Share

Χαίρετε, λάβαρα όρκου ιερού
που κρατήσατε τους Αγωνιστές ενωμένους
κάτω απ’ τα ιδεώδη του Έλληνος Γένους.
Όμοια σαν πελαργοί επάνω στα καμπαναριά,
που σκέπουν τους νεοσσούς μέχρι να πετάξουν
δυνατοί και ελεύθεροι.
Λάβαρα Άγια, που υψώθηκαν
σε όλες τις γωνιές της Ελλάδας
που απόμειναν σκλαβωμένες.

Κι εκείνη έμεινε με τα μάτια στραμμένα
σε όλα τούτα τα παιδιά της
που ξεχειμώνιαζαν απροστάτευτα
ανάμεσα σε λύκους και σε χιόνια.
Χαίρετε, Εμμανουήλ Παππά και Ζαφειράκη Θεοδοσίου,
τέκνα λιονταρόψυχα της Μακεδονίας,
που πρωτανάψατε τις δάδες του αγώνα.
Κι αν η φωτιά δεν άναψε έμεινε η χόβολη να καρτερεί.

Χαίρε, Μητροπολίτη Καραβαγγέλη,
δύναμη και φως του Αγώνα, δαυλός και πυροστιά
που ζέσταινες τα τρομαγμένα σου παιδιά,
σαν Άγγελος σε κάθε Άγιο Βήμα, κάθε χωριού,
έχοντας διάκο σου και ψάλτη σου το όπλο παρά πόδας.
Χαίρετε, Άγιοι Πατέρες και Γονείς, Άγιες Μάνες και Παιδιά,
που αντέξατε στη βία κι αντισταθήκατε στην υποδούλωση.
Κάθε στιγμή και ανατριχίλα στην ψυχή σας,
κάθε φοβέρα και πυρσός,
κάθε λεβέντικη καρδιά και παραγώνι.

Σε χαιρετά, οπλαργηχέ της Κρήτης Σεϊμένη,
του κάθε Έλληνα η ψυχή, που πρώτος στον Αγώνα
έπεσες μ’ άγριο θάνατο κι εστάθης εις την πύλην
της Παραδείσιας Λευτεριάς κι έτσι αντιχαιρετούσες
καθέναν χωριστά νεκρό που πέταγε κοντά σου:
-« Χαίρε, πολύτιμε νεκρέ, γυιέ της Μακεδονίας.
Χαίρετε, μάνες και μωρά, νέες, γριές και γέροι.
Μακάριοι που πεθάνατε σ’ αγώνα μετερίζι».
Και στον καθένανε νεκρό που έφτανε κοντά του
με λεβεντιάς στεφάνωνε και Αγιότητας στεφάνι.
Ατέλειωτα τα στέφανα που ’χε στην αγκαλιά του.

Όλη η χώρα αναρριγεί, για ιδές, θα τήνε πάρουν,
οι Μακεδόνες θα γεννούν στους Βούλγαρους ραγιάδες.
Όμοια σα λύκοι ορμήσανε οι άθλιοι κομιτατζήδες
κι ανίερα βασάνισαν, διέρρηξαν, μολύναν.
Να βουλγαρέψουν, για σκοπό είχαν, τους Μακεδόνες.
Γείρε, ψυχή μου, μύρισε, ψάξε, θα βρεις μπαρούτι.
Θα δεις ο Παύλος ο Μελάς πως ροβολάει για πάνω.
Έμαθε, στόχο βάλανε πάλι τους Μακεδόνες.

Οι Βούλγαροι λαχτάρησαν δικά τους όλα να ’ναι
η γλώσσα η Ελληνική, οι εκκλησιές, ο τόπος,
ενώ κρυφά ο Οθωμανός δόλια χαμογελούσε.
Και σκάλισε τη χόβολη κι έγινε ο ίδιος φλόγα.
Πίσω του ακολούθησαν εθελοντές δεκάδες.
Από την Κρήτη ως το Βορρά βγάνουν καπνό οι καρδιές τους.
Κι όλοι μαζί τη σώσανε την ώρια πρωτοκόρη.
Χαίρου, ψυχή μου, και μαζί κλάψε, παρηγορήσου.
Δες το Μελά πώς έφυγε γενναίος όπως ήρθε.
Πολέμησε σαν Έλληνας, ’τάφη σα Μακεδόνας.
Ψυχή μου, γείρε και άκουσε, τραγουδιστά τους κλαίνε,

δόξα και μοιρολόγημα, ηρωισμός και αίμα.
Γίνε περήφανη ψυχή, ορθώσου και θυμήσου,
πως ξεφυτρώσανε παντού θάμνοι που γίναν δέντρα,
τρανά και αξερίζωτα, πλατύφυλλα και αιώνια.
Χαίρε, ακατάλυτε Λαέ της Μακεδονίας
πού ’χεις χαλύβδινη ψυχή κι ατσάλινες φτερούγες
να εγείρεσαι και να πετάς, να σπέρνεις και να χτίζεις.
Άξιος του Μεγαλέξανδρου απόγονος στη γη του.
Χαίρε, γηραιά Μητέρα της Ιστορίας μας.

Χαίρε, Μεγαλέξανδρε που ένωσες την Ανατολή με τη Δύση,
το Βορρά με το Νότο, το προ Χριστού με το μετά Χριστόν.
Χαίρε, Αττική Ελληνική γλώσσα,
που ξέρεις πάντα να ξεπερνάς τα εμπόδια της λησμοσύνης.
Η εμμελής σου πλαστικότητα κι ο πλούτος
είν’ αρετές μοναδικές σ’ όλο τον κόσμο.
Χαίρε, πολύπλαστη γλώσσα,
πολύσπερμη και πολυτόκος.
Χαίρε, γλώσσα του Φιλίππου και του Μεγαλέξανδρου,

του Αριστοτέλη και του Ευριπίδη.
Γλώσσα που έκαμες το μεγάλο ταξίδι
για την Ασία, την Αφρική και τη Μεσόγειο.
Η Μακεδονική Φάλαγγα σωματοφύλακάς σου
και αλέτρι που όργωσε πέτρες και βουνά
κι ετοίμασε το χώμα για το σπόρο.
Για να γραφεί ο Λόγος της Αλήθειας.

Ευαγγελία-Αγγελική Πεχλιβανίδου
“Χαίρε, ψυχή μου,
Μάνα γη, μελίρρυτη!”
(Χαιρετισμοί στην Ελλάδα)
ISBN 978-618-80174-3-6