H Monique

Share

«Όχι». Ένα ξερό όχι. Πώς όχι; Δεν μπορεί· δεν θα κατάλαβε: Μια βδομάδα τώρα, τού εξηγούσε τού πατέρα του για μια τεράστια επενδυτική ευκαιρία, στο κέντρο της Λωζάννης, με αστείους όρους -πληρωτέα με λίρες Αιγύπτου, στο Κάιρο· αν είναι δυνατόν!- κι ο γέρος απ’ το γραφείο του τηλεγραφεί «Όχι». Ξαναστέλνει μήνυμα: «Όχι» πάλι. Στέλνει αμέσως κι άλλο: «Γιατί;» «Διότι θα λησμονήσεις την φιλτάτην Σάμον»… Ε άει σιχτίρ! Όχι ρε γαμώ το! Εδώ θα μπορούσε να χτίσει, μέσα στην Avenue d’ Ouchy, ολόκληρη πολυκατοικία με το τίποτα, κι ο άλλος να τού λέει αρλούμπες. Ε όχι! Πολύ φουρκίστηκε. Πήγε αμέσως να κλείσει εισιτήριο, να κατέβει αύριο κιόλας στην Αλεξάνδρεια, μα τον σταμάτησε η μάνα του: «Αφού τον ξέρεις τον πατέρα σου· αν τού κολλήσει μια ιδέα, πάει τέλειωσε, αυτό είναι».

Την επομένη το πρωί κανόνισε μ’ ένα ταξί και πήγε να δει τη Μονίκ· στη Λιέγη. Κι εκείνη δεν πίστευε στα μάτια της· με ταξί απ’ τη Λωζάννη… Πολύ κολακεύτηκε, δεν είπε όχι. «Παντρεύομαι» έγραψε στον πατέρα του.

Δεν τού καλάρεσε τού γέρο-Φωτιάδη η ιδέα να παντρευτεί Βελγίδα ο γιός του· μα τι να πει; Σάμπως κι αυτός στα νιάτα του Αγγλίδα δεν παντρεύτηκε; Και μάλιστα μιαν όχι τόσο πρώτης τάξεως σαν τη Μονίκ, που ήταν γαλαζοαίματη, λέει, και παλιά σαν τον Καρλομάγνο· αριστοκράτισσα βέρα, από γενιά σε γενιά, κι ας μην είχε ούτε τα μισά απ’ όσο βιός είχε ο γιός του τώρα. Δεν είπε τίποτα ο γέρο-Φωτιάδης κι ανέβηκε στη Λωζάννη, ξανασυνάντησε τη γυναίκα του, ντυθήκαν επίσημα, ξόδεψε λεφτά με το τσουβάλι για το γάμο των παιδιών, κι όλα έγιναν ωραία και καλά: Λίγο πριν το γάμο τής Γκρέης Κέλι με τον πρίγκιπα Ρενιέ· που η Μονίκ τον γνώριζε, μα δεν τον συμπαθούσε και τον έλεγε ο κρουπιέρης. Λίγο μετά τον δικό μας εμφύλιο εδώ. Την ίδια πάνω κάτω εποχή που ο Παπάγος άνοιξε, άκαιρα, το Κυπριακό και ο Νάσερ ετοίμαζε τα δικά του στην Αίγυπτο· η δε Ομογένεια εκεί, μαζί και η αυτοκρατορία τού Φωτιάδη, θα έπαυαν πια να υπάρχουν για πάντα.

***

Η Μονίκ ήθελε να διαφέρει παριστάνοντας την απλή, χωρίς να προκαλεί και να δείχνεται· σ’ αυτό είχε τακιμιάσει μια χαρά με τον άντρα της. Δεν έπιναν, δεν κάπνιζαν, εκείνη δεν έτρωγε ούτε κρέας, έκαναν meditation, ήθελαν γνήσια spiritualité και είχαν ακουστά πως εξ Ανατολών το φως. Πόσο ανατολών δεν είχε και πολύ μεγάλη σημασία, εξ ανατολών πάντως. Άρα ήρθε σχεδόν φυσικό, τώρα που πέθανε ο γέρο-Φωτιάδης, αντί να ζουν, μ’ όλο το υπόλοιπο σόι της στη Λιέγη να ζήσουν δυο τους στην Ελλάδα. Κι αντί να τριγυρνούν μεταξύ Παρισιού, Λωζάννης και Λονδίνου προσπαθώντας να μη χάσουν μια καλή συναυλία, ή να βρουν κάποιον γνήσιο μαθητή τού Gurdjieff, να ρίξουν άγκυρα στη Σάμο, κι από εκεί να κάνουν ό,τι θέλουν. Και εκείνη, άνετα, μπορούσε να παριστάνει τη ζωγράφο, και ο Κίμων, ως γεωπόνος, να φροντίζει την πατρική του περιουσία. Γιατί μπορεί ο Νάσερ να εθνικοποίησε τα πάντα στην Αίγυπτο, δεν έβαλε όμως χέρι σε ό,τι είχαν άλλοι αλλού· και ο Κίμων Φωτιάδης, κληρονόμησε απ’ τον πατέρα του, χώρια απ’ το αρχαίο αρχοντικό σπίτι με τα ογδόντα στρέμματα μέσα στη χώρα, κι ένα σωρό άλλα πράγματα σε όλο το νησί.

