Επενδύσεις…

Share

Αλέξανδρος Αδαμόπουλος

Οι τηλεφωνικές οχλήσεις τού εξάδελφου Θάνου, παραδόξως, είχαν πυκνώσει πολύ τώρα τελευταία. Χθες μόλις, βρέθηκε επιτέλους κι ο νεαρός υπομηχανικός, που συμφώνησε να πάμε να τού δείξω το χτήμα στη Λυγιά, για να μού κάνει ένα τοπογραφικό, να το ’χω, μπας και φανεί κάποιος επενδυτής και θέλει ν’ αγοράσει· ποτέ δεν ξέρεις. Σήμερα η μέρα ήταν πολύ καλή. Οπότε πρωί-πρωί ξεκίνησα κι εγώ να πάω στο πατρικό μου στο Δερβένι, που είχα να τού μιλήσω απ’ τα τέλη τού  Νοέμβρη, όταν βρεθήκαμε εκεί, μ’ έναν Λιβανέζο: Μεσίτης λέει· λήσταρχος, δολοφόνος κανονικός, που γυρίζει εδώ κι εκεί, ψάχνοντας θύματα, στοχεύει, κι αγοράζει μπιρ παρά. 

Έφτασα γύρω στις εννιά το πρωί. Πανέμορφη μέρα, πλημμυρισμένη μέσα στο φως τού ήλιου. Νέκρα όμως στο χωριό. Απόλυτη ερημία, εκεί που άλλοτε έσφυζε από ζωή τέτοιαν ώρα. Πόρτες και παράθυρα παντού κλειστά. Σιωπή. Ακινησία. Ούτε μαθητές στον δρόμο, ούτ’ ένα τίποτε απλωμένο στα μπαλκόνια, να πάρει μια στάλα ήλιο.  Στα σκοτεινά, σαν σκιές εδώ κι εκεί, σιωπηλά, σαν τα ποντίκια, σαν κατσαρίδες πίσω απ’ το πάγκο τους, κάποιοι μαγαζάτορες κοιτούν απ’ το βάθος, παραπονιάρικα, τον έρημο δρόμο έξω.

Ο Θάνος, εντελώς ημίπληκτος, πολύ γερασμένος, αφού φρέναρα σχεδόν πάνω του, τη στιγμήν ακριβώς που ξεπρόβαλε τρεκλίζοντας πάνω στο μπαστούνι του, απ’ τη γωνιά τού σπιτιού του -δίπλα στο δικό μου- και τού κόρναρα κιόλας χαιρετώντας τον, αναβοσβήνοντας ακόμη και τα φώτα για να τον βγάλω απ’ τον λήθαργό του, κρίθηκε να με αναγνωρίσει. Σα να ’μουν κάποιος ολότελα άγνωστος.

-Α… Κάτι σε θέλω… Θα είμαι στο καφενείο…’ μού λέει.

-Καλά, θα έρθω κάποια στιγμή· άσε να ξεμπαρκάρω.’

Νοιώθω κι εγώ ο ίδιος σα να ’μαι άγνωστος εδώ. Ξένος. Με κατακλύζει αυτό. Νοιώθω σα να έρχομαι από άλλη γη, από άλλη χώρα: Σα να ’ρχομαι πρώτη φορά σ’ έναν τόπο μολυσμένο. Σ’ ένα κάτι που είναι σε αυστηρή καραντίνα: Από χολέρα. Από πανούκλα. Από ένα κάτι πολύ επικίνδυνο, που όλοι το αποφεύγουν.  Δεν ακούγεται τίποτε ανθρώπινο, κι ας είναι τώρα, σήμερα, όλα λουσμένα μέσα σ’ ένα τέτοιο υπέροχο φως. Δεν καταλαβαίνω: Σα να βλέπω μια κομμένη ταινία. Βουβή. Δίχως ήχο. Δίχως δράση. Σα να γυρίζει μόνη της μια σπασμένη κάμερα, σ’ έναν δρόμο που έχει αδειάσει από κάθε ζωή. Σα να ’φυγε κάθε, μα κάθε ζέστη ζωής. Κι όλο το αίμα, σαν ξαφνικά να κύλησε μέσα στον βόθρο, χωρίς να προλάβει κανείς να κάνει κάτι. Σαν όλα να σταμάτησαν: Δεν υπάρχει απολύτως τίποτε πια, πουθενά.

