Φθινοπωρινά φύλλα

Share

Και ξαφνικά, πήρε να βρέχει, η φύση αλλάζει φορεσιά,
μα η σκέψη μου, σε σένα τρέχει, με τη στολή, τη θαλασσιά.
Τα φύλλα παίρνουν χρώμα, καφέ- κιτρινωπό
κι απλώνονται σαν στρώμα στο χώμα το νωπό.
Κι εγώ με γεύση νοτερή στο στόμα, ψελλίζω γνώριμο σκοπό.

Η Μύτη

Share

Ήτανε κάποτε ένα κουνέλι αγριοκούνελο· όμορφο κι έξυπνο και δυνατό πολύ. Είχε κάτι μάτια σα δαφνόκουκα πλυμένα στη βροχή κι είχε δρασκελιές μαζί σαν εκατό ακρίδες· δυο φορές σαν όλα τ’ άλλα. Ήταν όμορφο σα μαχαιριά κι έξυπνο σαν το νερό που κυλάει. Όλα τ’ άλλα τα κουνέλια μια το ’θέλανε για λίγο, μια το ζήλευαν πολύ, και τα κοριτσοκούνελα που το ’θελαν πολύ για λίγο, φοβόντουσαν να το πλησιάσουν έτσι που έδειχνε περήφανο κι έξυπνο και δυνατό κι ωραίο.

Δεν σε βρίσκω…

Share

(«Τα βράδια έχω βρει έναν ωραίο τρόπο
για να κοιμάμαι: Τους συγχωρώ όλους
έναν- έναν.» Τάσος Λειβαδίτης)

Ψάχνω να βρω κάτι
για να στο συγχωρήσω
και δεν βρίσκω τίποτα.
Και ψάχνω… ψάχνω.
Όλη τη νύχτα ψάχνω.
Μάταια. Δεν βρίσκω
να έχεις κάνει κάτιτις,
σε βάρος μου.

Τριγωνικός Επίδεσμος

Share

Όπως κι αν είναι ο ουρανός
όπως και να τον ζωγραφίζουν
τα πουλιά των εποχών
πρέπει πάντα με βρόχινο νερό
να περιθάλπω καλοκαίρια
Δένω λοιπόν γερά ένα θολό απόγευμα
Τριγωνικός επίδεσμος
Εσύ
Εγώ

Προσφυγιά στο Όνειρο

Share

Χαλάσματα…
Κομβόι χάντρες η ψυχή μου
χαρτογραφημένες αναμνήσεις και πλεούμενοι πόθοι.
Με τον μύχιο σφυγμό της
στο ημερολόγιο της λησμονιάς.
Προσφυγιά στο όνειρο…
Οδοιπορούσα με αβέβαια βήματα.
Θραύσματα ουρανού ατάκτως κρημνισμένα
κι ένα ναυάγιο ελπίδας χωρίς εισιτήριο.
Προορισμός το πουθενά.

12 Μαντινάδες της αγάπης

Share

Μα ’ναψες, φως μου, μια φωθιά απού ζωή μου δίνει
και τρέμω όντε φανταστώ, την ώρα που θα σβήνει.
Τσι δυό καρδιές μας σμίξαμε και δε μας τσι ξεσμίγει
ούτε ο Χάρος μάθια μου, όποιος κι αν πρωτοφύγει.