Τι σπίτι! Ούτε ο Κίμων δεν ήξερε καλά-καλά τι ακριβώς έκρυβε στα σωθικά του, και πολύ τού άρεσε που συστηνόταν πάλι, τώρα, μόνος του, σ’ όλον εκείνο τον απέραντο κόσμο. Γιατί ο γέρο-Φωτιάδης όσο αγαπούσε τις δουλειές του και ήξερε να κάνει λεφτά με τη σέσουλα, άλλο τόσο λάτρευε βαθιά τη ράτσα του· το Έθνος. Και είχε μαζέψει εκεί, μέσα σ’ εκείνο το υπέροχο σπίτι τού προ περασμένου αιώνα, όλη την Ελλάδα, με τον πιο φυσικό κι αγαπησιάρικο τρόπο: Όχι μόνο γιαταγάνια καριοφίλια φέσια και φουστανέλες απ’ την επανάσταση· που ήταν κάτι σαν πολύ πρόσφατα, προσωπικά είδη τού πατέρα, τού παππού και τού προπάππου του, μα και παμπάλαια βιβλία, βυζαντινές εικόνες, αρχαία χειρόγραφα, περγαμηνές, λυχνάρια, αμφορείς, κτερίσματα κι ό,τι αγάλματα, νομίσματα, κοσμήματα, και λογής-λογής υπέροχα κεραμικά αγγεία είχαν φυτρώσει απ’ την αυγή τού κόσμου, μέσα στο χτήμα του. Λατρεία ζωντανή· λες κι ήτανε το μόνο εύκολο να πας να συναντήσεις λίγο πιο εκεί, κάτω απ’ την κληματαριά, στο μάγγανο, τον ίδιο τον Πυθαγόρα να πίνει απ’ το ίδιο νερό, όπως τότε.

Κι είναι αλήθεια -αφού ήταν τώρα κτήμα της- πως το σπίτι το σεβάστηκε η Μονίκ, προσπαθώντας να το συνεφέρει λίγο και να το κάνει δικό της. Δεν ήταν διόλου άμαθη, ούτε αγράμματη· κάθε άλλο. Βασιλοπούλα -κι όχι άδικα- ένιωθε μικρή στον πύργο τους, κι ήτανε τώρα Ρήγαινα εκεί. Και γνώσεις είχε, και κοινωνική εμπειρία. Και κλασική παιδεία είχε λάβει· ίσως και πιο σοβαρά απ’ ό,τι ο άντρας της. Και ένα κάδρο με το οικογενειακό τους δέντρο που το ’φερε απ’ τη Λιέγη για να το βάλει πάνω απ’ το τζάκι, είχε τις ρίζες του πριν το 1600. «Μετά Χριστόν!» πέταξε ο Κίμων γελώντας. Και πρώτη φορά κάτι την πείραξε στο γέλιο του. Κι ένιωσε ζήλεια.
Γιατί μπορεί ο Κίμων να μην είχε μάθει να λέει, γουρλώνοντας τα μάτια, την αρχή τής Ιλιάδας ή τής Οδύσσειας, σα να ’τανε Κινέζικα, μπορούσε να διαβάσει όμως ό,τι να ’ναι, μπορούσε να μιλάει, να γράφει· ακόμα και να κοροϊδεύει τον Έρασμο· λέγοντας τι κρίμα να μην είχε ένα μαγνητόφωνο ν’ ακούσει πώς είναι τα σωστά ελληνικά, ή να μην μπορεί να πάρει ένα τηλεφωνάκι να πει το ντέρτι του σε κάνα φίλο του Έλληνα. «Μα τι βλακείες μού λες τώρα· δεν είναι η ίδια η γλώσσα! Δεν είσαστε το ίδιο πράγμα εσείς!…» τού σφύριξε μες απ’ τα δόντια, ξινά η Μονίκ στάζοντας και μια στάλα δηλητήριο. «Κι όμως· εγώ λέγομαι Κίμων, και γράφομαι έτσι» είπε μόνο. Και το ίδιο βράδυ πήρε κι έψησε χταποδάκι στα κάρβουνα πάνω σ’ ένα πήλινο πύραυνο· μιαν ελληνιστική φουφού τού 3ου αιώνα -προ Χριστού!- όπως είχε κάνει μια φορά κι ο παππούς του, σε κάτι Άγγλους αρχαιολόγους για να τους τρελάνει. Όταν το είδε αυτό η Μονίκ δεν το πίστευε· «Sacrilege!» ούρλιαξε, γυρίσαν μέσα τα μάτια της κι έπεσε χάμω ξερή. Κι ο άλλος ακόμα γελούσε.