Το ξέρω το χωριό από τότε που γεννήθηκα· κι όμως είναι πρώτη μου φορά, τώρα, στα εξήντα έξι, που αντικρίζω αυτό το εφιαλτικό ψυχρό, νεκρικό σκηνικό, όπου με καλωσορίζει, τόσο, μα τόσο ωμά, ο ίδιος ο Θάνατος. Ταχύνω το βήμα, να φτάσω στο σπίτι μου και να μπω μέσα μιαν ώρ’ αρχύτερα· κάπως να προστατευτώ τουλάχιστον  απ’ όλον αυτόν τον ζοφερό θρίαμβο τού θανάτου. Βάζω το κλειδί στην εξώπορτα, έτοιμος να παλέψω με τα φαντάσματά που θα με υποδεχτούν από μέσα.

-Αλέξανδρε!

Ξεδιακρίνω μακριά, μέσα στο φως, τον κυρ-Γιώργο τον Μπαλλή· τον αγαπημένο μου γέροντα, από πολύ παλιά. Ταχύνει το βήμα, ανοίγει την αγκαλιά κι έρχεται τρέχοντας, όσο τον βαστούν τα πόδια του και πέφτει πάνω μου, με κλειστά τα μάτια. Αγκαλιαζόμαστε κι ας μας χωρίζει μια ολόκληρη γενιά.

-Τι κάνεις παιδί μου;

-Εγώ καλά είμαι, εσύ τι κάνεις Γιώργο μου;

-Κι εγώ είμαι καλά, σαν Γιώργος, αλλά…

-Αλλά;

-Πού να το φανταζόμουνα, πως θα το ζούσα κι αυτό το πράμα…

-Ε καλά ρε Γιώργη· άνθρωποι είμαστε, ανθρώπινα είν’ όλα…’ Τον κόβω λίγο απότομα, γιατί είχ’ ακούσει πως δυο μήνες πριν, πέθανε η γυναίκα του. Εκείνος όμως συνεχίζει:

-Πού να το φανταζόμουν πως θα ζούσα, για να δω, τώρα στα 96, τη χώρα μου να πεθαίνει πριν από μένα…

-Τι λες ρε θηρίο· 96 είσαι;

-Ναι αμέ· πόσο θες να ’μαι; Πώς αλλιώς θα θυμόμουν τον πατέρα σου και το θειό σου; Πώς αλλιώς θα θυμόμουνα τη μάνα σου; Δυο χρόνια μεγαλύτερος από την κυρά-Μαρίνα είμαι· θεός σχωρέσ’ τηνε… Πολεμήσαμε γι’ αυτή τη χώρα. Χύσαμε αίμα. Ονειρευτήκαμε… Πιστέψαμε. Είχαμε ηγεσίες τότε… Ο πατέρας σου, ο μπάρμπας σου… Δουλέψαμε… Προσπαθήσαμε, χτίσαμε. Δημιουργήσαμε! Και να φτάσω· τώρα, στα 96 μου, να βλέπω την πατρίδα μου να πεθαίνει!… Ο γιός μου είναι σαν εσένα· ένα δυο χρόνια πιο μικρός. Η κόρη μου λίγο πιο κάτω… Και να φτάσουνε να κάνουν αποποίηση κληρονομίας, σ’ αυτά που τους άφησε η μάνα τους…  Ακούς· στο Θεό σου: Η μάνα τους! Εμείς οι πολίτες είμαστε τώρα διωκόμενοι, και δίνουμε τη θέση μας σε κάθε γύφτο… Και αν τολμήσουμε να τα πούμε πάρα έξω αυτά, θα μας περάσουν κι από δίκη, και θα μας καταδικάσουν κιόλας!..

Δεν το άντεχα άλλο. Ήθελα να βάλω τα κλάματα. Βαστιόμουν μόνο και μόνο γιατί ήξερα πως έχουμε γίνει θέαμα, έτσι στη μέση τού έρημου δρόμου κι όλοι μάς βλέπανε πίσω απ’ τις κλειστές τους γρίλιες…

Μπήκα μέσα στο σπίτι και κοντραρίστηκα με τα φαντάσματα: Άνοιξα τα παντζούρια και χύμηξε μέσα το φως τού ήλιου. Η αυλή είν’ έτοιμη να εκραγεί. Τα πρώτα ζούμπερα αργοξυπνούν μεθυσμένα. Και η δάφνη που την έχω σταμπάρει από πέρσι και με νοιάζει πολύ, έτσι λοξά κάτω απ’ τη βεράντα, έχει πάρει κιόλας πάνω της κάνα μέτρο μπόι: Η φύση δεν αστειεύετ’ εδώ….

