολλά από τα κορίτσια. Υπήρχαν δυο Τούλες συμμαθήτριες με παρανόμια να τις ξεχωρίζουν, η Τούλα η Μαύρη και η άλλη, η Τούλα το Γραμμάτιο. Η Τούλα η Μαύρη είχε μαλλιά, πρόσωπο και δέρμα όλα κατάμαυρα. Η Τούλα το Γραμμάτιο είχε καστανά μαλλιά με σταρόχρωμο πρόσωπο..Το παρανόμι της το απόχτησε από τον πατέρα της Κάποτε, έλεγαν, είχε πάει στην υπηρεσία της Πρόνοιας να κάνει αίτηση για κάποιο βοήθημα πολυτεκνίας.

     -Πόσα παιδιά έχεις; τον ρώτησε ο υπάλληλος

     -΄Ενα, απάντησε αυτός.

     -Μα τότε δεν είσαι πολύτεκνος!

     -Ναι, αλλά έχω και πέντε γραμμάτια !,  απάντησε αυτός. Εννοούσε τα κορίτσια του.

Σε μιαν άλλη περίπτωση η Τασούλα μιμούνταν τον Νικάκη, τον εγγονό της γρια-Διαμαντούλας που τραύλιζε ελαφρώς. «΄Ακου μικρή μου να σου πω, της παρατήρησε η γριά Διαμαντούλα, μην κάνεις την έξυπνη. Ο Νικάκης είναι καβαλάρης αλλιά από την πεζούρα! Το καταλαβαίνεις αυτό,  δεν χρειάζεται να στο κάνω λιανά!»

     Η κοινωνία του Θέρμου δεν δεχόταν και δεν επέτρεπε φανερές ιδιαίτερα φιλικές σχέσεις αγοριών και κοριτσιών. Ορισμένως, με το ξύπνημα της εφηβίας εγείρονταν ορμές και η περιέργεια για το άλλο φύλο. ΄Ενα απόγευμα ο Παναγιώτης και ο Μιχάλης, όταν πήγαιναν στη Δευτέρα τάξη,  πέρασαν από το κατάστημα υδραυλίκών του Κωστόπουλου. ΄Ελειπε αλλά ήταν εκεί ο ξάδερφός του ο Βασίλας, ο συμμαθητής τους. Δυο μαθήτριες σταμάτησαν μπροστά από το απέναντι υαλοπωλείο περιμένοντας την Τζένη, την κόρη του καταστηματάρχη, Ο Βασίλας, πειραχτικός και αυθόρμητος, άρχισε να τους σφυρίζει. Τα κορίτσια γελούσαν. Η Τζένη, το όμορφο και ζωηρό αγριοκόριτσο, που έβλεπε τη σκηνή από μέσα, δεν βγήκε από την πόρτα. Εμφανίστηκε ξαφνικά γελαστή πάνω στο διπλανό παράθυρο. Σήκωσε με νάζι τη μαθητική ποδιά της  δείχνοντας τις γάμπες της και σα ζαρκάδα πήδηξε στο πεζοδρόμιο. Για μια στιγμή, έλαμψε το παράθυρο και το απέναντι πεζοδρόμιο! Ο Βασίλας τρελάθηκε! Βγήκε από την πόρτα κουνώντας ένα μεγάλο λαστιχένιο νεροσωλήνα. Τα κορίτσια έφυγαν προς την Πλατεία χαχανίζοντας.

     Ο Βασίλας ανήκε σε μια εύπορη θερμιώτικη οικογένεια. Κάπνιζε, σπάνια διάβαζε αλλά κατάφερνε να περνάει τις τάξεις. Το μόνιμο θέμα του ήταν τα κορίτσια, τα αστεία και διάφορες ιστορίες σεξουαλικού περιεχομένου. ΄Οταν έγινε 17 χρονών άρχισε μερικές φορές να συνοδεύει, κατά τις σχολικές διακοπές τον Θόδωρο, τον μεγάλο του αδελφό, στο φορτηγό του που μετέφερε εμπορεύματα σε διάφορες πόλεις. Μια μέρα μετά τις διακοπές του Πάσχα πέρασε το βράδυ από το δωμάτιο του Μιχάλη. Εκεί ήταν ο Παναγιώτης και δυο-τρεις άλλοι συμμαθητές που συζητούσαν για τα μαθήματα. Το δωμάτιο του Μιχάλη ήταν ένα είδος στέκι και ο Βασίλας συχνά περνούσε από εκεί. ΄Αναψε τσιγάρο και άρχισε τις δικές του ιστορίες:

     -Μάγκες, αυτή τη φορά το πράγμα πήγε εντάξει.

     -Τι πήγε εντάξει; Τι εννοείς Βασίλη;

     -Τα κορίτσια! Πήγα με το Μάκη στα κορίτσια!

     -Τι λες ρε! Πού; Πότε; Οι άλλοι άρχισαν τις ερωτήσεις γεμάτοι περιέργεια και ενδιαφέρον.

Ο Βασίλας ταξίδεψε με τον Θόδωρο από την Πάτρα για την ΄Αρτα και τα Γιάννενα. Πολλές φορές είχε επιχειρήσει να πάει στα κορίτσια αλλά ο Θόδωρος του το απαγόρευε. ΄Οταν σταμάτησαν στην ΄Αρτα ο Θόδωρος πήγε σε κάποιες δουλιές. Ο Βασίλας πρότεινε στο Μάκη να πάνε στα κορίτσια. Εκείνος δέχτηκε.

     -Ποιός είναι ο Μάκης;

     -Ο βοηθός του Θόδωρου στο φορτηγό.

Το μπουρδέλο ήταν σ’ ένα σπιτάκι σε μια πάροδο, έξω από τον κύριο δρόμο. Το μικρό σαλόνι μύριζε τσιγαρίλα και αποσμητικό αλλά όλοι κάπνιζαν και δεν τους ενοχλούσε. Δυο άνδρες κάπνιζαν νευρικά γύρω από ένα τραπεζάκι. Περίμεναν σειρά.  ΄Υστερα από λίγο, η Μαντάμα είπε ότι η Σόνια περιμένει στο τρία και έδειξε προς το Βασίλα. Αυτός αισθάνθηκε αμηχανία, σηκώθηκε έτοιμος να τραβήξει προς την έξοδο αλλά είδε το Μάκη και πήρε θάρρος. Η Σόνια, μια μελαχρινή τριαντάρα με βαμμένα μαλλιά και νύχια, ήταν ιδιαίτερα φιλική. Παρατήρησε τη νευρικότητά του και τον ηρέμησε. Αισθάνθηκε, είπε, να ελαφρώνει ο σβέρκος και ολόκληρη η ραχοκοκαλιά του.¨Οταν γύρισε στο σαλόνι βρήκε το Μάκη που είχε βγει νωρίτερα. Βγήκαν και τα τρία κορίτσια, Δεν υπήρχε καθόλου κίνηση εκείνη την ώρα. Τα κορίτσια ζήτησαν φωτιά και τσιγάρο. Πιάσαν την κουβέντα. ΄Ανοιγαν τα σκέλια τους και έκαναν γαργαλιστικές κινήσεις για να τους ξαναπάρουν μέσα. Ο Μάκης τού έγνεψε ότι φεύγουν. Σηκώθηαν, χαιρέτησαν και βγήκαν.

     -Ξαλάφρωσα για λίγο!, είπε ο Βασίλας στην παρέα και άναψε άλλο τσιγάρο.

     -Μη σ’ακούσει ο Νιδόπουλος και αλοίμονό σου!, του είπε ο Κώστας. Θα σ’ αφήσει στον τόπο!

Ο Βασίλας ήταν ευχάριστος τύπος, πάντα πρόσχαρος, με τις ενδιαφέρουσες ιστορίες του. Δεν πέρασε την Πέμπτη τάξη(΄Εβδομη, όπως την έλεγαν τότε). ΄Επιασε δουλιά στο φορτηγό και τον επόμενο χρόνο δεν τον έβλεπαν σχεδόν καθόλου.

 ΄Ενας άλλος καλός φίλος και συμμαθητής του Παναγιώτη ήταν ο Βαγγέλης, γιος ενός υπαλλήλου τοπικού τραπεζητικού υποκαταστήματος. Με το Βαγγέλη έπαιζαν κάποτε ποσόσφαιρο στο σχολείο ή έλυναν μαθητικές ασκήσεις, έναν κλδο στον οποίο ο φίλος του διακρινόταν. Ωστόσο, τα ενδιαφέροντα του Παναγιώτη ήταν περισσότερο με ζητήματα λογοτεχνίας και διανόησης που τον Βαγγέλη δεν τον ενδιέφεραν ιδιαίτερα. Ο Παναγιώτης επιζητούσε βιβλία από φίλους και μία καλή φίλη των βιβλίων ήταν η Δέσποινα, η κατά ένα χρόνο μικρότερη αδελφή του Βαγγέλη, που τα προμηθευόταν από φίλους των γονιών της. Η Δέσποινα ήταν μια νεαρής ηλικίας ποιήτρια. Ο Παναγιώτης μπορούσε να δανείζεται βιβλία από τη Δέσποινα και είχαν αναπτύξει κάποια, έστω μη φανερή, συναισθηματική φιλία. Η φιλία αυτή κράτησε μέχρι το 1957 όταν ο πατέρας του Βαγγέλη και της Δέσποινας μετατέθηκε σε κάποια άλλη πόλη και η οικογένεια έφυγε από το Θέρμο. Από τότε επικοινωνούσαν πότε πότε με καμιά κάρτα.

     Το 1956, όταν ο Παναγιώτης έμεινε σε δωμάτιο της κυρα-Κούλας είχε συμμαθήτρια την ΄Ελλη, την εγγονή του κυρίου Βάσου του Αμερικάνου, που είχε το μεγάλο εμπορικό. Η θεία της ΄Ελλης είχε κατάστημα καλλυντικών στην Αθήνα. Η ΄Ελλη όταν δεν είχε σχολείο πήγαινε στην Αθήνα και βοηθούσε στο μαγαζί. Πολύ της άρεσε αυτή η εργασία.

     Η ΄Ελλη ήταν η όμορφη της τάξης αλλά δεν ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για τα μαθήματα.¨Οταν πλησίαζαν οι εξετάσεις η μητέρα της ΄Ελλης παρακάλεσε τον Παναγιώτη να πηγαίνει στο σπίτι τους και να διαβάζουν μαζί. Τού έδινε επίσης κάποιο μικρό χρηματικό ποσό για την προσπάθειά του. Η ΄Ελλη ήταν γοητευτική,  ομιλιτικότατη αλλά τα μαθήματα τα αντιπαθούσε. Τα ενδιαφέροντά της ήταν για τη μόδα και περιοδικά μόδας. ΄Οταν άρχιζαν να μιλάνε για αρχαία κείμενα, Λατινικά ή ΄Αλγεβρα σηκωνόταν να φέρει τσάι, πορτοκαλάδα και τα συναφή, θυμόταν κάποια ιστορία με κάποια πελάτισσα στο μαγαζί της θείας της ή κάποιο κουτσομπολιό για κάποιον καθηγητή ή συμμαθητή.

Η κυρα-Κούλα, που ήταν μεγάλη κουτσομπόλα, έλεγε στον Παναγιώτη, με τη χαρακτηριστική ρουμελιώτικη προφορά της:

«Παναγιωτάκη, να ξέρεις: λέγε λέγε το κοπέλι κάνει την κοπελιά να θέλει! Μην αφήνεις το τσουπί να πελαγώνει. Αν έχει βγάλει τρίχες στη μασχάλη, είναι εντάξει, προχώρα!».

«Τι τρίχες, μωρή!, της έλεγε ο άνδρας της. Μπορεί να τις ξυρίζει. Δουλεύει και σε μαγαζί καλλυντικών!».

«΄Αλλο τα ξυρισμένα και άλλο τα αμάλλιαγα!», απαντούσε αυτή.

Η ΄Ελλη δεν πήγε καλά στα μαθήματα. Πήρε τη βάση στα Αρχαία και τα Λατινικά αλλά έμεινε μετεξεταστέα στα Μαθηματικά. ΄Εφυγε για την Αθήνα και δεν ξαναγύρισε να δώσει τις εξετάσεις. Ο Παναγιώτης έριχνε το σφάλμα στον εαυτό του, ότι δεν ήταν καλός δάσκαλος.