***

…Τόση ζωντανή ζωή μαζί· όχι μέσ’ από γραμμένες σελίδες, όχι μέσ’ από βιτρίνες, ούτε φίλτρα, ούτε οθόνες· δίχως δίχτυ ασφαλείας· αλλά ωμά, μπροστά στα μάτια σου, είναι πολύ. Είναι πάρα πολύ, όταν έχεις μάθει αλλιώς από γεννησιμιού σου, και ξέρεις πολύ καλά πού να πας να κρυφτείς στα δύσκολα. Ένιωθε σα να την πέρασε πατόκορφα και την ξύρισε συθέμελα ένα γιγάντιο, τρομακτικό αστροπελέκι. Και πώς να γιατρευτεί απ’ αυτή τη λαβωματιά που άνοιξαν μέσα της όλοι οι αιώνες μαζί; Δε γινόταν με τίποτα να κλείσει η πληγή, αν δεν μεταλλασσόταν η ίδια και δεν έπαυε να ’ναι αυτό που ήταν. Αν δεν γύρναγε πίσω· τότε που γεννήθηκε το Φως και δεν ονόμαζε, μόνη της, αλλιώς, όλα τα πράγματα. Αν δεν παραδεχόταν μέσα της, ακόμα κι ότι ο θεός της δεν είναι Θεός. Γίνονται αυτά; Όχι βέβαια! Γι’ αυτό πείσμωσε.
Κι όσο περιμάζευε, τακτοποιούσε, καθάριζε και συντηρούσε πολύ προσεκτικά η Μονίκ, όλην εκείνη την απέραντη σοδειά αιώνων, τόσο σφιγγόταν με τα χρόνια το στομάχι της. Κι αντί ν’ ανοίξει, να λυθεί και να ενωθεί, τόσο ξεμάκραινε· την έτρεφε το πείσμα και η άρνηση, κι όλο φαρμακωνόταν και μαράζωνε: Γιατί όσο πιο άδολα καμιά φορά έκλεινε το μάτι στους Έλληνες, να παίξουνε λίγο μαζί· τόσο το είναι, τα δικά της και οι δικοί της, χλόμιαζαν, έχαναν το κύρος, την όποια λάμψη τους κι ερχόταν δεύτεροι πάντα. Μα πάντα. Κι αυτό δεν ήθελε να το δεχτεί ούτε γι’ αστείο· «ο κόσμος μου» έλεγε, κι ήταν η σανίδα που πάνω της πατούσε.

Κι όσο γνώριζε από κοντά, όλο και καλύτερα εκείνα τα πράγματα και μπορούσε να τ’ αγγίζει ελεύθερα, να τα χαϊδεύει, ν’ ανασαίνουν μαζί, όσο ευφραινόταν τα μάτια της και χόρταινε η ψυχή της, τόσο μέσα της φυτρώναν αγκάθια· δενόταν κόμπο η γλώσσα της και δεν ήθελε ν’ αρχίσει να μετράει, ούτε να ονειρεύεται, στα ελληνικά. Κι ας ένοιωθε ντροπή για ό,τι είχε αγαπήσει πριν: «Καλά έκανα!» έλεγε μες απ’ τα δόντια. Ό,τι είχε αγαπήσει -το ’βλεπε πια, το ένιωθε- δεν ήταν παρά χοντρές, αφελείς, αστείες μιμήσεις. Ε ναι λοιπόν· χίλιες φορές: «Καλά έκανα!» Εκείνα ήταν δικά της· εκείνα ήξερε: «Αυτός ο κόσμος δεν είναι δικός μου· είναι τού Ομήρου».

