«Πέπη, κουμπώσου!»

Share

Ο θείος Κωνσταντίνος απ’ το 1930 κάτι, ήτανε, λέει, παντρεμένος, γιατί ‘Δεν γινόταν αλλιώς’… Σε έναν μάλλον δυστυχισμένο γάμο· με τη Θεία Πέπη. Ούτε λόγος βέβαια για διαζύγιο εκείνα τα χρόνια. Δεν είχαν παιδιά. Ζούσαν και δεν ζούσαν μαζί. Πάντως όταν γεννήθηκα εγώ, τότε με τους σεισμούς τού Ιονίου, ο θείος ήταν ήδη Υπουργός και για 4-5 χρόνια έμενε μόνος του, στο σπίτι μας στην Αθήνα. Μετά, ζούσαν μαζί πάλι. Μία πολύ παράξενη σχέση δηλαδή, που ίσως και να φανέρωνε μια κρυφήν αγάπη.

Αρκετά χρόνια μετά το θάνατο τού πατέρα -και τού θείου· δυο μήνες μετά- εγώ φοιτητής πια, την πλησίασα περισσότερο τη θεία Πέπη: Ήτανε, λέει, ήδη χωρισμένη το 1930 -άκου χωρισμένη τότε· και μάλιστα με μια κορούλα σχεδόν ανάπηρη- όταν σ’ ένα χορό, σ’ ένα bal masqué, γνώρισε τον θείο· που δεν φορούσε μάσκα, δεν χόρευε διόλου καλά και γλιστρούσε άγαρμπα κάθε τόσο πάνω στο γυαλιστερό παρκέ· μα την ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα… Τη γνώρισα καλά τη θεία Πέπη, που σαν προσωπικότητα, μα και  οπτικά ακόμη, ήτανε κάτι μεταξύ Μελίνας Μερκούρη και Κατίνας  Παξινού. Απίστευτος τύπος· άλλου παππά ευαγγέλιο. Με τα πολύ καλά γαλλικά της, με το πιάνο της, με τον κοσμοπολίτικο αέρα της, με την ελευθεροστομία το χιούμορ και το μπρίο της, χωρίς κανένα νεοελληνικό κόμπλεξ. Ό,τι πιο διαφορετικό απ’ το στυλ τού θείου Κωνσταντίνου. Για τον οποίον όμως πάντα μού μιλούσε με τον πιο μεγάλο σεβασμό, χαμηλώνοντας τον τόνο τής φωνής.

Η θεία Πέπη λοιπόν, που στα παιδικά μου χρόνια υπήρχε μα και δεν υπήρχε, και θα μπορούσα να γράψω ολόκληρο βιβλίο γι’ αυτήν, δεν πολυφαινόταν πουθενά. Γινόταν μάλιστα όσο μεγαλύτερη προσπάθεια να μην πηγαίνει σχεδόν ποτέ στο Δερβένι και γενικά σ’ όλο το νομό Κορινθίας, γιατί η εκρηκτική παρουσία της, αλλά και η εμφάνισή της, εκείνα τα χρόνια, θα ήτανε σκέτη καταστροφή για τον Υπουργό… Κάποια φορά ωστόσο, το καλοκαίρι του ’58, όταν εμείς παραθερίζαμε ήδη, ο θείος  κατέβηκε στο Δερβένι. Μαζί με την θεία Πέπη. Και φυσικά έμειναν στο σπίτι· που όσο ήταν δικό μας, άλλο τόσο ήταν και δικό του.

Μη στα πολυλογώ:

Καταλαβαίνεις τι σήμαινε η επίσκεψη ενός Υπουργού για μια μέρα σ’ ένα χωριό, τότε: Ουρά· όχι μόνο στο διάδρομο και σ’ όλη τη σκάλα, μα εκατό μέτρα κι έξω στο δρόμο… Στίφη, πλήθη αμέτρητα παρέλασαν εκείνο το πρωινό απ’ το σπίτι: Καθένας να φανεί, να χαιρετήσει, κάτι να πει και κάτι να ζητήσει…

Εγώ, πανευτυχής, πέντε χρόνων, όρθιος δίπλα του, σοβαρός, ολότελα σιωπηλός, άκουγα πολύ προσεχτικά τα πάντα κι έκοβα φάτσες· τι λέει και πώς τα λέει καθένας. Θυμάμαι πολλά και διάφορα· όρεξη να ’χεις, να σού πω καμιά φορά. Κάποια στιγμή, ανοίγει η μεσόπορτα και εμφανίζεται από μέσα η θεία Πέπη, τυλιγμένη σε μιαν υπέροχη, μεταξωτή robe de chambre, που μόνο κάτι άγιοι, ίσως και κάνας μητροπολίτης πού και πού, φορούσανε στις εκκλησίες. Χαιρετώντας όπως-όπως από ’δω κι από ’κει, έρχεται και στέκει πίσω μου, σκύβοντας προς το μέρος του, κάτι να τού πει στο αυτί, τού Υπουργού. Γέρνει κι εκείνος λοξά πίσω, ελαφρά προς τη μεριά της, και χωρίς ν’ αλλάξει διόλου έκφραση, πολύ σοβαρός όπως πάντα, ενώ την ακούει -ή κάνει πως την ακούει- τής λέει, ακριβώς πίσω απ’ το κεφάλι μου, πολύ σιγανά, ψιθυριστά, αρκετά όμως για να το πιάσω κι εγώ: «Πέπη, κουμπώσου!» και συνεχίζει πολύ σοβαρά την ακρόαση των αιτημάτων των χωρικών, κρατώντας σημειώσεις.

Λίγο μετά, το βράδυ, όταν τρώγαμε όλοι μαζί γύρω απ’ το μεγάλο τραπέζι, τη στιγμή που η  εντελώς Αριστοφάνεια νταντά, φύλακας άγγελος και μαγείρισσα και καλή ψυχή όλου τού σπιτιού· η Παναγιώτα η χοντρή -νταρντάνα σαραντάρα τότε- αναψοκοκκινισμένη απ’ την κουζίνα όπου μαγείρευε με ξύλα· τη στιγμήν ακριβώς που ήτανε πίσω μου βαστώντας την πιατέλα με τις γόπες κι έγερνε πάνω απ’ τον ώμο μου για να μού δώσει κι εμένα· εγώ πιθηκοπαπαγαλίζοντας αναιδέστατα και χαριτογλωσσώντας λεύτερα, στρέφομαι και τής λέω πολύ σοβαρά: «Πέπη, κουμπώσου!»

Ε… καταλαβαίνεις τι έγινε τότε…

Αλέξανδρος Αδαμόπουλος

Αθήνα 25 Μαρτίου 2019
alexadam48@hotmail.com

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.