Pagotό

Share

Στην Κίμωλο είπανε; στη Φολέγανδρο· δεν θυμάμαι, θα σε γελάσω. Ήτανε πάντως καμιά εικοσαριά χρόνια πριν· τότε που σταματήσαν οι πολλές δραχμές· κι ένα ματσάκι άνηθος κόστιζ’ ένα ευρώ και μας φαινόταν τζάμπα. Τότε, ο Παναγιώτης ο ψαράς, νοίκιασε για όλο τον Αύγουστο το σπίτι του σ’ ένα μεγαλομόδιστρο απ’ το Παρίσι. Ο μεσιέ Μάρτιν τάδε. Ο κυρ-Μάρτιν· καμιά σαρανταπενταριά, ίσως και λίγο πάρα πάνω. Ψηλούτσικος, κοντά μαλλιά, λιγνός πετσί και κόκκαλο, μ’ ένα κινητό συνέχεια κολλημένο στο αυτί του. Ήθελε ηρεμία· κανείς να μην τον ενοχλεί, τίποτα να μη βλέπει, να μην ακούει τίποτα. Μόνο αυτός να μιλάει απ’ το κινητό του. Και με το αμόρε του: Έναν ίδιον μ’ αυτόν πάνω κάτω· μόνο λίγο πιο σκούρο. Μαροκινός. Εντάξει. Ο.Κ no problem: Ησυχία, ηρεμία!

Και για να μην ενοχλήσει, έστειλε ο Παναγιώτης ο ψαράς, την άλλη μέρα το πρωί, το γιο του τον Αγαθοκλή -ούτε πέντε χρονών παιδάκι- να σκουπίσει το κεφαλόσκαλο και τα παρτέρια γύρω στην αυλίτσα. Κι ο άλλος από μέσα,  το ’κανε χάζι το μικρό, να σαρώνει, σκουπιδάκια και μαμαλίθρες με μια σκούπα δυο φορές σαν το μπόι του. Ρώτησε κι έμαθε πως το ice cream, οι ιθαγενείς εδώ το λένε pagotό. Και πιάνει και τού δίνει ένα ευρουλάκι· ίσα-ίσα για να πάρει ένα pagotό. Τρελάθηκε ο Αγαθοκλής· περιχαρής τον παίρνει τον μισθό του. Κι όπως δεν ήταν διόλου βλάξ, το ’πιασε αμέσως· πως το παγωτό οι μεγαλομόδιστροι απ’ το Παρίσι το λένε pagotό: ‘Pagotό’ έλεγε ξανά και ξανά, και ξανά και πάλι, κι όλο γλειφότανε με κουνιστό κεφάλι και μάτια υγρά, τουρλώνοντας έξω τα χείλια και χασκογελώντας μόνος: ‘Pagotό’.

Και την επομένη το πρωί, μια και δυο παίρνει μόνος του τη σκούπα και πάει πάλι και βάλθηκε να σκουπίζει όλο το σπίτι γύρω, αρχινώντας απ’ την πίσω μεριά. Κι ύστερα πάει και χτυπάει απαλά την κλειστή ξώπορτα με το σκουπόξυλο. Μες απ’ τα κουρτινάκια δεν βλέπει κανέναν ο κυρ-Μάρτιν -πού τον δει το μπόμπιρα- ανοίγει, και τονε βλέπει να τον κοιτάει σε στάση προσοχής, με την παλάμη του έτοιμη και να τού λέει, λάμποντας από χαρά, με τέλεια προφορά, σουφρώνοντας πάλι τα χείλια: ‘Pagotό!’. Έλιωσε ο μόδιστρος: Τι έξυπνοι που είν’ οι Έλληνες, τι unique greek islands, τι υπέροχος λαός, κι άλλα τέτοια ανέξοδα.

Κι από τότε, πήρε το κολάι ο μικρός και πήγαινε κάθε μέρα σάρωνε και ζήταγε pagotό. Και ο κυρ-Μάρτιν τού έδινε. Δεν υπήρξε φορά, να μην τού δώσει. Τριάντα ευρώ εξτρά τού κόστισε το σκούπισμα· χαλάλι! Όλοι όμως εκεί τον λάτρεψαν: Τι καλός κύριος, τι ευγενικός, διακριτικός· ποτέ δεν ενόχλησε με τον Μαροκινό του, τι χουβαρντάς· όλα κι όλα! 

Κι ο μικρός Αγαθοκλής έγινε λαϊκός ήρωας τότε, σ’ όλο το νησί· που από πολύ νωρίς έμαθε να τα παίρνει απ’ τους ξένους. Έκαστος εφ’ ω ετάχθη· θα κοντεύει στα τριάντα τώρα. Όλα καλά κι όλοι ευχαριστημένοι…

Κι εκείνη η ηλιοψημένη -κάτι σαν artistic director λέει, γενικώς, και real estate- που μάς έλεγε χτες τούτη την ιστορία· Ελληνίδα, φίλη τού Martin, απ’ το Παρίσι -και νονά τού Αγαθοκλή, παρακαλώ!- ακόμα πιο ευχαριστημένη. Περήφανη· μονοπωλώντας άνετα και πολύ φτηνά το ενδιαφέρον μέσα στη γενική βαρεμάρα. Εγώ όμως· γιατί ήθελα να βάλω τα κλάματα ακούγοντάς την; Κι ήταν όλοι στην παρέα ένας κι ένας, υποτίθεται· γαμώ το…

Αθήνα 27 Μαΐου 2019
© Αλέξανδρος Αδαμόπουλος
alexadam48@hotmail.com

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.