Πείσμωνε· κι ας ένιωθε ντροπή και φόβο, μπροστά σ’ όλ’ αυτά τα χαμόγελα, τους βοστρύχους, τα νύχια, τ’ ακροδάχτυλα, τους θύρσους, τα στέφανα, τις πόρπες, τα πέπλα, τα μάτια, τα ιμάτια, τις πτυχές, τις ψυχές που φτερουγίζαν ακόμη· κι όλο εκείνο το μείγμα, από κτήσεως κόσμου, που ήταν συνέχεια εκεί και τής έδειχνε αμείλικτα το ασύλληπτο μέγεθος τής άγνοιας και το απύθμενο κενό τής παιδικής σιγουριάς. Ένιωθε φόβο, ντροπή, μα κι απέραντο πείσμα συνάμα. Κι όλο εκείνο το μείγμα, που τής έδειχνε αμείλικτα… όλο αυτό το μείγμα που έπρεπε να φύγει… που τής έδειχνε αμείλικτα το χαώδες μέγεθος τής άγνοιας και το αβυσσαλέο κενό τής στείρας σιγουριάς… όλο το μείγμα που έπρεπε να φύγει… όλο· πήγε και ήρθε κι ανεβοκατέβηκε μέσα της, αναψοκοκκίνισε κι ανακατώθηκε άκριτα με το πείσμα· παιδικά, άστοχα, χωρίς να δουλευτεί, άκομψα, κι έγινε φθόνος, άδικα, παχύ, α, πηχτό, μίσος, βουβό. Αα. Μίσος, κρυφό μίσος: Κρυφό· γιατί δεν είχε τη δύναμη να το δείξει. Δεν μπορούσε να βγει και να πει φανερά πως τους μισεί τους Έλληνες, που είναι πάντα εκεί και σού δείχνουν το δρόμο γυμνοί. Μίσος όμως… Να βγει και να πει πως μισεί τα πιο όμορφα πράγματα· πώς να το πει; Μίσος… Τα πιο όμορφα κομμάτια σ’ όλα τους τα μουσεία: Στα δικά τους μουσεία… Μίσος… Μα δε γίνονται αυτά… Να πει πως μισεί το ωραίο… Πως μισεί τον Κανόνα… Πόσο μισεί την Αρμονία, και τη Λογική μαζί. Μισεί. Μισεί το φως… Και την αλήθεια…

Μα, γιατί να μισείς κάτι που υπάρχει, είν’ εκεί και σού αρέσει; Πώς γίνεται αυτό; Ε, τότε καλύτερα να μην υπάρχει· φτάνει πια! Δυόμιση χιλιάδες χρόνια τώρα, φτάνει. Φτάνει πια, μ’ αυτή τη δικτατορία τού καλού· ως εδώ! Κι ευχήθηκε μια στιγμή· ευχήθηκε ο Παρθενώνας… Μα όχι, όχι· το πήρε πίσω. Το ευχήθηκε όμως· κι ας το πήρε πίσω, παγωμένη: Για μια στιγμήν ευχήθηκε, ο Παρθενώνας, να γίνει, ό,τι έγιναν, τ’ αρχαία, στην Παλμύρα, και, οι, Βούδες, στο, Αφγανιστάν… Όχι, όχι, όχι· όχι αυτό… Το πήρε πίσω… Σταμάτησε. Πήρε ανάσα. Ανάσανε πάλι· βαθιά. Έκλεισε με δύναμη τα μάτια, έσμιξε τα φρύδια, σούφρωσε τα χείλια, δάγκωσε τα δόντια, έσφιξε τις γροθιές μπήγοντας τα νύχια μες στη φούχτα της, κι ευχήθηκε ξανά -κοτζάμ γυναίκα· σαν οχτάχρονο κοριτσάκι ακόμα-… κι ευχήθηκε… Ευχήθηκε, ο Παρθενώνας, κάποτε, να γίνει μπαράκι, καφετέρια, κλαμπ, ντίσκο, ρέστοραν· όλα μαζί ή κάτι απ’ όλα. Κι ευχήθηκε ακόμα· ευχήθηκε το ίδιο αληθινά και με το ίδιο πάντα πείσμα, να γίνει γρήγορα αυτό· για προλάβει να το ζήσει, και να πηγαίνει και η ίδια πού και πού….

Αθήνα 21 Αυγούστου 2019
© Αλέξανδρος Αδαμόπουλος
alexadam48@hotmail.com

1 thought on “H Monique”

  1. Είναι πολλές ,άραγε οι “Μονικ”που νιώθουν παρόμοια για την Ελλαδά; Και όχι μόνο θηλυκού γένους! Ένα ενδιαφέρον κείμενο, απο τον Αλέξανδρο που η πένα του ξέρει να διεισδύει με χιούμορ και δεξιοτεχνία στις ρωγμές της πραγματικότητας. Και όχι μόνον, καταφέρνει, να εξυψώνει απλά και ξεκάθαρα “το χράμι και το κιούπι που ανάδιναν μιαν αρχοντιά κατά τι ανώτερη των Λουδοβίκων”,που λέει κι ο ποιητής ! Δεν θέλουν τίποτα οι Παρθενώνες…στέκουν αέναα στο Φως παρα τα μίση και τα πάθη ,για αιώνες!
    “Καλή νύχτα Μονίκ, τούτος ο τόπος, σε πείσμα σου, δε θα σβήσει ποτέ!”

Leave a Reply

Your email address will not be published.

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.