Ο Καπετανάκης

Share

Τον Μπαρμπα-Γιώργο τον έβλεπα καμιά φορά όταν περνούσα από το Δημόκριτο, μαζί με τους άλλους συνταξιούχους που σύχναζαν εκεί. Περνούσα καμιά Παρασκευή βράδυ να παίξω τάβλι ή μπιλιάρδο με τον Πλούταρχο. Ο Μπαρμπα-Γιώργος, ένας ψηλόλιγνος εβδομηντάρης, κοίταζε τις μπίλιες του μπιλιάρδου και έβλεπε που έπαιζα ατζαμίδικα:

«Όχι έτσι, δάσκαλε, μου έλεγε, Πιάσε τη στέκα σταθερά. Υπολόγισε πού θα πάει η μπίλια όταν τη χτυπήσεις.»

Ο Εργατικός Σύνδεσμος Δημόκριτος ήταν από πολλές δεκαετίες το κέντρο συνάντησης των Ελλήνων εργατών και αριστερών της Μελβούρνης. Σε πολλές περιπτώσεις ήταν ένα κέντρο ομιλιών, καλλιτεχνικών εκδηλώσεων, πληροφόρησης και οργάνωσης εργατικών, πολιτικών και αντιστασιακών δραστηριοτήτων, ιδιαίτερα τα χρόνια της δικτατορίας στην Ελλάδα. Τα περισσότερα βράδυα ήταν μια αίθουσα ανάγνωσης εφημερίδων, βιβλίων, φιλικών επαφών και ήρεμης ψυχαγωγίας. Την τελευταία δεκαετία αυτοί που περνούσαν πολλές ώρες εκεί ήταν οι συνταξιούχοι που είχαν περισσότερο ελεύθερο χρόνο.

Μερικοί τον Μπαρμπα-Γιώργο τον έλεγαν και Καπετανάκη. Νόμιζα ότι αυτό θα ήταν το επώνυμό του. ΄Οταν του προτείναμε να τον κεράσουμε καμιά μπίρα δεν δεχόταν.

«Θα σας κεράσω εγώ», έλεγε.

«Μα εσύ δεν πίνεις;»

«Μου είπε ο γιατρός να το κόψω».

Καμιά φορά, όμως, συμφωνούσαμε, Παρασκευή βράδυ που ήταν, να παραγγείλουμε μπίρες και έπινε και αυτός.

Μια Παρασκευή βράδυ τον Ιούλη του 1986, είδα με έκπληξη τον Μπαρμπα- Γιώργο στη διάλεξη ενός Συνεδρίου στο Πανεπιστήμιο της Μελβούρνης. Η έκπληξή μου ήταν μεγαλύτερη όταν τον είδα στην πρώτη σειρά των καθισμάτων μαζί με τους επισήμους. Ομιλητής στη διάλεξη ήταν ο Κρις Γουντχάουζ, ένας γνωστός ΄Αγγλος πολιτικός και καθηγητής, ο οποίος στα χρόνια της Γερμανικής Κατοχής ήταν μέλος της Αγγλικής Στρατιωτικής Αποστολής που συνεργαζόταν με τις αντάρτικες ομάδες των Ελληνικών βουνών. Δεν γνώριζα πολλά γι’ αυτό, αλλά το θέμα του ήταν εντελώς διαφορετικό, κάτι που είχε να κάνει με τη διαχρονική νεοελληνική ταυτότητα από το Βυζάντιο μέχρι σήμερα.

Όταν τελείωσε η διάλεξη και οι ερωτήσεις είδα τον Μπαρμπα-Γιώργο να χαιρετά, να συστήνεται στον Γουντχάουζ και να συνομιλούν για μερικά λεπτά. ΄Οταν βγαίναμε από την αίθουσα τον πλησίασα, τον χαιρέτησα και τον ρώτησα τι γνωριμίες είχε με τον ΄Αγγλο καθηγητή.

«Α, κύριε Δημήτρη, τον Γουντηάουζ τον γνωρίζω από την εποχή που ήμασταν στο βουνό, μου λέει. Από τα χρόνια της Αντίστασης. Με θυμήθηκε!».

«Σοβαρά; Πριν από 40 τόσα χρόνια; Πώς έγινε αυτό;»

«Είναι από τα χρόνια της Αντίστασης, είπε. ΄Οταν συναντηθούμε στο Δημόκριτο θα σου τα εξηγήσω».

Την επόμενη Παρασκευή πέρασα νωρίτερα από τον Δημόκριτο. Ο Μπαρμπα-Γιώργος ήταν εκεί.

         «Να παραγγείλουμε μπίρες», του είπα.

         «Κρύο κάνει, μου λέει. ΄Ενα ζεστό τσάι για μένα».

         «Λοιπόν, πότε γνώρισες τον Γουντχάουζ;»

         «΄Οπως μπορεί να το γνωρίζεις, στα χρόνια της Κατοχής ήμουν αντάρτης στον ΕΛΑΣ. Πολεμούσαμε τους κατακτητές. Τους Ιταλούς και τους Γερμανούς». Τον Ιούνιο του 1944 με έστειλαν με την ομάδα μου στα Πετρίλια Αγράφων να φρουρούμε  το σπίτι που έμεινε η Αγγλική Στρατιωτική Αποστολή. ΄Ημουν επικεφαλής μιας μικρής αντάρτικης ομάδας.  Μια μέρα μου έκανε νόημα ο Κρις, να μου πει κάτι. ΄Ηταν πολύ νέος τότε αλλά είχε μεγάλο βαθμό και ήταν αρχηγός της ομάδας Αποστολής. Δεν ήξερα Αγγλικά αλλά αυτός ήξερε λίγα Ελληνικά. Μου λέει ότι κάποιοι έκλεψαν τις κονσέρβες τους.. Ποιοί ήταν;

    Ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι μου. Για κλέφτες μας περνούσε;

         «΄Οχι εμείς! του είπα. Εμείς είμαστε αγωνιστές, πολεμάμε για την Ελευθερία. Πεινάμε! Αλλά ποτέ δεν θα κλέβαμε τις κονσέρβες σας. Οι αντάρτες δεν κλέβουν!».