Χτυπά το τηλέφωνο: Ο Κολέας· ο Νίκος ο Μούγιος, ο μπακάλης, που με είδε -μπορεί και να με άκουσε- στον δρόμο να μιλώ λίγο πριν με τον γέροντα. Μην τύχει, λέει, και δεν περάσω απ’ το μαγαζί να τα πούμε. Πάω. Παίζαμε μπάλα μαζί, πριν μισόν αιώνα.

-Προσπαθώ να διαχειριστώ -τώρα στα εξήντα πέντε μου- την ανέχεια και την απόλυτη αποτυχία…  Ξεφτίλα… Μπάζει από παντού… Δεν μπορεί να γίνει τίποτε πια σ’ αυτή τη χώρα, στο υπογράφω· αύτανδροι θα πάμε… Ευτυχώς που ο μικρός μου γιός, κατάφερε να φύγει και είναι σερβιτόρος τώρα στο Λονδίνο…

Τα ’χω χαμένα… Γυρνώ στο σπίτι πάλι, μπας και ζεσταθώ από μια καινούργια ηλιαχτίδα. Όμως η σπασμένη μαρμαροποδιά στη μπαλκονόπορτα τού δωματίου μου, και το σάπιο παντζούρι γυρεύουνε πιεστικά το μερτικό τους· το νερό τής βροχής αργοκυλάει ανεμπόδιστα και γλείφει το πάτωμα. Η ζωή -όπως και η φύση- δεν αστειεύεται… 

Χτυπάει το τηλέφωνο ξανά: Ο ξάδελφός μου ο Θάνος πάλι. Τον είχα ξεχάσει εντελώς: Ο.Κ να τα πούμε. Πηγαίνω στο καφενείο. Όλα τα μάτια πάνω μου. Είμαι το γεγονός τής ημέρας. Δεν είναι δύσκολος ο ρόλος αυτός· τον έχω μάθει από μικρός:  Ένα δυο βλέμματα δήθεν οικεία, μια δυο χαιρετούρες, κάνα γελάκι και δυο τρία χτυπήματα στην πλάτη: Αυτό δηλαδή που όλοι πια ονομάζουνε Πολιτική, στις μέρες μας. Ο Θάνος, πανευτυχής, ψιθυρίζει τάχαμου διακριτικά αριστερά και δεξιά για μένα: “Ξάδερφός μου· γιος του κυρ-Σπύρου, ο ανιψιός τού Υπουργού…” Και βλέπεις πόσο εύκολ’ ανεβαίνει κανείς κάνα δυο σκαλοπάτια στο cursus honorum…

-Τι είναι ρε Θάνο και με ψάχνεις τόσες μέρες; Τι με θες· πες μου.

-Στο νεκροταφείο έχετε έναν τάφο;

-Έλα Παναγία μου, τι σ’ έπιασε πρωί-πρωί;

-Έχετε;

-Ναι αμέ. Και βέβαια έχουμε· τον οικογενειακό τάφο.

-Τον χρησιμοποιείτε;

-Τι θα πει τον χρησιμοποιούμε· είσαι με τα καλά σου; Είναι θαμμένοι εκεί, απ’ το 1860 τόσο, ο προ-προπάππος ο Κωνσταντής και η Κατίγκω. Μετά· ούτε κι εγώ τώρα θυμάμαι πότε, η προγιαγιά η Σοφία και ο προπάππος ο Άγγελος… Ο παππούς ο Παναγιώτης απ’ το 1942. Η γιαγιά η Μαρία, μετά. Είναι θαμμένος ο πατέρας μου εκεί, ο θείος ο Κωνσταντίνος, η μάνα μου, η θεία Κατίνα…

-Ναι, το ξέρω…

-Ε λοιπόν;

-Τον πουλάς;

-Μη χειρότερα! Αυτό με ήθελες ρε συ; Γι’ αυτό με ψάχνεις: Να με ρωτήσεις αν πουλώ τον οικογενειακό μας τάφο;

-Ναι.

-Δεν είμαστε με τα καλά μας! Όχι βέβαια· δεν τον πουλάω!   