Το Γυμνάσιο δεν πρόσφερε ξένη γλώσσα, εκτός από τα Λατινικά που ολόκληρο το εξάμηνο οι μαθητές έκαναν 4-5 σελίδες το πολύ, που τις μάθαιναν παπαγαλία για τα προφορικά ή το διαγώνισμα. Το ίδιο γινόταν και με τα κείμενα των Αρχαίων Ελληνικών, όπου η έμφαση ήταν στο Συντακτικό και τη Γραμματική και οι μαθητές συνήθως δεν καταλάβαιναν, χωρίς τις  επεξηγήσεις ενός παραβοηθηματικού βιβλίου το λεξιλόγιο και το νόημα μιας παραγράφου που διάβαζαν. Δεν δινόταν στην τάξη, ούτε μια κατανοητή μετάφραση, ούτε έστω μια περίληψη ολόκληρου του έργου. Μια συναρπαστική καινοτομία, για λίγο, ήταν όταν ο Παπαλέξης βοήθησε τους μαθητές του να ανεβάσουν την Αντιγόνη σε θεατρική παράσταση. ΄Ηταν κάτι το έκτακτο για όλο το Γυμνάσιο. Διαφορετικά, δεν λειτουργούσε βιβλιοθήκη, ούτε στο Γυμνάσιο, ούτε στην Κοινότητα του Θέρμου και γενικά το κλίμα δεν ευνοούσε τη μελέτη και μάθηση.

    Ο Παναγιώτης, που του άρεσε το διάβασμα, δέχτηκε εθελοντικά την πρόταση του καθηγητή της Ιστορίας να συμβουλευτεί την εγκυκλοπαίδεια και 2-3 άλλα βιβλία και να φέρει μια έκθεση στην τάξη σχετικά με τις αιτίες των εμφυλίων πολέμων κατά τη διάρκεια των χρόνων της επανάστασης του 1821. ΄Εφερε μια εργσσία εννέα σελίδων. Πολλοί συμμαθητές δυσφόρησαν:

«Τι είναι τώρα τούτο πάλι. Σε λίγο ο Νέκας θα μας βάλει να κάνουμε όλοι τέτοιες εργασίες.» Ο Νέκας δεν ζήτησε άλλες τέτοιες εργασίες. Το βιβλίο απαιτούσε μόνο παπαγαλία. Ο Γάκιας, όταν τον σήκωναν στο μάθημα και που συνήθως ήταν αδιάβαστος και μπερδευόταν στην παπαγαλία, έριχνε την ατυχία του στον παπά της γειτονιάς του:

«Αμ, τον είδα τον παπά πρωί πρωί και είχα άσχημο προαίσθημα!». Γι’ αυτόν η προσωπική εξέταση ήταν πάντα «ατυχία».

     Ο Γυμνασιάρχης Γιάννης Λιανός ήταν ένας ενθουσιώδης φιλόλογος και ποιητής, ψυχή τε και σώματι αφοσιωμένος στη μόρφωση των μαθητών του, έστω και αν αυτοί τότε δεν το εκτιμούσαν ιδιαίτερα. ΄Ηταν παλιός μαθητής του Γιάννη Γρυπάρη στο Μεσολόγγι. Επέμεινε στην κατανόηση της Ιλιάδας, της Αντιγόνης, των δημοτικών τραγουδιών, στην ποιότητα των μαθητικών εκθέσεων. ΄Ηταν άρρωστος, συχνά έλειπε για ιατρικές εξετάσεις. Είχε φτάσει στο χρόνο αφυπηρέτησης, ύστερα από μια μακρά περίοδο υπηρεσίας. Το 1943 όταν οι Γερμανοί έκαψαν το Θέρμο και μαζί το Γυμνάσιο και το σπίτι του Γυμνασιάρχη, αυτός, το μόνο που κατάφερε να διασώσει ήταν το αρχείο του σχολείου το οποίο  είχε πάρει μαζί του καταφεύγοντας σε ένα ορεινό χωριό.

     Μια μέρα που δίδασκε τον «Βουτηχτή» του Φρίντριχ Σίλερ ο Παναγιώτης ανέφερε μερικά στοιχεία από τη ζωή και το έργο του ποιητή που είχε διαβάσει σε ένα άρθρο του Μάριου Πλωρίτη στην εφημερίδα «Ελευθερία». Ο Γυμνασιάρχης ευχαριστήθηκε πολύ και τόνισε στους μαθητές ότι θα πρέπει να διαβάζουν όσο το δυνατόν περισσότερο. ΄Οταν φύγουν από το σχολείο, είπε,  θα τα βρίσκουν όλα δύσκολα, τότε θα χρειάζονται ν’ ανταποκρίνονται μόνοι τους στις νέες απαιτήσεις της ζωής.

     Ο Παναγιώτης πήγαινε στο πρατήριο άρτου του κυρίου Πλάτωνα να διαβάζει το Βήμα και στο καφενείο του Κωνσταντή να διαβάζει την Ελευθερία. ΄Ηταν από τους πιο πληροφορημένους μαθητές της τάξης του. Μια μέρα, όμως, στο καφενείο του Κωνσταντή αντί για την Ελευθερία βρήκε την Ακρόπολι.

     -Πώς έτσι; Γιατί η αλλάγή εφημερίδας;  ρώτήσε τον κύριο Κωνσταντή.

     -Το ίδιο είναι, εγώ πάντα αγοράζω μια εφημερίδα για τους πελάτες, νάρχεσαι να διαβάζεις την Ακρόπολη.

     -Μα τη διαβάζω την Ακρόπολη, μου τη δανείζει η κυρία Μάρθα.  Αλλά γιατί η αλλαγή;

     -Θα καταλάβεις παιδί μου. Κάθε βδομάδα περνούσε ο χωροφύλακας, και μ’ έγραφε γιατί δεν είχα ασπρίσει το πεζοδρόμιο. Το χασάπη, απέναντι, δεν τον έγραφε. ΄Οταν άλλαξα εφημερίδα σταμάτησε να με γράφει.

     Το Θέρμο δεν είχε κινηματογράφο. Κάποτε, από το μεγάφωνο ενός αυτοκινήτου ανακοινωνόταν ότι έφτασε κάποιος περιοδεύων θίασος που το Σάββατο θα έπαιζε τον «Ερωτόκριτο». Θα παρέμειναν μερικές μέρες ακόμη, θα έπαιζαν τη «Θυσία του Αβραάμ», τη «Γενοβέφα», τη «Γκόλφω», τη «Δεσποινίδα 39 ετών» και μερικά ακόμη άλλα έργα. Ο Παναγιώτης ήθελε να δει τα έργα αλλά δεν είχε χρήματα. Η πώληση των αυγών που τού έφερνε η μάνα του από το χωριό δεν έφτανε. Σκέφτηκε διάφορους τρόπους. Ζήτησε από τον κ. Δάρακα μερικά δανεικά, «Για τον σκοπό αυτό, ασφαλώς!», είπε αυτός και του έδωσε ένα πενηντάρικο. Μετά την πρώτη παράσταση πήγε και είδε τον θιασάρχη. «Φαίνεσαι καλός μαθητής!, του είπε αυτός. Θάρχεσαι να βοηθάς δυο ώρες όταν έχουμε πρόβες και θα σου δίνω ένα εισητήριο δωρεάν». Ο Παναγιώτης επέστρεψε 40 δραχμές στον κ. Δάρακα.  Λίγο αργότερα θα του επέστρεφε και τα υπόλοιπα. «Κράτησε τα υπόλοιπα!», του είπε εκείνος.  Ο καημένος, η υγεία του φαινόταν να είχε χειροτρέψει. Με δυσκολία ανέβαινε τη σκάλα του σπιτιού του.

     Μια μέρα μια αυτοκινητοπομπή έφτασε στο Θέρμο και πολύς κόσμος συγκεντρώθηκε στην «Αίγλη». Πήγε και ο Παναγιώτης. Επισκεπτόταν το Θέρμο ο Υπουργός Δημοσίων ΄Εργων και Συγκοινωνιών Γεώργιος Ράλλης και μαζί ήταν ο τοπικός βουλευτής Ιωάννης Νικολίτσας και μερικοί άλλοι πολιτικοί. Ο κ. Αρακόπουλος, καταστηματάρχης και Πρόεδρος της Κοινότητας Θέρμου άρχισε με μεγάλο στόμφο να καλωσορίζει τους επισήμους. Είχε μάθει το λόγο του αυτολεξεί. Σε ένα σημείο, όμως, σκόνταψε, δεν μπορούσε να θυμηθεί παραπέρα. Για κοντά μισό λεπτό εξακολουθούσε να παραμένει άφωνος. ΄Ακρα βουβαμάρα στο καφενείο! Τότε ο Ράλλης έσπευσε προς βοήθειά του. Ευχαρίστησε τον κύριο Πρόεδρο και τον κόσμο για τη θερμη υποδοχή, εξήγησε το σπουδαίο έργο της κυβέρνησης και τη χαρά του για τη συνάντησή τους στο Θέρμο με τόσο κόσμο. Ο κόσμος χειροκροτούσε.

     Λίγους μήνες αργότερα, όμως, τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Κάπου 15 βουλευτές, μαζί και ο Νικολίτσας και ο Ράλλης αποσκίρτησαν από την κυβερνητική παράταξη της ΕΡΕ και προκηρύχτηκαν εκλογές για τις 11 Μαΐου 1958. Διάφοροι πολιτικοί άρχισαν να καταφτάνουν στην Αίγλη. ΄Ενας Αγρινιώτης πολιτευτής, ο Γεώργιος Παπαϊωάννου πήγε με την ΠΑΔΕ, τον συνασπιαμό του Μαρκεζίνη. ΄Ενα αυτοκίνητο που τον διαφήμιζε, πριν μιλήσει στην Αίγλη, διαλαλούσε στη διαπασών στους δρόμους του Θέρμου:

«Ο Μαρκεζίνης είπε: ΄Οχι βάσεις στην Ελλάδα!».

Ο Υπουργός της ΕΡΕ Ανδρέας Στράτος πέρασε και μίλησε και αυτός στην Αλιγλη: «Δεν θα πρέπει ο λαός να ξεχνά, είπε, τους ποταμούς αιμάτων του συμμοριτοπολέμου και θα πρέπει να προσέχει πού ρίχνει την ψήφο του…». Ο βουλευτής του κόμματος των Φιλελευθέρων Γεώργιος Σταμάτης που εχθρευόταν τον Νικολίτσα βρήκε την ευκαιρία, εγκαταλείποντας το κόμμα του, να προσχωρήσει στο κόμμα και τον κόσμο της ΕΡΕ του Καραμανλή και να καταλάβει τον χώρο του αποσκιρτήσαντα βουλευτή. Με εφτά λεωφορεία γεμάτα οπαδούς του και άλλα αυτοκίνητα ήρθαν από το Αγρίνιο, έφεραν γύρω την Πλατεία Θέρμου, διαλαλώντας με τα μεγάφωνα «Ψηφήσατεεε Σταμάτηη!». Συνωστήθηκαν όλοι μέσα και έξω από την Αίγλη. ΄Ηταν δεινός ρήτορας, εξήγησε το σφάλμα του να είναι μακριά από τον αρχηγό της ΕΡΕ.

«Αν συμφωνάτε, μαζί μου, βροντοφώναξε, ε! τότε ερρέτω! ΄Εχουμε όλοι την υποχρέωση ν’ ακολουθήσουμε τον μεγάλο ΄Ελληνα αρχηγό στα πεπρωμένα της αναδημιουργίας της πατρίδος μας!». 

     Ο τοπικός υποψήφιος ήταν ο παλαίμαχος δικηγόρος Τάσος Ακρίδας. Κάποτε στα νιάτα του, στη δεκαετία του 1920, είχε εκλεγεί μια φορά βουλευτής. Μίλησε με συγκίνηση για όλες τις περασμένες εμπειρίες και βάσανα που έζησαν  στη μικρή κοινωνία του Θέρμου στη διάρκεια της Κατοχής και του Εμφυλίου. ΄Ηταν και αυτός με τον συνασπισμό της ΠΑΔΕ.

«Μας λένε, είπε, να δώσουμε βάσεις στους Αμερικανούς να μας υποστηρίξουν στον αγώνα μας για την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. ΄Ομως, τι να την κάνω την Κύπρο, αν μετά από έναν πυρηνικό όλεθρο δεν θα υπάρχει η ΕΛΛΑΣ;»  Πολύς κόσμος παρακολούθησε την ομιλία του, πολλοί τον αγαπούσαν και τον χειροκροτούσαν θερμά αλλά, ως συνήθως, λίγοι τον ψήφιζαν. Λόγω του χαρακτήρα του, δεν ήταν ο άνθρωπος που θα μπορούσε να τους κάνει τα ρουσφέτια.

     Οι υποψήφιοι της ΕΔΑ μίλησαν στο καφενείο του Χρυσούλη. Είπαν ότι διεκδικούσαν τη δεύτερη θέση. Τελικά στις εκλογές αναδείχτηκαν Αξιωματική Αντιπολίτευση. Στο καφενείο του Χρυσούλη μίλησε και ο παλιός τρομοκράτης του Εμφυλίου, ο Γανωμένος, αλλά αυτός δεν ήταν υποψήφιος.

     Στην πλατεία της Χρυσοβίτσας, ο Παναγιώτης, παρακολούθησε και την ομιλία του φιλελεύθερου βουλευτή, ποιητή και ακαδημαϊκού Αθανασιάδη-Νόβα: «Αγαπητοί Χρυσοβιτσιάνοι, είπε, αυτή τη φορά είναι η ώρα να εδραιώσουμε τη δημοκρατία και να φέρουμε την πρόοδο στη χώρα…». Μίλησε με συμπάθεια για «τον συμπολίτη μας Νικολίτσα που διαπίστωσε ότι πολλά πράγματα δεν πήγαιναν καλά», και ο οποίος αυτή τη φορά επέλεξε, «την αγρανάπαυση». Αναφέρθηκε σε διάφορα άλλα ζητήματα αλλά, πολλούς Χρυσοβιτσιάνους δεν φαινόταν να τους πείθει. Στο τέλος κάποιος μπήκε μπροστά και τού είπε:

«Μπορώ να πω κάτι; Γιατί εσείς οι πολιτικοί άλλα έρχεστε και μας λέτε εδώ και άλλα κάνετε, ή μετά εξαφανίζεστε; Πριν από δυο χρόνια ήρθε και ο Αναστασάτος, μας έταξε ότι θα διορίσει ή θα βρει δουλειά σε όλα τα παιδιά της Χρυσοβίτσας. Εκλέχτηκε και μετά μην τον είδατε».

Ο Νόβας ανταποκρίθηκε συμφιλιωτικά:

«΄Εχεις δίκιο αγαπητέ μου, πολύ δίκιο! Πολλοί από μας τους πολιτικούς είμαστε ασυνεπείς. Εγώ βλέπω τους συμπολίτες μας στην Αθήνα. ΄Οταν έρθεις στην Αθήνα πέρασε από το γραφείο μου. Προσπαθώ να λύνω τα προβλήματα.»

Τού έδωσε την κάρτα του και τον καθησύχασε.

 

     Μια μέρα, γύρω στις 11, βρωμοκόπησε ολόκληρη η πάνω πτέρυγα του Γυμνασίου. Κάποιος μαθητής έριξε στο διάλειμμα, στην αίθουσα που δίδασκε ο Γυνασιάρχης κάποια χημική αμπούλα με μια τρομερά δυσάρεστη δυσοσμία. Η μπόχα έφτανε ως έξω στο μακρύ διάδρομο. Ο Γυμνασιάρχης σχεδόν που δεν έκλαιγε.

«Τι να σας πώ! Πέστε μου ποιος ήταν ο αίτιος; Να το πει ο ίδιος!».

    Οι μαθητές δεν άντεχαν, ήθελαν να βγούνε έξω, αλλά ο Γυμνασιαρχης είπε να κλείσουν και τα παράθυρα γιατί αυτό τους αξίζει. Μερικοί μαθητές υποψιάζιάζονταν κάποιον που είχε πρόσβαση σε ένα από τα δυο φαρμακεία της κωμόπολης, αλλά δεν έλεγαν τίποτα.

«Πέστε μου ποιός είναι ο αίτιος γιατί θα αποβάλω τρεις μαθητές με κλήρο!». Κανένας δεν απαντούσε. Ο Γυμνασιάρχης τράβηξε έναν αριθμό από το κουτί με τα ονόματα των μαθητών. «Δεν γνωρίζω τίποτα!», είπε ο μαθητής. Ο Γυμνασιάρχης του είπε ότι αποβάλλεται για τρεις μέρες. Ο δεύτερος αριθμός ήταν το όνομα μιας μαθήτριας. Ο Γυμνασιάρχης είπε ότι δεν θ’ αποβάλει μαθήτριες, μόνο αγόρια. ΄Αλλοι δύο μαθητές αποβλήθηκαν στη συνέχεια. Ο τρίτος ήταν ο Παναγιώτης.