         «Ποιος τις έκλεψε, λοιπόν;»

    Με έβαλε σε σκέψεις. Κάλεσα δυο άλλους αντάρτες να το συζητήσουμε. Περπατήσαμε προς τη βρύση. Εκεί μερικά παιδιά έπαιζαν κυνηγητό. Τους φωνάξαμε να καθίσουν όλοι κάτω.

         «Εδώ καταγγέλλεται μια πράξη κλοπής!, τους λέω. Κάποιοι έκλεψαν τις κονσέρβες των ΄Αγγλων. Εμείς ξέρουμε ποιοι το έκαναν! Θα τα βρούμε τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία! Για να κοιτάξουμε να διορθώσουμε τα πράγματα, όσο μπορούμε, θα πρέπει οι δράστες να το ομολογήσουν μόνοι τους, αμέσως τώρα. Το καταλαβαίνετε; Αυτοί που το έκαναν να το ομολογήσουν τώρα εδώ!». ΄     

Αρχισα να κοιτάζω ένα ένα τα παιδιά στα μάτια.

         «΄Οχι εγώ Μπάρμπα», μου λέγανε. Δυο παιδιά, όμως, απέφευγαν να με κοιτάξουν. Χαμήλωναν τα μάτια τους.

         «Λοιπόν, τους λέω επιτακτικά, σηκωθείτε! Θα πάμε τώρα αμέσως να ζητήσουμε συγγνώμη από τους ΄Αγγλους.

    Πήγα με τα δυο παιδιά. Στο κατώφλι της πόρτας ήταν ο στρατιώτης  διερμηνέας.

         «Θέλω να δω τον κύριο Γουντχάουζ, του είπα, να του εξηγήσω».

         «Καλύτερα μην επιμένεις, ξέχασέ το!, μου είπε.

         «΄Οχι, θέλω να τον δω!»

 Μπήκε μέσα. Σε λίγο εμφανίστηκε ο Γουντχάουζ. Μόλις είδε τα παιδιά κατάλαβε. Με κοίταξε, σήκωσε την παλάμη σα να μην ήθελε να μιλήσει και μπήκε πάλι μέσα. Από τότε κατάλαβα ότι οι ΄Αγγλοι είναι πολύ εγωιστές. Δεν θέλουν να παραδέχονται ότι μπορεί να έχουν κάνει λάθη.

         «Και σε θυμήθηκε τώρα που τον είδες;»

         «Με θυμήθηκε! Θυμήθηκε την περίπτωση και με γνώρισε. Δεν θυμόταν το όνομά μου. Τι κάνεις εσύ εδώ στην Αυστραλία;», με ρώτησε.

         «Τι να κάνω; του λέω. Δουλεύω ακόμη εδώ στην Αυστραλία. Πολεμήσαμε να απελευθερώσουμε την πατρίδα μας και την πατρίδα μας δεν τη χαρήκαμε. ΄Αλλοι στο χώμα, πολλοί πέρασαν από τις φυλακές και πολλοί κατέληξαν εδώ στα ξένα να μπορέσουν να ζήσουν. Η πατρίδα δεν ήταν για μας!»

Με κοίταξε με συμπάθεια και μου έσφιξε το χέρι.                   
«Χάρηκα που σε ξαναβλέπω ύστερα από τόσα χρόνια», μου είπε.

Στα μάτια του Μπαρμπα-Γιώργου διέκρινες σπίθες ενθουσιασμού. Μολονότι πάντοτε μιλούσε εναντίον των Εγγλέζων για τον ύπουλο ρόλο που έπαιξαν αργότερα, η επανασύναντησή του με τον Γουντχάουζ του έδινε μια αφορμή να θυμηθεί τα παλιά, την περηφάνεια του αγωνιστή που έκανε το καθήκον του όταν η πατρίδα του περνούσε τις μαύρες μέρες της Κατοχής.

         «Πώς έμαθες για τη διάλεξη του Γουντχάουζ η οποία μάλιστα θα γινόταν στα Αγγλικά;».

         «Την ημέρα πριν τη διάλεξη, όταν γύριζα από τη δουλειά, αγόρασα την ελληνική εφημερίδα. Ξέρεις, έχω πάρει σύνταξη αλλά μου αρέσει να δουλεύω πότε πότε. ΄Ημουν πάντα καλός ξυλουργός και η ομάδα μου εργάστηκε στις περισσότερες νέες μεγάλες πολυκατοικίες της Μελβούρνης. Ακόμη εργάζεται και εμένα μου αρέσει να δουλεύω. ΄Οχι μόνο για τα λεφτά.

    …Είδα, που λες, την ανακοίνωση και θυμήθηκα τον Γουντχάουζ. Η ανακοίνωση έδινε ένα τηλέφωνο για περισσότερες πληροφορίες. Πήρα τον αριθμό και μου απάντησε στα Ελληνικά,  ο Στάθης Γκόντλετ, ο καθηγητής. Είχα ακούσει για τον Γκόντλετ, η ανηψιά της γυναίκας μου είναι φοιτήτρια, Του είπα το και το. Είχα γνωρίσει τον Γουντχάουζ στο βουνό και θα ήθελα να τον δω, αν γίνεται. Μου λέει, έλα στη διάλεξη να τον δεις εκεί. Είμαι σίγουρος θα ευχαριστηθεί να σε δει. Στο τέλος της ομιλίας θα σε συστήσω. Πήγα με την Ελενίτσα λίγο πριν την έναρξη. ΄Ηταν πολύς κόσμος εκεί. Μπροστά καθόταν ήδη ο αρχιεπίσκοπος Στυλιανός, κάνα δυο παπάδες και άλλοι επίσημοι. Η Ελενίτσα με σύστησε στο Στάθη και αυτός με έβαλε στην πρώτη σειρά μαζί με τους επισήμους. Στο τέλος με σύστησε στον Γουντχάουζ».

      «Πότε και πώς αποφάσισες να μπεις στο αντάρτικο;» τον ρώτησα.

«Μπήκα στις 2 Φεβρουαρίου του 1943. ΄Ημουν 22 χρονών από ένα χωριό των Γρεβενών. Πήρα το όπλο του μεγαλύτερου αδελφού μου, που είχε φέρει μαζί του από την Αλβανία και ακολούθησα τους αντάρτες του ΕΛΑΣ. Οι αδελφές μου προσπάθησαν να με αποτρέψουν αλλά εγώ τους είπα ‘πρέπει να πολεμήσουμε να διώξουμε τους κατακτητές’. Την άλλη μέρα κάναμε καταυλισμό στο σχολείο του χωριού «Πριόνια». Κάναμε ομάδες για ασκήσεις, πληροφορίες, θεωρία και σε μένα μου έδωσαν το ψευδώνυμο ‘Καπετανάκης’ – όλοι είχαμε ψευδώνυμα, με αυτό το όνομα έπρεπε να με γνωρίζουν οι συναγωνιστές μου και οι πολίτες με τους οποίους ερχόμασταν σε επαφή.

Εκείνες τις ημέρες είχαμε πληροφορίες ότι οι Ιταλοί από την Καλαμπάκα έκαναν επιδρομές για πλιάτσικο στα χωριά, κλέβανε τα ζώα και τα τρόφιμα των κατοίκων και έκαιγαν και σπίτια. Πληροφορηθήκαμε ότι θα επέδραμαν στο χωριό Μερίτσα. Στις 12 Φεβρουαρίου πιάσαμε θέσεις και περιμέναμε. Εγώ τοποθετήθηκα στην αριστερή πλευρά. ΄Εκανε κρύο, έριχνε χιονόνερο, χουχουλιάζαμε τα χέρια μας να μην ξυλιάσουν τα δάχτυλά μας. Δόθηκε το σύνθημα με μια τουφεκιά και μπήκα στο βάπτισμα του πυρός. ΄Ηταν η πρώτη μεγάλη μάχη του ΕΛΑΣ. Προσπαθούσα να σημαδεύω και να καλύπτομαι. Μια ριπή πολυβόλου πέρασε ξυστά από το αριστερό μου αυτί και τσουρουφλίστηκε μια γραμμή από τα μαλλιά μου. Κάποια στιγμή είδα έναν Ιταλό να έρχεται επάνω μου. Πάτησα τη σκανδάλη αλλά το όπλο δεν πυροβόλησε.  Είχε πάθει εμπλοκή, Ο Ιταλός θα μπορούσε να με σκοτώσει αλλά τον βλέπω να πετάει το όπλο του και να σηκώνει ψηλά τα χέρια του. ΄Ηταν ο πρώτος αιχμάλωτος που πιάσαμε. ΄Ενας συναγωνιστής ήρθε κοντά μου:

         ‘Βρε Καπετανάκη, έχεις μια καμμένη γραμμή πάνω από το αυτί σου! Τι έπαθες;’

         ‘Δεν είναι τίποτα, συναγωνιστή, μια ριπή πέρασε ξυστά!’

    Διαταχτήκαμε  μια ομάδα να προχωρήσαμε προς την εμπροσθοφυλακή των Ιταλών. ΄Ηταν ακροβολισμένοι μέσα στα παλιούρια. Τους ρίξαμε μια χειροβομβίδα. Τους αιχμαλωτίσαμε όλους, 23 άτομα. ΄Ολοι οι αιχμάλωτοι οδηγήθηκαν στο σταθμό της τρενογραμμής. ΄Ολοι μύριζαν κρασί και ήταν μεθυσμένοι. ΄Εκαναν άγριο πλιάτσικο στα χωριά. Το χάραμα όταν οι συναγωνιστές μάζευαν τα λάφυρα δέχτηκαν πυροβολισμούς. ΄Ηταν μια ομάδα Ιταλών που λούφαζε μέσα στα παλιούρια. Σε μια ώρα τους αιχμαλώτισαν και αυτούς. Μόνο ο διοικητής τους δεν θέλησε να παραδοθεί. Ταμπουρώθηκε στην κουφάλα ενός πλατάνου. Του ρίξανε μια χειροβομβίδα. Σκοτώθηκε.  Αποτέλεσμα της πρώτης αυτής μάχης ήταν 161 σκοτωμένοι Ιταλοί και 180 αιχμάλωτοι. 3-4 Ιταλοί διέφυγαν για να πάνε το μήνυμα. Εμείς είχαμε εφτά νεκρούς. Η δύναμή μας ήταν 57 αντάρτες. Τους οδηγήσαμε τους αιχμαλώτους  στο χωριό Σταγιάδες.  Οι χωρικοί τους έδωσαννα φάνε ζεστό τραχανά. Τους πήραμε όλο τον οπλισμό, ρούχα και άρβυλα και τους αφήσαμε να επιστρέψουν στην Καλαμπάκα με ρούχα χωρικών που τους δώσαμε. Το βράδυ, παραχωρήθηκε σε σπίτια του χωριού, ένα δωμάτιο στους 12 αντάρτες της κάθε ομάδας για ύπνο. Κατακουρασμένοι, μας πήρε ο ύπνος αμέσως αλλά σε μισή ώρα ξυπνήσαμε. Η αιτία ήταν οι ψείρες που δεν μας άφηναν σε ησυχία

    Σύντομα στο αντάρτικο  οργανωθήκαμε σε λόχους, τάγματα και μεραρχίες. Ο λόχος μου διατάχτηκε να μεταβούμε  στα Ζαγοροχώρια της Ηπείρου για να τονώνουμε το ηθικό των κατοίκων. ΄Οταν επιστρέψαμε στην περιοχή του Πεντάλοφου μας επιτέθηκαν οι Γερμανοί που εξεστράτευσαν από το Τσοτύλι κατά της έδρας της Μεραρχίας μας. Το είχαμε προβλέψει και κτίσαμε κάποια οχυρωματικά έργα. Η μάχη έγινε στο Γραμματικό τον Αύγουστο του 1943. Εμείς τους αντιμετωπίσαμε μέσα από τις πολεμίστρες μας. Η μάχη κράτησε μισή μέρα. Οι Γερμανοί έφαγαν τα μούτρα τους και το βράδυ επέστρεψαν στο Τσοτύλι.

    Για μήνες  πηγαινοερχόμασταν τα χωριά της Δυτικής Μακεδονίας. Η Μεραρχία με ειδοποίησε για τηλεγράφημα του αδελφού μου να παραβρεθώ στο γάμο του. Ανήκα, όμως, στην ομάδα κρούσης και ήταν αδύνατο να μου δοθεί άδεια. ΄Οταν φτάσαμε στη Βελανιδιά μου έδωσαν φύλλο πορείας να επισκεφτώ το χωριό μου. ΄Εφυγα και έφτασα μετά δεκαεφτά ώρες πεζοπρεία. ΄Ημουν ο μόνος αντάρτης από το χωριό μου και μαζεύτηκαν γύρω όλοι. Είδα τον αδελφό μου και τη νύφη μου. Οι αδελφές μου φορούσαν μαύρα.

         ‘Ποιον χάσαμε’, ρώτησα.

         ‘Εσένα, και να που ήρθες! Αναστήθηκες! μου είπαν. Είχε διαθοθεί ότι είχες σκοτωθεί’.

    ΄Οταν επέστρεψα με έστειλαν ως  ομαδάρχη στο χωριό Κορυφή. Τον Μάιο του 1944 με έστειλαν με την ομάδα μου στο χωριό Κερασοχώρι της Ευρυτανίας όπου βρισκόταν το γενικό στρατηγείο της ΠΕΕΑ. Με δύο συνοδηγούς που μας έδωσε η οργάνωση διασχίσαμε νύχτα πλάι από τα σπαρτά, τον θεσσαλικό κάμπο. Από εκεί μας έστειλαν στο  Τον Ιούνιο, είχαμε πληροφορίες για επιδρομή των Γερμανών και μας έστειλαν στα Πετρίλια Αγράφων να βρούμε κατάλληλα καταλύματα για το Στρατηγείο και τις ξένες αποστολές. Η ομάδα μου ανέλαβε τη φρούρηση της Αγγλικής Αποστολής.

    Τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο πηγαινοερχόμασταν τα βουνά μεταξύ Βελουχιού και Παναιτωλικού παρακολουθώντας τις κινήσεις δυο δυνάμεων των Γερμανών που είχαν φτάσει στο Καρπενήσι από το Αγρίνιο και τη Λαμία. Στο μοναστήρι του Προυσού βλάπαμε μόνο βράχια και ένα κόσκινο ουρανό. Είχαμε εξαντληθεί από την πείνα και τη μάχη με τις ψείρες και τα κουνούπια. Μολονότι Αύγουστος, τη νύχτα ΄στο βουνό το κρύο ήταν διαβολεμένο.  Προσπαθούσαμε να το αντιμετωπίσουμε βάζοντας εφημερίδες κάτω από τα ρούχα μας στις πλάτες και το στήθος μας. Περάσαμε από τον Πλάτανο, διαβήκαμε τον Εύηνο, διανυχτερέψαμε στον Αβαρίκο, κοντά στο Θέρμο, περάσαμε κοντά από τον ΄Αγιο Βλάση, φτάσαμε στον Αχελώο και ακολουθώντας τη ροή του Αγραφιώτη, στα τέλη Αυγούστου φτάσαμε στα Πετρίλια, το χωριό από όπου ξεκινήσαμε. Μετά μερκές εβδομάδες μαζί με το Γενικό Στρατηγείο και τις ξένες αποστολές μετακινηθήκαμε στο χωριό Φουρνά.

    Στα Φουρνά ανατέθηκε στην ομάδα μου η φρούρηση του στρατηγού Σαράφη. Μια μέρα ξαφνικά έπεσα σε κώμα. Μετά μερικές ώρες σηνήλθα. «Αναστήθηκε ο Λάζαρος!», έλεγαν μερικοί συναγωνιστές μου.

         ‘Τι σου προκάλεσε το κώμα;»

         ‘Ο  γιατρός μου είπε ότι οφειλόταν στις κακουχίες και μια παλιά ελονοσία.’ ΄Ενα πρωί ο Σαράφης μας είπε ότι κατεβαίνουμε στις πόλεις. Φύγαμε από το Φουρνά και στις 22 Οκτωβρίου φτάσαμε στη Λαμία. Σχεδόν συγχρόνως έφτασε στη Λαμία από την Πελοπόννησο και ο ΄Αρης Βελουχιώτης. Στις 29 Οκτωβρίου μίλησε στη μεγάλη πλατεία της Ελευθερίας προς τον ενθουσιώδη λαό της Λαμίας. Η ομάδα μου ήταν επί της τάξεως. Μετά δυο μέρες μίλησε στο Τάγμα, στο χώρο του Γηπέδου. Το Πολιτικό Γραφείο του Κόμματος και οι καπετάνιοι δεν παραβρέθηκαν στις ομιλίες. Σε μια σύσκεψη καπετανέων των μεραρχιών που συγκάλεσε αμέσως μετά ο ΄Αρης και εξέρασε τις ανησυχίες του για την παρουσία και τον ρόλο των ΄Αγγλων μόνο ο Μάρκος Βαφειάδης συμφώνησε μαζί του, οι άλλοι δεν ήθελαν να παρεκλίνουν από τη γραμμή του Κόμματος.

    Στη Λαμία παραμείναμε εφτά εβδομάδες. Μετά τις δυο ομιλίες που έκανε ο ΄Αρης προβληματιζόμασταν για τις μελλοντικές εξελίξεις. Ο Σιάντος και ο Ιωαννίδης αντί να μας προωθήσουν στην Αθήνα, έστειλαν το μεν Σαράφη στα Γιάννινα και τον ΄Αρη στα Τρίκαλα. Μετά από δυο εβδομάδες στα Γιάννινα επιστρέψαμε στην Καλαμπάκα και Τρίκαλα μέσω του χιονισμένου αυχένα του βουνού της Κατάρας. Είδαμε και πάθαμε να τον περάσουμε.

    Στα Τρίκαλα παραμείναμε εφτά εβδομάδες. Στις 16 Φεβρουαρίου 1945 μας ανακοίνωσαν ότι θα απολυθούμε και να παραδώσουμε τα όπλα. Ο ΄Αρης είχε κρύψει αρκετά όπλα στο Μαυρέλι, Εμείς δεν θέλαμε να παραδώσουμε τα όπλα μας, δεν θα τα παραδώσουμε, αν δεν συμφωνήσει και ο ΄Αρης, λέγαμε.  Ο ΄Αρης για να μην έρθει αντίθετος με το κόμμα και να μας δώσει το παράδειγμα τα παρέδωσε πρώτος. ΄Ετσι, στις  27 Φεβρουαρίου στην Κουτσομιλιά Τρικάλων παραδώσαμε τα πολυαγαπημένα μας όπλα. Την άλλη μέρα κλάψαμε όλοι μαζί και ο καθένας πήρε το φύλλο πορείας για τον τόπο του.

    Γύρισα στο σπίτι μου. ΄Ημουν ο μόνος αντάρτης από το χωριό μου και όλοι με καλωσορίζανε. Με πρότειναν και ανέλαβα πρόεδρος της Επιτροπής του χωριού μου να πηγαίνουμε στα Γρεβενά για τη βοήθεια της ΟΥΝΡΑ».

         «΄Αρχισες τον πολιτικό σου βίο», είπα.

         «΄Οχι για πολύ. Τα πράγματα δάσκαλε χειροτέρευαν. Κατά τις 10 Απριλίου 1945 πέρασε από το χωριό ο ΄Αρης περιμένοντας το χαρτί από τον Ζαχαριάδη, για να περάσει στην Αλβανία. Φρόντισα το χωριό να φιλοξενήσει την ομάδα του και τον ΄Αρη με τον καθοδηγητή τους πήρα στο σπίτι μας. Μετά το φαγητό πήγαμε και οι τρεις να κοιμηθούμε στο ίδιο δωμάτιο. Ο ΄Αρης με τον καθοδηγητή δεν είχαν ύπνο. Τους άκουγα να μιλούν όλη τη νύχτα. Εγώ καθόμουν στο παράθυρο. Πότε έκλειναν τα μάτια μου και πότε τα άνοιγα. Τα χαράματα μου λέει ο ΄Αρης:        

         ‘ Εσύ συναγωνιστή Γιώργο μόνο ακούς; Δεν λες τίποτα;’

         ‘Αφού με ρώτησες, συναγωνιστή ΄Αρη να πω κι εγώ μια γνώμη και ελπίζω να μην παρεξηγηθώ’.

         ‘Μίλα ελεύθερα’.

         ‘Σου καταλογίζω σφάλματα. ΄Οταν επέστρεψες από την Πελοπόννησο και μίλησες στη Λαμία, όλος ο κόσμος ήταν μαζί σου. ΄Οταν στο γήπεδο μίλησες στο τάγμα μαζί σου ήταν όλοι οι αντάρτες. ΄Οταν είμασταν στα Τρίκαλα οι αντάρτες έλεγαν δεν παραδίνουμε τα όπλα αν δεν συμφωνήσει ο ΄Αρης. Τότε έπρεπε να πάρεις την πρωτοβουλία και να κάνεις πέρα τον Σιάντο και τον Ιωαννίδη. Ο λαός ήταν μαζί σου’.

         ‘Δεν μπορούσα να οδηγήσω σε εσωκομματική σύγκρουση. Αυτό επεδίωκαν η Δεξιά και οι ι φίλοι τους οι Εγγλέζοι’.

    Τότε επεμβαίνει ο καθοδηγητής:

         ‘Τι εννοείς, ήταν προδότης ο Σιάντος;’

         ‘ Κάπως έτσι έγιναν τα πράγματα. Ενέδωσαν.’

         ‘Βλέπεις, και ένας απλός αντάρτης αντιλαμβάνεται το πώς έγιναν τα πράγματα’.

Τους άφησα να συνεχίζουν τη συζήτηση και βγήκα από το δωμάτιο να ετοιμάσω κάτι για κολατσιό.

΄Οταν ετοιμάζονταν να φύγουν από το χωριό περπατούσα μαζί με τον ΄Αρη και έναν άλλον αντάρτη. Μου λέει ο ΄Αρης:

         ‘Συναγωνιστή Γιώργο σε θέλω να ρθεις μαζί μας’.

Σφίχτηκε η καρδιά μου. Κατά τη γνώμη μου η εποχή του αντάρτικου είχε περάσει.

         ‘Δεν μπορώ τώρα. Είμαι πρόεδρος της Επιτροπής του χωριού για τα τρόφιμα και το ρουχισμό που στέλνει η ΟΥΝΡΑ’.

         ‘Εντάξει μου λέει. Μου υπόσχεσαι, όμως, όταν ξαναπεράσουμε, θα μας ακολουθήσεις’. «Ναι», του λέω.

    Την εβδομάδα του Πάσχα βλέπουμε από μακριά την ομάδα του ΄Αρη να πλησιάζει πάλι προς το χωριό. ΄Εφυγα και κρύφτηκα στο δάσος μέχρι να φύγουν.

Την άλλη μέρα μου λέει ο αδελφός μου ότι με αναζήτησε και του είπαν ότι λείπω στα Γρεβενά. ‘Πού θα πάει, είπε. Θα πέσει στα χέρια μου’. ΄Ηταν τυπικός, δεν ήθελε να τον γελάσεις.

    Λίγο μετά έπιασα δουλειά στο δάσος της Κρανιάς. Κόβαμε δέντρα για το Δασαρχείο. ΄Εμενα στην Κρανιά. ΄Οταν επέστρεψα ένα Σαββατοκύριακο η νύφη μου μου είπε:

         ‘Γιώργο, προχθές πέρασαν δυο χωροφύλακες και σε ζητούσαν. Μας είπαν να περάσεις από το Σταθμό Χωροφυλακής στο Κηπουργιό’. ΄Ηταν στο διπλανό χωριό. Πήγα. Στο καφενεδάκι απέξω είδα έναν χωροφύλακα. Του είπα ότι ήρθα γιατί με κάλεσαν.

         ‘Πώς λέγεσαι;’ μου είπε.

         ‘Γιώργος Τσουκανάρας’, του λέω.

         ‘Α, εσύ είσαι ο Τσουκανάρας! Πάμε στο Γραφείο του Διοικητή».

΄Οταν μπήκαμε στο γραφείο ο χωροφύλακας του λέει ότι αυτός είναι ο Τσουκανάρας. Εκείνος σηκώνεται και χωρίς να μου μιλήσει μου δίνει ένα χαστούκι. Ετοιμαζόταν να μου δώσει δεύτερο και του έπασα το χέρι. ΄Ηταν πιο μικρόσωμος από μένα. Τότε λέει στο χωροφύλακα: ‘Φέρε το καρμπάτσι’. ΄Οταν το έπιασε στα χέρια του με χτυπάει στο κεφάλι. Το κεφάλι μου έτρεχε αίματα. Διέταξε το χωροφύλακα και με έκλεισε στο κρατητήριο που είχαν εντός της εκκλησίας της Αγίας Παρασκευής. Με πήρε ο ύπνος. Κατά τις πέντε ήρθε ο χωροφύλακας και με πάει και πάλι στο γραφείο.

         ‘ Είχες πάει στο αντάρτικο;’ με ρώτησε ο διοικητής.

         ‘Ναι, κύριε Ανθυπασπιστά! Να πολεμήσω για την πατρίδα’, απάντησα.

         ‘Σήμερα, όμως, τι κάνεις; Το ξέρεις ότι ο Τσαλδάρης και ο Ζαχαριάδης τα καλοπερνάνε στην Αθήνα και βάζουν εμάς να βγάλουμε τα κάστανα από τη φωτιά. Εδώ έχω καταγγελίες για σένα’. ΄Εβγαλε έναν φάκελο:

         ‘Γυρίζεις τα χωριά και κάνεις προπαγάνδα και στο καφενείο διαβάζεις στους χωριανούς σου την ‘Αυγή’’.

         ‘Σε ποια χωριά έχω πάει;’

         ‘Στα Πριόνια’.

         ‘Ναι, πήγα να επισκεφτώ εκεί την αδελφή μου. Είναι παντρεμένη στα Πριόνια. Την εφημερίδα τη διάβαζα μόνος μου και οι χωριανοί μου μού ζήτησαν να τη διαβάσω δυνατά. Δεν έκανα καμιά προπαγάνδα’.

         ‘Από δω και πέρα να είσαι νομοταγής’.

         ‘Είμαι νομοταγής. ΄Ομως, ξεχνιέται το ξύλο που μου δώσατε;’

         ‘Είσαι ελεύθερος. Πήγαινε στη δουλειά σου και μη φοβάσαι τίποτα’.

Για τρεις μήνες δεν είχα ενοχλήσεις. Μετά από τρεις μήνες διέδωσαν ότι όταν με επισκέφτηκε ο ΄Αρης μου άφησε να κρύψω δυο φορτώματα με όπλα.

΄Ηρθαν στο σπίτι οι χωροφύλακες να με συλλάβουν. Κρυβόμουν στο δάσος. Μετά μια βδομάδα σκέφτηκα να μη ζω στην παρανομία, να πάω στη χωροφυλακή να δω τι ήθελαν από μένα. Πήγα στα Γρεβενά. Πήγα πρώτα να δω έναν δικηγόρο, τον Γιαννόπουλο, ο οποίος ήταν και πολιτευτής του Πλαστήρα. Με πήρε και πήγαμε στο Διοικητή της Χωροφυλακής. Ο Γιαννόπουλος του εξήγησε ότι δεν είχα καμιά σχέση με απόκρυψη όπλων.

         ΄Το γνωρίζω, είπε ο διοικητής.  Τα όπλα βρέθηκαν. Τα είχε αφήσει στο χωριό Γεωργίτσα.’

         ‘Παρακαλώ, δώστε του ένα χαρτί που να βεβαιώνει ότι δεν είχε καμιά ανάμιξη’, ζήτησε ο Γιαννόπουλος. ΄Υστερα από μερική συζήτηση ο διοικητής έγραψε κάτι, το υπέγραψε, το σφράγισε και μου το έδωσε. Τους ευχαρίστησα και τους δύο.

    Για δυο μήνες μετά είχα ησυχία.  Στις εκλογές του 1946 συζητούσαμε στο καφενείο αν θα έπερεπε να πάμε να ψηφίσουμε. Το εκλογικό τμήμα ήταν στο Κηπουργιό, το διπλανό χωριό. Τους είπα ότι η γραμμή του ΚΚΕ και του ΕΑΜ ήταν να απόσχουμε από τις εκλογές. Από το χωριό μου μόνο δύο πήγαν να ψηφίσουν. Διαδόθηκε ότι ο Τσουκανάρας παρακίνησε τους χωριανούς να μην ψηφίσουν. ΄Ηρθε στο χωριό ένα απόσπασμα χωροφυκακής. Ο επικεφαλής με κάλεσε στο σχολείο και με χαστούκησε. Βλέποντας, όμως, τον κόσμο έξω μου είπε να βγούμε γιατί τώρα δεν θα μπορούσαμε να πούμε τίποτα. Μου είπε μπροστά στον κόσμο να επισκεπτώ το αστυνομικό σταθμό στο Κηπουργιό. Ο αδελφός μου του είπε ότι ο Γιώργος πρέπει να παρουσιαστεί για στρατιώτης.

         ‘Δεν πειράζει, είπε ο επικεφαλής. ΄Οταν θα πηγαίνεις για τα Γρεβενά μπορεί να περάσεις στο Κηπουργιό και από το σταθμό’.

    Μυρίστηκα ότι ήθελαν να με συλλάβουν. Αν έπεφτα στα χέρια τους θα με σάπιζαν στο ξύλο.  Σκέφτηκα γρήγορα πώς να τους αποφύγω. ΄Εφυγα αργά το βράδυ, πέρασα πλάγια από το Κηπουργιό για να μην πέσω σε ενέδρα τους και στις τρεις το πρωί έφτασα στα Γρεβενά. Πήγα στο σπίτι των γονιών της νύφης μου και κοιμήθηκα τέσσερις ώρες. Στις 7 Απριλίου 1946 κατατάχτηκα στρατιώτης και στάλθηκα στην Κοζάνη. ΄Ημουν της κλάσεως 1942. Μερικοί από  τους λοχίες και επιλοχίες που μας ανέλαβαν ήταν πρώην ταγματασφαλίτες. Στις ασκήσεις ήμουν άφταστος αλλά τα καψόνια που μας έκαναν ήταν βάρβαρα. ΄Ενα βράδυ μας ξυπνάνε στις μία και μας βάζουν να τρέχουμε γύρω γύρω στο κτίριο ενώ από τα παράθυρα μας  έριχναν νερό. Οι φωνές μας ξεσήκωσαν τη γειτονιά, μαζί  και τον στρατολόγο που έμεινε εκεί. Μας συγκέντρωσαν στον δεύτερο όροφο και ο επιλοχίας άρχισε να ωρύεται σε μια του ομιλία ότι εδώ δεν είναι αντάρτικο και αυτά που ξέραμε να τα ξεχάσουμε και να συμμορφωθούμε με τους στρατιωτικούς κανονισμούς.

    Εκείνη τη στιγμή εμφανίζεται ο ταγματάρχης στρατολόγος αλλά ο επιλοχίας δεν τον είδε και συνέχισε το λογίδριό του. ΄Οταν ο ταγματάρχης πήγε δίπλα του ο επιλοχίας σταμάτησε και τον χαιρέτησε. Ο ταγματάρχης του είπε να συνεχίσει αλλά ο επιλοχίας απάντησε ότι δεν έχει τίποτα άλλο να προσθέσει. Τότε ο στρατολόγος του λέει:

         ‘΄Εχω εγώ. Δεν μου λέτε επιλοχία, πώς βλέπετε αυτούς τους νέους; Σαν αιχμαλώτους; Σά δούλους; Πώς τους μεταχειρίζεστε έτσι; Πηγαίνετε παιδιά να κοιμηθείτε. Θα εξετάσουμε το θέμα.’

    Στις 30 Απριλίου 1946 μας έστειλαν στο Αμύνταιο όπου ιδρύθηκε το 505 Τάγμα Πεζικού. Τον Ιούλιο ξεσηκώθηκε το δεύτερο αντάρτικο και μας είχαν διαρκώς σε κίνηση, σκοπιές, ενέδρες. Το χειμώνα τον περάσαμε με κάποια ησυχία. Τον Απρίλη του 1947 μας έστειλαν στα Τρίκαλα. ΄Εφτιαξαν μια ομάδα για τα ‘τάγματα Σκαπανέων’, και μας έβαλαν στα τζέιμς να πάμε στο Βόλο. Περνώντας από τον κεντρικό δρόμο των Τρικάλων ακούσαμε τις καμπάνες να χτυπάνε πένθιμα και μάθαμε ότι είχε πεθάνει ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄. Μείναμε ενάμισι μήνα στο Λιόπεσι και στις 29 Μαΐου 1947 περάσαμε στη Μακρόνησο.        ΄Ημασταν οι πρώτοι στη Μακρόνησο και αρχίσαμε καθημερινή εργασία για την κατασκευή των εγκαταστάσεων. Το μεγαλύτερο μαρτύριο ήταν αυτό της έλλειψης νερού. ΄Οταν είχε φουρτούνα το καράβι καθυστερούσε και εμείς λυσσάγαμε στη δίψα. Δεν πέρασε μήνας και μας απειλούσαν να υπογράψουμε δηλώσεις. Στις 22 Φεβρουαρίου 1948 μας επισκέφτηκε ο Υπουργός Στρατιωτικών Παναγιώτης Κανελλόπουλος με τον στρατηγό Βεντήρη. Μας συγκέντρωσαν στο γήπεδο κάπου 4.000 στρατιώτες και μας μίλησε ο Κανελλόπουλος ότι η πατρίδα μάς χρειάζεται και πρέπει να κάνουμε δηλώσεις.        Την Κυριακή 29 Φεβρουαρίου μας συγκέντρωσαν για εκκλησιασμό. ΄Αρχισαν να χτυπάνε κάποιους ασθενείς που τους έβγαλαν από τις σκηνές και μερικοί φώναξαν ‘αίσχος’. Τότε η φρουρά έβαλε με το πολυβόλο από το ύψωμα στη μάζα που είχε συγκεντρωθεί για τον εκκλησιασμό. Σκοτώθηκαν έξι και τραυματίστηκαν εφτά. Μας είπαν να πάμε στις σκηνές. ΄Ολη την ημέρα και τη νύχτα είμασταν ξάγρυπνοι μήπως μας επιτεθούν. Ο Αντώνης, ένας που ήταν στη δική μου σκηνή μου λέει να προσπαθήσουμε κρυφά να φύγουμε απέναντι και ν’ανεβούμε στο βουνό.

         ‘Τι είναι αυτά που λες τώρα!’, του κάνω. Να κάνουμε τι στο βουνό; Να κυνηγάμε και εμείς άλλους ΄Ελληνες! Να σκοτωνόμαστε μεταξύ μας!’

    Τη Δευτέρα είδαμε να είμαστε πολιορκημένοι από οπλοφόρους. Για να γλυτώσουμε φύγαμε από τις σκηνές προς τα βράχια σα σμήνος μελισσιού. Η Φρουρά πυροβολούσε. Τραγουδούσαμε τον εθνικό ύμνο που το αντιλαμβανόμασταν ως να ζούσαμε τις τελευταίες στιγμές της ζωής μας..΄Αλλοι πηδούσαν στη θάλασσα και άλλοι τραυματίζονταν ή έπεφταν νεκροί από σφαίρες. Το μεγάφωνο καλούσε να παραδοθούμε. Ποιοι να παραδοθούν, οι άοπλοι, οι αιχμάλωτοι και οι φυλακισμένοι! Τώρα πόσοι ήταν οι σκοτωμένοι και πόσοι οι τραυματίες δεν το γνωρίζω, ένα πλοιάριο βρισκόταν στο λιμάνι. ΄Οταν ησύχασαν λίγο τα πράγματα ο λοχαγός μου με έστειλε στον Μαργέλη, τον αξιωματικό του Α2.

         ‘Γιατί δεν έκανες δήλωση; με ρώτησε ο Μαργέλης. Να αποκηρύξεις τον κομμουνισμό.’

         ‘Εσείς κάνατε δήλωση’; ρωτησα.

         ‘Δεν είσαι κομμουνιστής; Δεν έκνανες αντάρτης;’

Κοιτάζει το φάκελλό μου.

         ‘Εδώ γράφει ότι ήσουν υπασπιστής του ΄Αρη Βελουχιώτη’.

         ‘Τον ΄Αρη Βελουχιώτη τον γνώρισα αλλά υπασπιστής του δεν ήμουνα ποτέ. ΄Ημουν ένας απλός αντάρτης’.

Με κοίταξε προσεκτικά.

         ‘Τι κλαση είσαι; με ρώτησε.

         ‘Του 42’, απαντώ.

         ‘Πρόκειται να απολυθείτε σύντομα’.

         ‘Δεν το άκουσα αυτό, εσείς το γνωρίζετε’.

         ‘Τι επαγγέλεσαι;’

         ‘Ξυλουργός’

         ‘Α, θα ιδρυθεί ένας λόχος ειδικοτήτων, μπορείς να πας εκεί’.

         ‘Θα πάω όπου με στείλουν’, απάντησα.

Με κοίταξε από επάνω ως κάτω.

         ‘Πήγαινε’, μου λέει.

Σε μια εβδομάδα με έστειλαν στο Λαύριο, σε ένα συνεργείο με τέσσερις άλλους μαραγκούς. Φτιάχναμε διάφορα έπιπλα για στρατιωτικά γραφεία. Στις 2 Οκτωβρίου 1949 απολύθηκε η κλάση του 1942 και πήρα το απολυτήριο.

    Στο σπίτι μου τα πράγματα ήταν τραγικά. Η μια αδελφή μου πέθανε τον Μάρτιο του 1946. Ο αδελφός μου είχε πάει με τον Δημοκρατικό Στρατό και σκοτώθηκε, αφήνοντάς την νύφη μου με ένα κοριτσάκι. Η άλλη αδελφή μου πήγαινε στο χωράφι, πάτησε νάρκη και έχασε και τα δυο της πόδια. Χρειαζόταν να εργαστώ. Πήγα σε ένα ξυλουργείο στη Θεσσαλονίκη. Μετά δούλεψα στην κατασκευή βαγονιών των Ελληνικών Σιδηροδρόμων, άνοιξα δικό μου εργαστήριο στου Γιδά και μετά για εννέα χρόνια στη Φλώρινα. ΄Ημουν καλός ξυλουργός, αλλά μερικές φορές μου λέγανε:

          ‘Τσουκανάρα, χρειάζεται να φέρεις πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων.’

         ‘Μα δεν πολέμησα εναντίον του κατακττή;’.

    Πάντα είχα εργασία αλλά κι οι οικογενειακές μου υποχρεώσεις μεγάλες. Στη Φλώρινα γνωρίστηκα με τη Βίκη, ένα κορίτσι της περιοχής. Πολλοί συγγενείς της ήταν στην Αυστραλία, οι προοπτικές μας στην Ελλάδα αμφίβολες. Συμφωνήσαμε να φύγει αυτή και αν τα πράγματα τα εύρισκε ευνοϊκά να ακολουθήσω και εγώ. Στις 5 Ιουλίου 1962 πήρα στον Πειραιά το καράβι για την Αυστραλία. ΄Ημουν 42 χρονών άνθρωπος και όλη εκείνη την ημέρα τα μάτια μου ήταν βουρκωμένα. Χίλιες σκέψεις τρυπούσαν το μυαλό μου με βασανιστικά ερωτηματικά. Γιατί βγήκα στο βουνό, γιατί υπέφερα τόσα βάσανα, πορείες, κρύο, πείνες, δίψα, αϋπνίες, ψείρες, ξυλοδαρμούς, τη Μακρόνησο; Γιατί θέλαμε μια ελεύθερη πατρίδα με μια ανοιχτή αγκαλιά για όλα τα παιδιά της.  Μπορούσα τώρα να ξεχάσω την πατρίδα; ΄Οχι, πολέμησα για την πατρίδα. Την πατρίδα την έχω μέσα στην καρδιά μου, θα την έχω ως την ημέρα που θα πεθάνω στην ξένη γη.

Χρήστος Ν. Φίφης