-Γιατί;

-Γιατί τον θέλουμε· και εγώ και ο αδελφός μου…

Οπότε, με έναν πολύ πικρό λυγμό στο λαιμό, γύρισα στο σπίτι πάλι, έκλεισα το ετοιμόρροπο παντζούρι και τη σάπια του μπαλκονόπορτα, έκλεισα το νερό,  έκλεισα το φως, κλείδωσα πίσω μου την εξώπορτα με το ρόπτρο, κι έφυγα, απ’ το πεθαμένο χωριό. Έφυγα, αφήνοντας πίσω μου λεύτερο τον Θάνατο να συζητά με τα φαντάσματα και τον εξάδελφο Θάνο να ψάχνει ν’ αγοράσει τάφο…

Αθήνα 22 Φεβρουαρίου 2019

2 thoughts on “Επενδύσεις…”

  1. Το διήγημα αυτό είναι μία πανδαισία πολυρρυθμίας, ένα αναρχικό γκράφιτι, όπου οι ιδέες του συγγραφέα ρίχνονται ταυτοχρόνως και διαπλέκονται λαχανιαστά κι ενάντια η μία στην άλλη.
    Η γραφή του -γυμνό νερό· όχι ρέουσα ύλη, συγκεχυμένες δίνες και παλίρροιες.
    Το τοπίο του διηγήματος έχει σώμα. Έχει εαυτό. Είναι αυτούσια επιδημικό, απέχει ένα τσιγαρόχαρτο από τους δαίμονές του, κι όσο κι αν παίζει την παρωδία του αυτοελέγχου, ο θάνατος είν’ η εικόνα του. Κι ο συγγραφέας, ζώντας εκεί τον εαυτό του ως εσωτερική ένταση, μ’ έναν έξοχο τρόπο αναποδογυρίζει αυτό το αέρινο κουρελοτσούβαλο από ράκη, λειψές αιστήσεις, παράταιρους ερεθισμούς και αλλόκοτες επενδύσεις σε ξένους τάφους. Στην χώρα του που πεθαίνει.
    Η χώρα έχει σώμα. Έχει εαυτό. Και πεθαίνει.
    Ο Αλέξανδρος Αδαμόπουλος μιλάει και κόβει τις ανάσες του σε λέξεις· προβαίνει τάχα σε κάτι απόλυτα ελεγχόμενο; Μάλλον έχει παράταιρη σχέση με τις λέξεις. Τις δαγκώνει και τον δαγκώνουν, τις ερμηνεύει με το κλειδί της γλώσσας αλλά συνάμα τις γλείφει, τις μασάει, τις ξερνάει σαν να εκπνέει αέρα και πράγματα μαζί. Δεν συγκεντρώνεται για να φυλλομετρήσει το μέσα του ιδιωτικό λεξικό και να βρει την αρμόδια σελίδα. Μες το τωρινό τοπίο Θανάτου, περνάει από συνειρμούς αιστήσεων, από μνημονικούς παφλασμούς, από ηδονικές μνήμες νοήματος, σαν να επαναφέρει θωπείες, πρόσωπα και συγκινήσεις που παρέπεσαν.
    Η επένδυση σε τάφους στην χώρα που πεθαίνει έχει κάτι λοξό· ανατριχιαστικά κωμικό. Αλλά δεν είν’ αλήθεια ότι η κωμική φαντασία, όσο ελαφριά ή γκροτέσκα κι αν είναι, επιτάσσει τον οφειλόμενο σεβασμό στη ζωή; Πόσο μάλλον που εδώ δεν πρόκειται περί κωμικής φαντασίας.
    Στα παλιά του διηγήματα -υπέροχα!- η συνείδηση βαθαίνει, λαθροβιοί, δαντελοποιείται μόνο και μόνο για να αποφύγει την αδρότητα. Εδώ συμβαίνει το ανάστροφο.

  2. Το διήγημα είναι μια φέτα ζωής. Μιά ανάσα ,που εκπνέοντας τα λέει όλα,ή σχεδόν όλα…Εδώ , μας κόβει την ανάσα! Η ανάγνωση, σβήνει στην βορά του θανάτου, που ανάγλυφα περνά μέσα απο τις λέξεις, τις αναμνήσεις, τις προσδοκίες, την ελπίδα. Σκαλώνει πάνω στους τάφους, που μεταφορικά ή κυριολεκτικά, άνοιξαν σε μια Γη, που το φλισκούνι κι η άγρια μέντα μοσχοβολά στον πλανήτη, που οι ιδέες σκάλωσαν στην κορφή του ουρανίσκου, καταπίνοντας αιώνες πολιτισμού. Σωριασμένες στα ανύποπτα βήματα περαστικών, παλεύουν να ανασυνταχτούν έξω απ’την Πόρτα ,που έκλεισε πίσω της το Φως, το Όνειρο…δεν θα’θελα , όμως και την ΕΛΠΙΔΑ!

Comments are closed.