     -Κύριε Γυμνασιάρχα, δεν γνωρίζω τίποτα.

     -Δεν θέλω ν’ ακούσω τίποτα! Τρεις μέρες αποβολή!

    Ο Διονύσης από την Καβάλα ήταν έφεδρος ανθυπολοχαγός με ανακατάταξη και διμοιρίτης της τοπικής ομάδας των ΤΕΑ. Η υπηρεσία του νοίκιαζε δυο μεγάλα δωμάτια στο σπίτι του κυρ-Ανδρέα. ΄Ηταν θεολόγος και συζητούσαν με τον Παναγιώτη μερικά αρχαία κείμενα. Μια μέρα ρώτησε τον Παναγιώτη αν θα μπορούσε να τον βοηθήσει γύρω στις έντεκα το βράδυ.

-Αρχίζουν σε λίγο τα διαγωνίσματα, είπε αυτός, αλλά θα διαθέσω λίγο χρόνο.

-Κάνα δυο ώρες. Θα κάνω συναγερμό. Θα πάρουμε τα όπλα στο Ρολόι.

-Εντάξει.

    Στις έντεκα είχαν το οπλοπολυβόλο και κάνα δυο αυτόματα στο Ρολόι και ο Διονύσης άρχισε τους πυροβολισμούς και τις ρίψεις φωτοβολίδων, μέσα στη νύχτα. Σε μισή ώρα είχαν μαζευτεί καμιά εικοσαριά τεατζήδες και εξακολουθούσαν να έρχονται και άλλοι.

-Κύριε Ανθυπολοχαγέ τι σας έπιασε, μόλις είχαμε ξαπλώσει, είπε κάποιος. Πού θα πας τέτοια ώρα; γκρίνιαζε η γυναίκα του.

-Πρέπει κάποτε να ελέγχουμε την ετοιμότητά μας!.

Η άσκηση είχε 88% επιτυχία, μερικοί ήταν εκτός Θέρμου.

    Την άλλη μέρα ο κύριος Πλάτωνας και ο κυρ-Ανδρέας επέπληξαν τον Παναγιώτη για τη διατάραξη της νυχτερινής ησυχίας.

-Τι πήγες να κάνεις με αυτόν τον παλαβό στο Ρολόι; του είπε  ο κυρ-Ανδρέας. Δεν είναι σαν τον προηγούμενο. Αυτός έχει απωθημένα».

    Σύντομα μετά πέθανε ο κύριος Δάρακας, στο νοσοκομείο στην Αθήνα. Η κηδεία του έγινε στο Θέρμο. ΄Ηταν πάνδημη!

    Μετά το πρωινό διαγώνισμα μιας μέρας της τελευταίας εβδομάδας των εξετάσεων η παρέα του Παναγιώτη και του Κώστα, καμιά δεκαριά μαθητές -όχι μαθήτριες- αγόρασαν ψωμί, τυρί και ελιές και πήραν τον μακρινό περίπατο προς το Πετροχώρι. Ο Παύλος είχε το ακορντεόν του. ΄Ολοι ήταν σίγουροι ότι είχαν πιάσει τη βάση αλλά ήταν αυτό αρκετό; Τώρα έφτασε ο καιρός που θα έπρεπε ν’ ανταποκρίνονται μόνοι τους στις νέες απαιτήσεις της ζωής. Πέρασαν από την άκρη του Πετροχωρίου στον εξώστη, κατάφατσα ση λίμνη. ΄Εβλεπαν από ψηλά πανόμορφα τα καταγάλανα νερά της Τριχωνίδας στις απογευματινές ηλιακές ανταύγειες, ολόδροση την πρασινάδα στις κοντινές και μακρινές παραλίμνιες όχτες, άσπρους τους οικισμούς της Μακρυνείας, της Γαβαλούς, της Μυρτιάς, της Παραβόλας, της Νερομάνας, της Καλλιθέας, γκρίζες τις πλαγιές και τους βράχους των μελιχρών γύρω βουνών. Στο νου όλων αχνοφάνταζε, πίσω απ’ τα βουνά, η αόρατη θάλασσα και, με κάποια ανησυχία, το αδιόρατο μέλλον. Ο Παύλος άρχισε το ακορντεόν. Το έριξαν στο τραγούδι και κάποιοι στο χορό.

 

 Χρήστος Ν. Φίφης