Η Μύτη

Share

Ήτανε κάποτε ένα κουνέλι αγριοκούνελο· όμορφο κι έξυπνο και δυνατό πολύ. Είχε κάτι μάτια σα δαφνόκουκα πλυμένα στη βροχή κι είχε δρασκελιές μαζί σαν εκατό ακρίδες· δυο φορές σαν όλα τ’ άλλα. Ήταν όμορφο σα μαχαιριά κι έξυπνο σαν το νερό που κυλάει. Όλα τ’ άλλα τα κουνέλια μια το ’θέλανε για λίγο, μια το ζήλευαν πολύ, και τα κοριτσοκούνελα που το ’θελαν πολύ για λίγο, φοβόντουσαν να το πλησιάσουν έτσι που έδειχνε περήφανο κι έξυπνο και δυνατό κι ωραίο.

Όμως το αγριοκούνελο εκείνο ήταν δυστυχισμένο. Ναι, ήταν κρυφά δυστυχισμένο γιατί δεν τού άρεσε η μύτη του: Μια φορά, όταν ήταν μωρό, είχε συναντήσει στο δρόμο του μια μικρή σκατζοχοιρίνα -τού άρεσε, γέλασε που την είδε, τού φάνηκε αστεία- και πήγε να παίξει μαζί της. Όταν όμως τής έπιασε το χέρι κι έσκυψε να της το φιλήσει, κρατώντας τα δάχτυλά της στη ροζ πατούνα του, εκείνη δίχως να το θέλει, τού τρύπησε τη μύτη μ’ ένα της βελόνι. Τίποτε· αστεία πράματα· ούτε που φαινόταν. Μόνο που τού κόλλησε η ιδέα πως πάει· χάλασε η μύτη του, δεν είν’ ωραία πια, ασχήμυνε. Και ζούσε δυστυχισμένο γιατί δεν τού άρεσε η μύτη του. Και δεν είχε άλλη, να τη βάλει στη θέση τής δικιάς του. Και ζούσε παράμερα, γιατί νόμιζε πως οι άλλοι το κορόιδευαν. Και οι άλλοι, επειδή νόμιζαν πως τους αποφεύγει -έτσι περήφανο κι ωραίο που ήταν- το απόφευγαν τώρα πιο πολύ κι από πριν.

Κι άρχισε τότε να κάνει παρέα με τις κότες και να παίζει μαζί τους. Κι εκείνες έπαιζαν μαζί του. Μα δεν ξέρανε να παίζουν γιατί μεσ’ στα κοτίσια τους παιχνίδια τού τσιμπούσανε τη μύτη απ’ την πολλή χαρά τους. Αυτό στην αρχή τον πείραζε, τον ενοχλούσε· σκέφτηκε όμως μετά: «Εγώ σ’ όλη μου τη ζωή υποφέρω απ’ αυτή τη μύτη· κι ήθελα να ’χω άλλη· για τη μύτη μου θα χολοσκάω τώρα;» Και συνέχισε να παίζει με τις κότες, ένα χειμώνα ολόκληρο· βαρύ χειμώνα, κρύο.

Την Άνοιξη, μια μέρα, εκεί που καθότανε στην πηγή κοντά, ένα μικρό αγριοκούνελο, φρέσκο, τής ώρας, ξεπήδησε μές’ απ’ τα τριφύλλια και φλάπ, βρέθηκε δίπλα του. «Τι έπαθε η μύτη σου;» τον ρώτησε. «Τι έπαθε;» αντιρώτησε αλαφιασμένος ο δικός μας και μονομιάς θυμήθηκε όλα τα βάσανά του· από τη μέρα που πήγε να φιλήσει το χεράκι τής σκατζοχοιρίνας και τσιμπήθηκε στη μύτη. «Τι έπαθε;» ξανάπε κι έσκυψε πάνω στο νερό να δει εκεί το πρόσωπο τής μύτης του.
Και τι να δει! Ξάφνου πλημύρισε χαρά: Γεμίσαν τα νεφρά του φως· ήθελε ν’ αρχίσει να πηδάει πιο ψηλά κι απ’ τα ψηλότερα χορτάρια. Ήθελε να καβαλήσει τρέχοντας τον άνεμο: Όλη η δυστυχία τής ζωή του είχε φύγει πια. Έτσι τού φάνηκε. Όλα τα κακά μονομιάς εξαφανίστηκαν -έτσι κατάλαβε μ’ αυτό που αντίκρυσε. Γιατί ξαναέσκυψε προσεχτικά πάνω στο νερό, ξανακοίταξε και ξαναείδε: Ξανάδε την κακομοίρα τη μύτη του που ήτανε τρυπημένη και φαγωμένη απ’ τις κότες. Έτσι που ήτανε σα ματωμένο σφουγγάρι τώρα πια, η μύτη του είχε γίνει εντελώς αγνώριστη. Και χάρηκε! Αυτό δεν ήταν η μύτη του, η δικιά του μύτη· η δυστυχία του. Πονούσε βέβαια, έτσι που έσταζε και μάτωνε, μα τι σημασία είχε; Μέσ’ στο χειμώνα η μύτη είχε αλλάξει ολότελα. Αυτό που ευχότανε τόσον καιρό, είχε γίνει κιόλας!

Έκαμε να φύγει απ’ την πηγή, μα όλα τ’ άλλα τ’ αγριοκούνελα, ειδοποιημένα απ’ το μικρό που είχε τρομάξει, γιατ’ είδε πρώτη φορά αίμα στη ζωή του, είχαν έρθει κι ήσαν όλα κύκλος γύρω του.
Έβλεπε σκυμμένα πάνω του πρόσωπα: Όλα ανήσυχα, τρυφερά. Μ έναν καλό λόγο καθένα στα μουστάκια του, με χάδια στη φωνή τους, να τρίβουνε τις γούνες τους όλα πάνω του. Ένα κουβάλαγε χαμομηλάκια, άλλο τα μάσαγε, τρίτο έπαιρνε το γιατρικό απ’ το στόμα του αλλουνού με το στόμα του και το απίθωνε στις πληγές της μύτης. Άλλος τού βαστούσε το ένα αυτί, άλλος το άλλο, άλλη κουνούσε την ουρά της και τού χάιδευε τη μασχάλη. Άλλη με τα μουστάκια της τού έφτιαχνε τα τσίνορα.
Τι ευτυχία! Δεν πίστευε στα μάτια του: Όλοι ήσαν εκεί, μαζεμένοι γύρω του. Όλοι, που ήσαν ξένοι κάποτε και μακρινοί πριν, βρίσκονταν τώρα γύρω του, κοντά του, σκυμμένοι πάνω του,

Τι ευτυχία! Πόσο αγαπούσε τις κότες…

© Αλέξανδρος Αδαμόπουλος
1η έκδοση «Ψέματα πάλι» ΑΓΡΑ
alexadam48@hotmail.com

1 thought on “Η Μύτη”

  1. Αχ βρε Αλέξανδρε, καλέ μου παραμυθά! Οι λέξεις σου , μέσα απ’των κουνελιών την άφατη αφέλεια, μέσα απ’των άδολων υπάρξεων τη σοφία, μια αλήθεια ξεδιπλώνουνε για μας, τους έρημους ανθρώπους…
    “Η δική μας γνώση του εαυτού, ελευθερώνει ή ακυρώνει την αλήθεια!!!”

Leave a Reply

Your email address will not be published.

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.