Αποκριές…

Share

© Πιπίνα Δ. Έλλη (Pipina D. Elles)

“Δε θέλω!.. Ντρέπομαι σου λέω!” παραπονέθηκα γκρινιάζοντας στη μητέρα μου. Εκείνη όμως ξαναείπε με μαλακιά φωνή

“Μα αποκριές είναι! Δεν είπαμε, πως ό,τι και να φορέσεις, θα είναι καλό; Θα σε ντύσουμε νύφη και τη Νάνα γαμπρό. Έτσι θα είστε και οι δυο σας μια χαρά μασκαρεμένες!”

Εγώ όμως διαφωνούσα τόσο επίμονα, που έφερα τη μητέρα μου σε δύσκολη θέση.

“Μα… εγώ είμαι ψηλότερη από τη Νάνα, μαμά! Να ντυθεί εκείνη νύφη!”

Η μητέρα μου με πλησίασε, γονάτισε μπροστά μου και πιάνοντας τα μικρά μπράτσα μου πρόσθεσε:

“Της έρχεται μεγάλο το λευκό ταγιεράκι μου… ενώ εσένα θα σου ταιριάζει καλύτερα”.

“Μα κι εγώ είμαι μικρή γι’ αυτά τα ρούχα μαμά!.. και να ξέρεις δε μου αρέσει καθόλου να ντυθώ νύφη. Είναι χαζό και θα με κοροϊδεύουν. Εγώ θέλω να ντυθώ καλή νεράιδα…” είπα με παράπονο και η μητέρα μου δεν ήξερε η καημένη τι να κάνει για να με δει χαρούμενη.

Για την μητέρα μου, ήταν πολύ δύσκολο εκείνο που ζητούσα, για να μην πω αδύνατον. Μικρή καθώς ήμουν και δεν καταλάβαινα πολλά πράγματα, είχα επηρεαστεί από τις συζητήσεις με τις φίλες μου ή τους άλλους συμμαθητές μου στο σχολείο, και ήθελα να μασκαρευτώ με κάποια στολή ασυνήθιστη, που θα μ’ έκανε να διαφέρω, να είμαι κάτι ασυνήθιστο και πέρα από την  καθημερινότητα. Δεν ήταν άλλωστε αυτό το επιδιωκόμενο;  Αν ντυνόμουν  νεράιδα ή κάτι άλλο εξίσου γοητευτικό -κατά την άποψή μου της τρυφερής ηλικίας των δέκα χρόνων- πίστευα ότι θα έπαιρνα και λίγη από την αίγλη της, όπως αυτή ανέδυε μέσα από τα παραμύθια. Αν αλήθεια, πίστευα στις νεράιδες; Όχι, κι αυτό το είχα ξεπεράσει, πολύ ενωρίτερα ίσως από ότι έπρεπε, όμως ευχόμουν συχνά να ήταν αληθινές και μ’ εκείνο το υπέροχο μαγικό ραβδάκι τους να μπορούν να πραγματοποιούν εκείνες τις συνήθως όμορφες, τρυφερές, αγνές, παιδιάστικες επιθυμίες.

Καθώς πίστευα ότι ήμουν ένα καλό παιδί, πέρα από τις μικροαταξίες που τα παιδιά  αυτής της ηλικίας κάνουν, από απροσεξία ή άγνοια μάλλον, παρά εσκεμμένα, θεωρούσα ότι αν ντυνόμουν νεράιδα, ίσως τελικά και να αποκτούσα κάποια δύναμη, που θα αναδυόταν από την πεποίθησή μου, ότι κάποτε τα παραμύθια υποβοηθούν στα όνειρά μας και αυτά με τη σειρά τους μπορεί και να γίνουν πραγματικότητα!

Γιατί γιορτάζαμε όμως αυτές τις ημέρες; Παρόλο που η εξήγηση ήταν θρησκευτική, στο σχολείο μας γιορτάζαμε το καρναβάλι, κοντά σε άλλα χορεύοντας και το Γαϊτανάκι[1] και τραγουδώντας τα ακόλουθα:

“Γαϊτάνι έχω στο πλεκτρί

και τσόχα εις τον ράφτη

και ξένον νε στην ξενιτιά

και καρτερώ τον νά ‘ρθει.

Γαϊτανάκι μου πλεγμένο

στην ανέμη τυλιγμένο…”

Δεν είχα τις γνώσεις και δεν καταλάβαινα καλά τους λόγους ή τους σκοπούς αυτών των συνηθειών. Γνώριζα ότι είχαν τις ρίζες τους στα χρόνια των προγόνων μας, Σχετίζονταν με αρχαία ελληνικά έθιμα και είχε γίνει ένας  συνδυασμός αρχαίων ελληνικών δοξασιών με νεότερες ελληνοχριστιανικές.  Ήταν πολύ νόστιμες οι αφηγήσεις για τους καλικάντζαρους, τα φανταστικά δαιμονικά της νεοελληνικής μυθολογίας,  που έτρεχαν να καταχωνιαστούν στα τρίσβαθα της γης, κυνηγημένοι από τους παππάδες, τον αγιασμό και την αγιαστούρα τους, εξ ου και το εξορκιστικό τραγουδάκι:

“Φεύγετε να φύγουμε

έρχετ’ ο τρελόπαππας

με την αγιαστούρα του

και με τη μαγκούρα του”

ή και άλλα κωμικά τραγούδια, αρκετά αθυρόστομα όπως:

“Πώς στουμπίζουν το πιπέρι

Του  διαβόλου οι καλογέροι… “

Η πρώτη Κυριακή των Απόκρεων η Κυριακή δηλαδή αποχής από το κρέας, δύο εβδομάδες πριν από τη Μεγάλη Σαρακοστή και η επομένη της Τυρινής την οποία ακολουθεί η Καθαρά Δευτέρα, έχουν σχέση με την αποχή από τις τοξίνες και αποβλέπουν στην κάθαρση του ανθρώπινου σώματος  και την προετοιμασία του για την υποδοχή του Μεγάλου Πάσχα. Όμως ο λαός μας, που θέλει και κάτι παραπάνω από τη θρησκευτική ερμηνεία των εορτών, προσθέτει και τα δικά του, που είναι κατάλοιπα από μνείες των Διονυσιακών ξεφαντωμάτων των προγόνων του.  Άλλωστε οι αποκριάτικες φωτιές -καλούμενες από κάποιους από το 68’ που έφυγα από τα Γιάννινα,  «Τζαμάλες»- που ανάβουν οι συμπολίτες μας  την Κυριακή της Τυρινής, μέχρι σήμερα, ενίσχυαν και εξακολουθούν να ενισχύουν αυτή την πίστη, δηλαδή τον εξαγνισμό όχι μόνον των ανθρώπων, αλλά και όλης της φύσης, για την υποδοχή της χρονικής περιόδου της αφύπνισης και της καρποφορίας, που είναι η άνοιξη και το καλοκαίρι.

Οπωσδήποτε στην άχαρη ηλικία των δέκα μέχρι και των δώδεκα χρόνων, δεν καταλάβαινα πολλά πράγματα. Δεν καταλάβαινα για παράδειγμα, ότι στην πολιτεία μας την μεταπολεμική περίοδο του 1950, η ζωή από όποια σκοπιά και αν την εξέταζες, αγκομαχούσε από το φορτίο των προβλημάτων της.  Ακόμη και αν άκουγα ότι υπήρχε φανερή ένδεια, δεν αντιλαμβανόμουν την ακριβή σημασία της λέξης, καθώς στην οικογένειά μας -και αν ακόμη είχαμε ελλείψεις- αφότου κατάλαβα τον εαυτό μου, δε θυμάμαι να είχαμε ποτέ περισσότερα, ώστε να μας λείπουν. Είχαμε στέγη και την σχετική άνεση,  τρώγαμε καλά, ντυνόμαστε όπως οι περισσότεροι γύρω μας και σαν μικρό παιδί που ήμουν, συγκέντρωνα, μαζί με την αδερφούλα μου, την αγάπη και την προσοχή όλων των μεγαλυτέρων στην οικογένεια της γιαγιάς μου, με την οποία μέναμε, ο πατέρας, η μητέρα, η Νάνα, ο μικρός μας αδερφός Άκης και η αφεντιά μου. 


[1] Το γαϊτανάκι: ψηλό κοντάρι με μακριές, ωραίες, χρωματιστές κορδέλες, καρφιτσωμένες στη κορυφή του, που τις πλέκαμε γύρω του χορεύοντας, και τραγουδώντας.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *