Χωρίς Μάσκα

Share

                                         Μια αποκριάτικη νουβέλα του Άρι Αντάνη

Νεφέλη

Ο Ευγένιος  είναι  ερωτευμένος με τη  Νεφέλη, την καλή συνάδελφο. Αλλά αυτή… πέρα βρέχει. Και μη νομίσεις πώς δεν έχει προσπαθήσει να της δώσει να το καταλάβει. Εμμέσως πλην σαφώς. Πολλές φορές, μάλιστα. Της έχει ζητήσει να βγούνε για καφέ. Της έχει προτείνει να πάνε για φαγητό και θέατρο και  σινεμαδάκι, κάποια συναυλία. (Εντάξει, για … σκυλάδικα δεν της είπε ποτέ. Δεν θα πήγαινε ούτε με τη Σκάρλετ Γιόχανσον, τη μεγάλη φαντασίωση του Τσακαλώτου). Αλλά η απάντηση της Νεφέλης ήταν πάντα η ίδια. Η Νεφέλη ήταν διαρκώς απασχολημένη. Έτσι του έλεγε. Δεν προλάβαινε τη… ζωή της.

«Δεν προλαβαίνω τη ζωή μου, ρε Ευγένιε. Κάποια άλλη φορά

«Πόσο καιρό, καλή μου  Νεφέλη, δεν προλαβαίνεις τη ζωή σου; Τρία χρόνια σε παρακαλάω».

«Μιαν άλλη φορά, Ευγενιάκο μου. ΟΚ

«Το υπόσχεσαι; Στο λόγο της …αντρικής σου τιμής;». Προσπαθούσε να διασκεδάσει,  ο έρημος,  τη χυλόπιτα, που,  εναλλακτικά, την έλεγε και μπουγάτσα.

Γέλαγε αυτή  ανενόχλητα – έτσι του φαινόταν-  κι έφευγε.

«Πού παγαίνει, ρε!», απορούσε ο Ευγένιος.  «Θα’ θελα να’ ξερα πού παγαίνει».

Αυτό το «πα» αντί «πη», που σκεφτόταν ο Ευγένιος, σήμαινε ότι κάπου… «πάγαινε» και ο νους τού ίδιου. Αλλά η Νεφέλη  δεν είχε ποτέ δείξει ότι είχε, ας πούμε, κάποιο δεσμό ή κάποια σχέση. Βέβαια την έβλεπε συχνά που μιλούσε στο τηλέφωνο ή έστελνε μηνύματα  στο κινητό, αλλά ούτε αυτός,  ούτε κανείς άλλος στο γραφείο, δεν είχε αντιληφθεί πως κάτι έτρεχε. Μόνο η Νεφέλη έτρεχε. Συνεχώς…

Μια φορά  είχε αποφασίσει να την παρακολουθήσει να δει πού «πάγαινε»,  μετά το σχόλασμα. Αλλά  στα πέντε πρώτα λεπτά του κυνηγητού, σταμάτησε απότομα και σχεδόν άκουσε τη φωνή του να μέμφεται τον εαυτό του:

«Καλά, δεν ντρέπεσαι, ρε μάπα,   μη σε πω κι αλλιώς; Παρακολουθείς μια κοπέλα, επειδή δεν σε θέλει; Και τι σου είναι, ρε; Μνηστή σου ή γυναίκα σου; Ντροπή σου, ρε. Ρε, ντροπή σου!…Μετα-βολή, μαρς».

                                                                                <<<>>>

Στα… όρθια

Την άλλη μέρα, ξαλαφρωμένος από τη μεταβολή του, μόλις είδε τη Νεφέλη στο γκισέ της, την καλημέρισε, με χαμόγελο, και της είπε:

«Νεφέλη, μόλις  σχολάσουμε θέλω να σε απασχολήσω για τρία λεπτά της ώρας. Θα μου κάνεις τη χάρη

«Και βέβαια, αλλά δεν έχω πολύ χρόνο, Ευγενιάκο μου.»

«Τρία λεπτά. Στα… όρθια, που λένε».

«Έγινε. Στο σχόλασμα. Στα όρθια».

Στο σχόλασμα την περίμενε κανα δεκάλεπτο έξω από το γραφείο. Εκείνη μιλούσε στο τηλέφωνο και άργησε λίγο. Μόλις βγήκε,  όλο χαμόγελα και λάμψη όπως πάντα, την πλησίασε και, χωρίς δισταγμό και χρονοτριβή, της είπε:

«Νεφελάκι, στα γρήγορα και στα όρθια. Θέλω να σου εκμυστηρευτώ ανοιχτά ότι,  εδώ  και αρκετό καιρό,  εγώ  είμαι τσιμπημένος μαζί σου.  Και θέλω να σε προσκαλέσω αύριο το βράδυ σε ένα πάρτι μασκέ, που με έχουν καλέσει και δεν μπορώ να πάω μόνος μου. Περιμένω απάντηση. Τώρα.  Όχι αύριο, τώρα. Μπορείς να μου πεις ένα ‘ναι’; Παρακαλώ σε, δηλαδή. Και μην το πάρεις σαν ‘ραντεβού’. Φιλικά θα πάμε και βλέπουμε.»

«Ευγενικέ μου Ευγένιε, είσαι ο πιο καλός μου συνάδελφος και ένας από τους καλύτερους φίλους μου. Μου είναι αδύνατο να σε δω με άλλο μάτι. Είμαστε δυο φιλαράκια. Σε παρακαλώ μην επιμένεις. Το έχω καταλάβει, αλλά όπως  βλέπεις δεν λέω τίποτα. Κι όταν σου αρνούμαι να πάμε κάπου,  μη νομίζεις ότι  δεν στενοχωριέμαι. Με φέρνεις σε δύσκολη θέση. Όσο για το πάρτι μασκέ, είμαι κι εγώ καλεσμένη σε ένα παρόμοιο και έχω ήδη πει εντάξει. Δεν μπορώ να μην πάω. Το έχω υποσχεθεί. Συγγνώμη κιόλας.»

 <<<>>>

 Αύριο.

«Το αύριο είναι εδώ», τραγούδαγε ο Φρανκ Σινάτρα.  ‘Domani, forget domani” και τα συναφή. Ο Ευγένιος δεν ήθελε να πάει  στο μασκέ πάρτι, γιατί ήταν μόνος του. Δεν ήθελε να πάει μόνος του. «Σαν τον κούκο, θα είμαι», σκεφτόταν. Είχε στενοχωρηθεί και από την άρνηση της Νεφέλης,  στην εξομολόγησή του και στο κάλεσμα. Ένιωθε και λίγο ταπεινωμένος. Εκείνη δεν μπορούσε να τον δει με άλλο μάτι, του είχε πει. Τώρα,  με τι μάτι και τι μούτρα θα την έβλεπε ο ίδιος, στο εξής! «Την πάτησα», σκεφτόταν.

Η πρόσκληση ήταν για τις 10 το βράδυ και οι όροι αυστηροί: Κανονική στολή με μάσκα, ώστε να μην αναγνωρίζεται κανείς. Απαράβατος όρος. Υπό  άλλες  συνθήκες ωραία θα ήταν και θα’ χε και  πλάκα. Αλλά πού κέφι για τον Ευγένιο! Και πέρσι που είχε πάει κάπου έτσι,  δεν είχε περάσει καλά. Είχε μασκαρευτεί σωματοφύλακας από το γνωστό ιστορικό μυθιστόρημα του Αλεξάνδρου Δουμά (πατρός)  και από την χιλιοπαιγμένη ταινία «Οι τρεις Σωματοφύλακες», που, όπως  έλεγε ο ίδιος καλαμπουρίζοντας, «Οι τρεις Σωματοφύλακες ήταν τέσσερεις, σε αντίθεση  με τους τέσσερεις Ευαγγελιστές που ήταν τρεις, οι εξής δύο, Λουκάς».

Μειδίασε ειρωνικά με τη σκέψη αυτή.

«Τι να το κάνω που κάνω τον έξυπνο! Όλο εξυπνάδες είμαι, αλλά από ουσία… τζίφος».

Κρίμα που είχε ξεκρεμάσει και την περσινή  στολή, μπας και χτυπούσε, λέει,  κανα κινητό και ήταν η Νεφέλη, λέει,  και του’ λεγε, έστω και την τελευταία στιγμή, «Έλα,  ρε Ευγένιε,  να με πάρεις να πάμε στο πάρτι. Κάτι έγινε κι είμαι κι εγώ μόνη μου».  Πού τέτοια τύχη!

Έβαλε ένα ‘μπράντι’ σε ένα ειδικό ποτήρι από αυτά τα «φουσκωτά», που τα κρατάς ανάμεσα στον μεσαίο δάκτυλο και τον παράμεσο, και η παλάμη  αγκαλιάζει τη γυάλινη  φούσκα  από κάτω, ώστε το ωραίο αυτό ηδύποτο, να παίρνει τη θερμοκρασία του σώματος.

Έκατσε στον καναπέ και έβαλε  να ακούει το τραγούδι «Domani», του Φρανκ Σινάτρα, όπως το είχε  στιχοποιήσει ο ίδιος στα Ελληνικά, κι όπως το είχε ηχογραφήσει με τη φωνή και την κιθάρα του.

«Έλα,  ξέχασε το ‘αύριο’,

έλα ξέχασε  το ‘αύριο’,

ας ξεχάσουμε το ‘αύριο’,

γιατί το ‘αύριο’ είναι εδώ.

‘Αύριο’, ξέχνα το ‘αύριο’

ζήσε το ‘τώρα’, σαν να μην υπάρχει ‘αύριο’,

κι απ΄ το φεγγάρι, ζήτα μια χάρη,

μαζί να ζήσουμε για πάντα, εμείς οι δυό…»

[……]

Όση ώρα άκουγε τη φωνή του ο Ευγένιος, στο τραγούδι του  αλησμόνητου Φράνκι, τράβαγε και καμιά γουλίτσα κονιακάκι, από αυτό που πάντα του άρεσε να πίνει,  τους κρύους χειμώνες. Τον ζέσταινε και του έφερνε μια γλυκιά ευεξία. Κι επειδή δεν έπινε ποτέ πολύ, δυο τρεις γουλιές ήταν υπεραρκετές για  να τον βγάλουν από την όχι καλή διάθεση της μοναξιάς του.

Μόλις άκουσε τη φωνή του, άρχισε να μιμείται τον Φράνκι. Πήρε και το «τηλεκοντρόλ» και το έφερε στο στόμα,  σαν να ήταν μικρόφωνο.

«Έλα,  ξέχασε το αύριο….»,  τον πιάσανε τα γέλια. Άρχισε να αυτοσαρκάζεται:

«Ποιο αύριο; Τι ώρα; Ποιο φεγγάρι; Αφού βρέχει έξω. Για πάντα εμείς οι δυο… Δηλαδή εγώ κι ο εαυτός μου».

Μόλις είπε «εγώ κι ο εαυτός μου», θυμήθηκε  ένα άλλο τραγούδι, το “Ma solitude”, του επίσης αλησμόνητου  Ζορζ Μουστακί,  αλλά κι αυτό με δική του  απόδοση στα Ελληνικά- τώρα τελευταία τον είχε πιάσει μια μανία να προσπαθεί, όχι να μεταφράσει κατά λέξη, αλλά να αποδίδει λογοτεχνικά,  πολύ γνωστές ξένες επιτυχίες, στην Ελληνική γλώσσα, που όπως ο ίδιος υπογράμμιζε, ήταν και η μόνη Μακεδονική:

«Καθώς  με βρήκε η συννεφιά

κι έμεινα μοναχός μου,

απόκτησα μια συντροφιά

την πιο πιστή του κόσμου,

σαν μια σκιά μεσ’ τη νυχτιά,

ανάμεσα στη θλίψη

και σαν γλυκιά παρηγοριά

που τόσο μου έχει λείψει,

Όχι,  δεν είμαι μόνος πια,

έχω τη μοναξιά μου…»

 <<<>>>

Θαύμα και αυτοπεποίθηση

Και έλεγες πως θαύματα δεν γίνονται. Λίγο το κονιακάκι, λίγο τα τραγουδάκια που είχε φτειάξει μόνος του στα Ελληνικά, λίγο ο αυτοσαρκασμός, λίγο η βροχούλα που  ακουγόταν  και πάντα του άρεσε του Ευγένιου, γιατί είχε ρυθμό μέσα της, ξαφνικά ένιωσε να αποκτά ένα κέφι περίεργο, μια αισιοδοξία, μια αυτοπεποίθηση, μια διάθεση για επαφές με συνανθρώπους, ένα μικρό ξέσπασμα  γεμάτο από ανάμικτα συναισθήματα, λίγο παράπονο, λίγος θυμός, λίγη αξιοπρέπεια, λίγος εγωισμός, λίγο απ’ όλα.

Πετάχτηκε από τον καναπέ, και με βιασύνη αλλά και προσοχή φόρεσε τη στολή του Άραμι –  έτσι έλεγε  πως είχε ντυθεί πέρσι: Άραμις. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Του άρεσε αυτό που είδε. Του ταίριαζε η στολή του Άραμι. Δοκίμασε και τη μάσκα που του έκρυβε όλο το πρόσωπο και ξανακοιτάχτηκε στον καθρέφτη μέσα από τις δυό τρύπες που υπήρχαν στη μάσκα, στο ύψος των ματιών.

Μετά την έβγαλε τη μάσκα για να βλέπει καλά,  σε λίγο που θα οδηγούσε  το ΙΧ του- μην  στουκάρει πουθενά- πήρε και τα αξεσουάρ,  καπέλο και σπαθί, πήρε και  τα σέα και τα μέα, βγήκε από το διαμέρισμα. Μετά ασανσέρ, αυτοκίνητο και… δρόμο για το πάρτι, ευχόμενος μη τον σταματήσει κανένα περιπολικό και τον βάλει να φυσάει το φυσητήρι  για το ‘αλκοτέστ’, γιατί,  αν  έκρινε από την αιφνίδια αλλαγή της διάθεσής του, σίγουρα θα φαινόταν εκείνο το ένα ποτηράκι μπράντι που είχε πιει.

Καθώς οδηγούσε, έπιασε τον εαυτό του να σκέφτεται τη Νεφέλη. Πού να ήταν άραγε; Θα χόρευε και θα γλεντούσε. Ε! Λοιπόν το ίδιο θα έκανε κι αυτός,  εντός ολίγου. Θα χόρευε και θα γλεντούσε.

«Σιγά,  ρε Νεφέλη! Ποια είσαι τέλος πάντων! Η… μικρή  Νεφέλη είσαι,  που λέει και το άσμα; Και η μικρή  Νεφέλη  να ήσουνα,  ένα γαλατάκι θα το έπινες μαζί μου. Τόσο λίγοι σού πέφτουμε, ‘δηλαδής’; Μακάρι να μπορούσες κι εσύ να φτάσεις  το ένα δέκατο από όσο αξίζουμε. Κι εντός γραφείου και εκτός αυτού,  αλλά και επί τα αυτά

Μπράβο αυτοπεποίθηση  ο Ευγένιος! Θαύμα! Βρήκε  μάλιστα και εκείνο  το ‘στικάκι’ με τα 50 +1 ξένα τραγούδια, που τα είχε αποδώσει στα ελληνικά και  το έβαλε να παίζει την … «Κολοκυθόπιτα», προσαρμοσμένη  στο μοτίβο του «Something stupid”, και την  τραγούδαγε και αυτός, συνοδεύοντας τον εαυτό του, καθώς  οδηγούσε, αλλά χωρίς να χάνει και τον έλεγχο του τιμονιού του:

«[……]

Κι αν θέλεις τώρα να μου πεις

πως  ήρθε η ώρα να με δεις,

θα φας χυλόπιτα.

Εγώ,  όσο και να σ’ αγαπώ

«περί ορέξεως», θα σου πω

«κολοκυθόπιτα».

Με κούρασες και δεν ζητώ

ούτε ένα μήνυμα γραφτό,

ούτε φωτογραφία σου,

ευθύς  σ’ αφήνω σύξυλη,

και δεν αντέχω την ξινή

φυσιογνωμία σου.

[….]

 <<<>>>

Στο πάρτι

Χτύπησε το κουδούνι της εξώπορτας και μπήκε στην είσοδο της πολυκατοικίας, έβαλε την ολοπρόσωπη μάσκα, πέρασε το σπαθί στο ζωνάρι του,  έβαλε το καπέλο με το φτερό και πάτησε το κουμπί του 5ου ορόφου. Κοίταξε το όνομα μην την ξαναπάθει- όπως εκείνη τη φορά, που όλη τη νύχτα διασκέδαζε σε… άλλο πάρτι- και χτύπησε να του ανοίξουν. Άργησαν λίγο. Το πάρτι είχε ανάψει για  τα καλά  και προφανώς  δεν άκουγαν… καλά. Είχε αργήσει κιόλας. Μετά από 5-6 κουδουνιές άνοιξε τελικά η πόρτα και εμφανίστηκε μια μεσόκοπη φινετσάτη κυρία,  χωρίς αμφίεση, αλλά με ένα τεράστιο  χαμόγελο.

«Περάστε,  κύριε… Ντ’ Αρτανιάν, καλώς ήλθατε και  χρόνια σας  πολλά. Ωραία η αμφίεσή σας. Εγώ είμαι η μητέρα του Γιώργου, που κάνει το πάρτι. Αργήσατε λίγο αλλά δεν πειράζει. Οι φίλοι σας  σάς περιμένουν. Τα ποτά και το μπουφεδάκι θα αρχίσουν στις δώδεκα, μόλις θα βγουν οι μάσκες. Εντολή του Γιώργου, βλέπετε».

Του άρεσε  αυτό το καλωσόρισμα του Ευγένιου. Έδωσε το  μπουκάλι κρασί που είχε φέρει μαζί του στην κυρία και της έκανε νόημα  πως ήθελε  να της πει  κάτι  στο αφτί, επειδή είχε φασαρία,  αλλά και επειδή  δεν ήθελε να τον καταλάβουν από τη φωνή.

«Άραμις, κυρία. Άραμις, όχι Ντ’ Αρτανιάν. Και σας ευχαριστώ παραπολύ για την ευγενική σας υποδοχή και το καλωσόρισμα. Χρόνια πολλά».

Μπήκε. Φασαρία πολλή. Όλοι χόρευαν στους  καρναβαλικούς ρυθμούς. Διάφορες αμφιέσεις, τι να πρωτοπροσέξει κανείς! Χαμός! Και όλοι φαίνονταν πολύ κεφάτοι, χαρούμενοι και αεικίνητοι.

 <<<>>>

Όλοι;

Όλοι; Χμ! Όχι ακριβώς. Μια φιγούρα στεκόταν όρθια σε μια γωνιά της μεγάλης αίθουσας. Και όχι μόνο δεν ήταν αεικίνητη, όπως οι άλλοι,  αλλά ήταν όλως διόλου ακίνητη, σαν ψεύτικη. Τα μάτια τού Ευγένιου, μέσα από τη μάσκα  πήγαν και σφηνώθηκαν πάνω της. Ήταν ντυμένη  με μια από τις περίφημες και πασίγνωστες φημισμένες αμφιέσεις που συναντάς στη Βενετία, τέτοιες μέρες. Το πρόσωπό της ήταν κρυμμένο ολόκληρο πίσω από μια από αυτές τις λευκές  ψυχρές  μάσκες, τις έντονα μυστηριακές, που έφεραν το παραδοσιακό βενετσιάνικο όνομα larva ή volto,  και  συνοδευόταν  από το χαρακτηριστικό τριγωνικό καπέλο και τη γεμάτη δαντέλες και πιέτες ολόσωμη φορεσιά. Το βλέμμα της ήταν στραμμένο  ελαφρά προς τα πάνω, λες και μέτραγε τα πολύχρωμα μπαλόνια που ήταν κολλημένα στο ταβάνι και παρακολουθούσε τις σερπαντίνες απ΄ άκρη σ’ άκρη.

«Ρε, μπας κι είναι καμιά κούκλα για διακόσμηση;» Αναρωτήθηκε ο Ευγένιος, ακριβώς τη στιγμή που- λες και εκείνη  άκουσε τη σκέψη του,  άλλαξε στάση και κοίταξε κάπως προς το μέρος του.

Ο Ευγένιος άρχισε να φαντάζεται πράγματα. Αναρωτιότανε. Όλοι χορεύουνε και γλεντάνε. Όλοι εκτός από εκείνη. Αυτή γιατί δεν συμμετέχει, αλλά απλώς στέκεται όρθια και κοιτάζει το ταβάνι; Τι συμβαίνει; Τι της συμβαίνει; Τι κρύβει κάτω από τη μάσκα; Ποια είναι και γιατί είναι μόνη της; Μόνη σε μια γωνιά; Αλλά, βέβαια κι αυτός μόνος του είναι. Και κάτω από τη μάσκα,  πιο μόνος κι από μόνος. Βλέπεις αυτός ήταν ο όρος που είχε βάλει ο φίλος του ο Γιώργος. Να μη γνωρίζονται, μέχρι να δοθεί η εντολή να βγουν οι μάσκες. Κοίταξε γύρω του σαν να ζητούσε, κάπου, κάποια γνώριμη φιγούρα. Τίποτα. Ούτε το Γιώργο δεν μπορούσε να αναγνωρίσει. Από αυτή την άποψη το αποψινό μασκέ ήταν καλά οργανωμένο και πετυχημένο. Αλλά και από την άποψη της διασκέδασης βρισκόταν στην αιχμή του κεφιού. Όλοι περνούσαν υπέροχα.

Όλοι;  Όχι βέβαια, αλλά αυτό το είπαμε. Όλοι, εκτός από μία φιγούρα, που ο Ευγένιος ένιωσε πως έκρυβε μια μελαγχολία πίσω από την μάσκα της.

«Καλωσόρισες στο κλαμπ», ψέλλισε, λες και θα τον άκουγε στην άλλη άκρη της αίθουσας, μέσα σε τόσο θόρυβο. Αλλά μόλις άκουσε τον εαυτό του να ψελλίζει αυτή τη φράση, σαν κάτι να άστραψε μέσα του. Κάτι άστραψε…

 <<<>>>

Ευγένιος

Λοιπόν, τον Ευγένιο μην το περνάς για κανένα κακομοίρη. Απλώς είναι ένας πολύ ευγενικός άνθρωπος, όνομα και πράμα, ένα σεβαστικό άτομο, που διαθέτει διακριτικότητα και αξιοπρέπεια. Αλλά μέσα σε αυτά βάλε και το πείσμα. Είναι πεισματάρης και δεν το βάζει εύκολα κάτω. Κι έχει κι ένα θάρρος μοναδικό,  όταν πρόκειται για έκτακτες ανάγκες άλλων ανθρώπων,  που χρειάζονται τη βοήθειά του.  Στον Ευγένιο μπορείς να βασιστείς, με σιγουριά.

Ο Ευγένιος  ένιωσε πως εκείνη  η ακίνητη ‘ύπαρξη’ με τη βενετσιάνικη αμφίεση είχε ανάγκη από το θάρρος του και από το πείσμα του. Αισθάνθηκε πως τον χρειαζόταν. Και ο Ευγένιος το χρειάζεται να τον… χρειάζονται. Το έχει ανάγκη. Περίεργος άνθρωπος, αλλά και πολύ προσεκτικός στις κινήσεις του,  ώστε να μη θίξει ποτέ κανένα συνάνθρωπό του.

«Με χρειάζεται», είπε μέσα του και σπρώχνοντας  ελαφρά και με ευπρέπεια όσους χόρευαν ασταμάτητα στους ρυθμούς του «λάτιν», πέρασε ανάμεσα από όλους και έφτασε στο σημείο όπου  στεκόταν η βενετσιάνα.

 <<<>>>

Ανυπαρξία

 Στο ένα μέτρο,  της κούνησε λίγο το χέρι να τον προσέξει. Τον είδε. Της έκανε νόημα πως ήθελε να της πει κάτι. Την πλησίασε,  έσκυψε λίγο και της ψιθύρισε στο αφτί:

«Καλωσόρισες  στο κλαμπ».

Η μάσκα της δεν του επέτρεψε να δει αντίδραση, έκφραση, κάτι τέλος πάντων. Τίποτα. Ο ίδιος όμως ήθελε να πιστέψει πως είχε καταλάβει και μειδιούσε. Και μάλλον δεν είχε κάνει λάθος, γιατί,  όταν υποκλίθηκε  βαθιά, όπως  έκαναν στην εποχή των  σωματοφυλάκων, διέγνωσε κάποια ανεπαίσθητη ανταπόκριση. Και ακριβώς εκείνη τη στιγμή η μουσική άλλαξε, λες σαν από θαύμα, ή τουλάχιστον έτσι νόμισε ο Ευγένιος. Την έπιασε απαλά  και άρχισαν να χορεύουν βαλς.

Τώρα, εάν σου πω ότι χορεύανε επί μία ώρα συνεχώς, όλους τους χορούς, θα το πιστέψεις; Μάλλον όχι. Δυό άγνωστοι  μέσα σε ένα πλήθος από άγνωστους, μασκαρεμένους ανθρώπους,  απολάμβαναν ο ένας την πλήρη σιωπή του άλλου, την  απόλυτη άγνοια, τη σχεδόν  απτή, τη χειροπιαστή ανυπαρξία τους. Οι σκέψεις του Ευγένιου είχαν εξατμιστεί. Είχαν γίνει τίποτα. Ο ίδιος ήταν  εκεί και δεν ήταν κάπου αλλού, αλλά ήταν σαν να μην ήταν πουθενά.

Χωρίς μάσκα

Και ξαφνικά όλος αυτός ο σωρός από τίποτα και όλα αυτά τα τίποτα πήραν, λες, σάρκα και οστά και έγιναν πάλι σκέψεις, πολλές σκέψεις, που όμως  μεταμορφώθηκαν σε διάφορα συναισθήματα, που, κι αυτά με τη σειρά τους,  έγιναν ένα.

Πότε συνέβη αυτό; Αμέσως μόλις σταμάτησε η μουσική, αναβόσβησαν τα φώτα 5-6 φορές, μετά έμειναν σβηστά,  και ένα κερί άναψε μόνο για να φωτίζει την αποτρόπαια φάτσα ενός ‘Δράκουλα’, ο οποίος στεκόταν μπροστά σε ένα μικρόφωνο. Όταν άρχισε να μιλάει ο Δράκουλας,  ο Ευγένιος αναγνώρισε τη φωνή του φίλου του, του Γιώργου,  που τον είχε καλέσει στο πάρτι, παρ όλο που εκείνος προσπαθούσε  να την κάνει να ακούγεται απόκοσμη και να θυμίζει την μπάσα φωνή του… Κρίστοφερ Λι:

«Και να που τώρα,  αγαπημένοι φίλοι, ήρθε πια η ώρα να βγάλουμε τις μάσκες μας και να δείξουμε την πραγματική ασχήμια μας, στα πρόσωπά μας, μια ασχήμια που έχει κτιστεί μέσα στα χρόνια της κρίσης, της κακής διαχείρισης, των φρικτών λαθών, των άθλιων διαπραγματεύσεων, της ανικανότητας, της αθέμιτης φιλοδοξίας, του αυταρχισμού, της αλαζονείας,  του  εγγενούς ελλείμματος  παραστημάτων και του πρωτογενούς πλεονάσματος αποστημάτων. Αλλά όσο και άσχημα και πονεμένα φανούν τα πρόσωπά μας,  τόσο πιο όμορφη και αγνή θα παραμείνει η ψυχούλα μας, σε πείσμα των καιρών και των καιροσκόπων. Ας βγάλουμε τις μάσκες μας,  λοιπόν,  και ας μην εκπλαγούμε από τυχόν εκπλήξεις. Κι όπως μας λένε, βλακωδώς,  εδώ και χρόνια,  να στεκόμαστε ‘στο ύψος των περιστάσεων’, ε! ας το κάνουμε απόψε μόνοι μας: Ας σταθούμε στο ύψος της αποψινής περίστασης, διασκεδάζοντας για μια βραδιά και δείχνοντας τη δέουσα ανοχή, ακόμα και  σε τυχόν ανέλπιστες παρουσίες.

Το ότι μας περιμένουν τα μεζεδάκια και τα κρασάκια μας δεν είναι έκπληξη, γιατί ακόμα και αν δεν μπορούσαμε να αναγνωρίσουμε ο ένας τον άλλον με τις μάσκες, τα μαγειρέματα της μάννας μου, που της χρωστάω τα πάντα, δεν είναι  έκπληξη, γιατί μας έχουν  τρυπήσει τη μύτη. Με το τρία βγάζουμε τις μάσκες και ορμάμε  στο μπουφέ.

« Έναααα…

Ο Ευγένιος άρχισε να ανησυχεί: ‘ Θα της αρέσω άραγε; Τι θα σκεφτεί μόλις δει τη μύτη μου, που είναι ελαφρά στραβή; Εμένα θα μου αρέσει αυτή; Πώς να είναι άραγε;’

«Δύοοοο

‘Καλά ήταν ανάγκη,  τώρα; Α,  ρε Νεφέλη, τι μου έχεις κάνει! Με νεφέλιασες πάλι  και  το κρίμα στο λαιμό σου. Ας ερχόσουν για λίγο, που λέει και το τραγούδι και  μαζί σου δεν θα έμπαινα σε τέτοια δοκιμασία πάλι! Τι ήθελα και ήρθα ο βλαξ!’  Τον είχαν πιάσει πάλι οι ανασφάλειές του, τον Ευγένιο!

«Τρίαααα… Βγάλτε όλοι τις μάσκες τώρα», είπε ο Δράκουλαςκαι καθώς άναψαν πάλι τα φώτα είδαν το ολοκάθαρο και χαμογελαστό πρόσωπο του  Γιώργου, του οικοδεσπότη τους. Όλοι οι προσκεκλημένοι τον μιμήθηκαν. Έβγαλαν τις μάσκες και άρχισαν να ακούγονται διάφορα επιφωνήματα, κραυγούλες,  γέλια, και σχόλια, χωρίς να λείψουν και τα αγκαλιάσματα.  

Ο Ευγένιος έβγαλε και αυτός τη μάσκα του και περίμενε. Εκείνη όμως αργούσε…

«Γιατί αργούσε; Μήπως δεν ήθελε να φανερωθεί; Μήπως είχε κάποιο σημάδι; Πώς να της έλεγε πώς δεν τον νοιάζει καθόλου αυτό

Η κοπέλα σήκωσε,  με αργές κι όλο χάρη κινήσεις,  τα χέρια της και, σαν σε ιεροτελεστία αφαίρεσε τη μάσκα από το πρόσωπό της. Μετά τον κοίταξε κατάματα, με ένα αινιγματικό και γεμάτο καλοσύνη,   ελαφρό σαν  τον άνεμο -«τζοκόντειο»- χαμόγελο.

Ο Ευγένιος τα έχασε. Σάστισε. Μόλις είδε το πρόσωπό της, έμεινε άλαλος. Έμεινε άφωνος. Κι έμεινε και  άναυδος, και βάλε τώρα εσύ  όποιο Άλφα στερητικό  μπορείς να σκεφτείς, για να περιγράψεις την αμήχανη έκφραση της  φάτσας  του, όταν τα μάτια του ακινητοποιήθηκαν κυριολεκτικά στο πρόσωπό της:  Εκείνη η άγνωστη που βρισκόταν μπροστά του,  αυτή τη στιγμή,  είχε το πιο όμορφο  γυναικείο πρόσωπο που είχε αντικρίσει ποτέ,  σε ολόκληρη τη ζωή του!…[]

 Άρις Αντάνης

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *