Δέκα

Share

Δέκα μέρες που έφυγε η Kim για την Πράγα, κι άλλες τόσες να γυρίσει· αν γυρίσει, πίσω. Το γνωστό πηγαινέλα· για να μη γίνει ποτέ το ‘θα δούμε’, ένα σκέτο ‘ναι’. Δέκα μέρες τώρα -σε καλό μου- ποιος με κολάζει; Ποιος θέλει σώνει και καλά να μού φυτέψει φτερά στην πλάτη; Τι κερατιάτικα, τι διάολο αμαρτίες πληρώνω;

Από τότε που, για ν’ αντιδράσω κάπως θετικά σ’ όλο αυτό το περίπου, άρχισα να καταπιάνομαι επιτέλους με τη χαμηλή βιβλιοθήκη κάτω απ’ το παράθυρο· λες κι όλα τ’ άστρα μαζί μ’ έβαλαν στο μάτι: Το πρώτο κιόλας βράδυ που έφυγε η Kim, ήρθ’ εδώ η Λένα, φορτωμένη μ’ όλου του κόσμου τα καλά και μια πρωινή τσιπούρα πελαγίσια· να την ψήσουμε στα κάρβουνα. Κι όταν με βλέπει φωτίζεται το πρόσωπό της. Με ρωτά, με φιλά και μ’ αγγίζει σα να ’μαι εικόνισμα Κι εγώ νοιώθω άσχημα· σα να μού ψήνει το ψάρι στα χείλη, γιατί δεν μπορώ να τής δώσω τίποτ’ απ’ όσα θέλει· κι ας κάνει τάματα, μετάνοιες και γονυκλισίες.

Απ’ την άλλη, να ένα μήνυμα τής Χρύσας στο τηλέφωνο· πως γύρισε λέει απ’ τις διακοπές με τον Αντρέα της! Θού Κύριε… Δεν το απαντώ· μη ρίξω λάδι στη φωτιά, δεν είν’ ανάγκη. Έχω άλλη δουλειά τώρα, πιο σοβαρή: Άλλη τέχνη, μ’ άλλη στάση, με άλλες ανάσες: Είπαμε: Ετοιμάζομαι να λουστράρω τη βιβλιοθήκη, τα ντουλάπια και το κάλυμμα τού καλοριφέρ που έχω φτιάξει στο δωμάτιό μου: Αυτό κι αν θέλει χάρη, χέρι, υπομονή και συγκέντρωση! Κι όλο ο Ντίνος, να με χασομεράει τριγυρνώντας μες στα πόδια μου σαν καυλωμένος κεραμιδόγατος, για να γεμίσει το κενό που τού άφησε η Ντίνα φεύγοντας. «Τι ακριβώς έγινε;» τον ρωτώ· «Ατύχησα.» λέει. «Μα δε σε ρωτώ τη γνώμη σου· τα γεγονότα θέλω.» «Α, εσύ το πας πολύ μακριά…» Οπότε, με ένα ‘ατύχησα’ ξεμπερδεύει· κι άντε πάλι απ’ την αρχή.
Γιατί να μην μπορώ να το εφαρμόσω κι εγώ έτσι εύκολα στον εαυτό μου αυτό;

*

Βλέπεις όμως· δεν κάθομαι κι εγώ στ’ αυγά μου: Πάλι καλά που η Λουκία ήταν πνιγμένη συνεχώς, όσες φορές τής τηλεφώνησα. Έχω χάσει το λογαριασμό πια, και δεν θυμάμαι διόλου πού ακριβώς, σε ποιο νησί, την πέτυχα την τελευταία φορά, μέσα στα τόσα Φεστιβάλ που την καλούν να παριστάνει την Καλλιτεχνική Επιτροπή: (Ο πιο μπατίρης κι ανιστόρητος λαός, που δεν ξέρει τι τού γίνεται δέκα αιώνες τώρα· έχει με το τσουβάλι φιέστες τής πλάκας -δουλειές τού ποδαριού οι πιο πολλές- που όλες, αυτιστικά κι αυτάρεσκα, τις βάφτισε Πολιτισμό: Σοβαρές, λέει, διαδραστικές Πολιτιστικές εκδηλώσεις, Πολιτισμικές εκδηλώσεις, Πολιτιπολύ…! Τι φρίκη…)

Η Χριστίνα από την Κέρκυρα· «Σε πεθύμησα! Πότε θα έρθεις;» Δεν ξέρω.
Η Βίκη θα χαρεί πολύ να τα πούμε. Ναι· αλλά εγώ θα ήθελα να είν’ εδώ η Kim.
Η Ιωάννα, βγήκε κι αυτή απ’ τη ναφθαλίνη και με θυμήθηκε.
Κι ο Ντίνος μ’ έν’ ακουστικό συνέχεια κολλημένο στ’ αυτί· ζητά σα ζητιάνος.

*

Προχωράει το βάψιμο· ζήτω η χειρωναξία! Σειρά έχουν τώρα οι υπόλοιπες ντουλάπες στο δωμάτιο. Θέλει κι αυτό πολύ μαστοριά. Η ριπολίνη είναι τέχνη δύσκολη· δεν είναι πλαστικό τοίχου να παίρνεις σβάρνα και να το περνάς άτσαλα μ’ ένα ρόλερ, σαν αρκούδος που ξύνεται σ’ ένα γέρικο πεύκο.

*

Τηλεφωνά η Λουκία· ευτυχώς όχι μόνη: Να έρθει, λέει, με μια φίλη της, να δουν τον ξυλουργό; «Ελάτε· να σας δείξω και τον λουστραδόρο!» απαντώ. (Έτσι κι αλλιώς δέκα μέρες τώρα, την Kim που ψάχνω δεν τη βρίσκω: Με βλέπει στην οθόνη της και δεν μού απαντά· τ’ άστρα μας λέει δεν ταιριάζουν.) Κι όταν μπήκανε σπίτι, κατάπια τη γλώσσα μου, γιατί η φίλη τής Λουκίας ήταν η βιαστική εκείνη ύπαρξη που είχα δει τις προάλλες· σε κάποιαν αποθήκη, στο Φεστιβάλ, στην Πειραιώς. Μού είχε αρέσει· κι ας φιλήθηκε στα πεταχτά με τον Μαρωνίτη κάποια στιγμή: Η Εύα. «Χάρηκα πολύ» «Ομοίως». Μετά -τι μ’ έπιασε· μόλις έφυγαν- τής έστειλα ένα ηλμην, στήνοντας εγώ πρώτος μια γέφυρα. Γράφοντας το μετάνιωσα· μα το send το πάτησα. Εντάξει· μια γέφυρα ήταν μόνο. Ευτυχώς, αύριο φεύγουν και οι δύο· η μια για εν’ ακόμη Φεστιβάλ, κι η άλλη για το Παρίσι, δέκα μέρες.

*

Άντε πάλι: Μήνυμα της Χρύσας, να βρεθούμε λέει να συγκρίνουμε τα μαυρίσματά μας… Σαν τ’ αγοράκια που συγκρίνουν τα τσουτσούνια τους. Δεν το βάζει κάτω· τα θέλει ο κώλος της και δεν χάνει ευκαιρία να το δείξει. Τής απάντησα πως μόνο στο δώμα μπορεί να γίνει αυτό· γιατί όλο το υπόλοιπο σπίτι με τα ξυλουργικά και τα βαψίματα που κάνω, δέκα μέρες τώρα, είναι σκέτο αχούρι. Μ’ άλλα λόγια· έλα, μα να ξέρεις πως θα σε γαμήσω, αφού με τσιγκλάς. Και το βράδυ, γύρω στις δέκα, ύστερ’ από κάνα μήνα, η Χρύσα πάλευε μαζί μου στο δώμα πάλι, ντυμένη το φεγγαρόφωτο μόνο. Πολεμούσε με παγωμένο πανικό τον εαυτό της και καμωνόταν πως δεν καταλάβαινε γιατί ξανάρθε άραγε· αφού μου το ’χε φωνάξει κατάμουτρα πως θέλει τον Αντρέα της μόνο.

*

Το ανατριχιαστικό όμως είναι πως ξαναβλέποντας ύστερα όλο το φιλμ, βουτώντας πάλι σ’ εκείνες τις σκηνές και μαδώντας τρίχα-τρίχα την κάθε ενέργεια, κάθε σκέψη, κάθε ανάσα όλης αυτής της ιστορίας τρεις μήνες τώρα, διαβάζοντας νηφάλια κάθε γραφτό μου μήνυμα και κάθε απάντησή της, δεν αναρωτιέμαι πια και πολύ -καθόλου θα ’λεγα- πόσο μπορεί να τα προκάλεσα, εγώ μόνο, όλ’ αυτά. Ακόμα και το χθεσινό φέρσιμό της· εγώ… Λες; Τι λες· έτσι είναι.

Αλήθεια· τι μού συμβαίνει αυτές τις δέκα μέρες; Μήπως να πάω κάπου να κρυφτώ; Να σωπάσω εντελώς; Κι όμως, λίγο μετά, έστειλα στην Kim στην Πράγα, ένα sms: «Πώς ήταν η Πανσέληνος εκεί;» Περίμενα δέκα λεπτά, κοιτώντας σα βλάκας το κινητό στην παλάμη μου. Δεν μού απάντησε. Λυπήθηκα· μ’ ένοιαξε. Όλα με νοιάζουν τελικά το ίδιο· γι’ αυτό έχω χαθεί εντελώς.

Δεν με κρατάει ο τόπος· κανένας τόπος. Ξοδεμένη ενέργεια μόνο, που δεν βρίσκω πού να τη σπείρω, κάπου σωστά. Ευτυχώς συνεχίζω, με την ίδια προσήλωση· δεύτερο και τρίτο χέρι στο λουστράρισμα, που θέλω πολύ να μού πετύχει. Σχεδόν με συνθήκες χειρουργείου τώρα· καμιά σχέση με το αχούρι που ήταν δέκα μέρες πριν· σκουπιδαριό κανονικό, γεμάτο ροκανίδια, σκόνες, πριονίδια.

Ηλμην της Χρύσας να τα πούμε πάλι σήμερα το βράδυ κατά τις δέκα. Δεν το απαντώ.
Ηλμην τής Λένας να πάω σπίτι της. Δεν απαντώ.
Ηλμην τής Λουκίας, να με καλέσει ξανά σε κάποιο Φεστιβάλ. Σιγά μην πάω.
Ηλμην τής Εύας απ’ το Παρίσι. Ενδιαφέρον. Δεν το απαντώ.

*

«Πανσέληνος άτονη, ανύπαρκτη σχεδόν, εδώ. Εκεί;» μού ήρθε μια μπαγιάτικη απάντηση τής Kim, το πρωί όταν έβαφα. Τρελάθηκα: Τής απάντησα αμέσως: «Εδώ; Σαγηνευτικά επικίνδυνη…». Και ήρθε καπάκι καινούργιο της μήνυμα: «Με τόση περιρρέουσα σαγήνη, ελπίζω να μη βρεις τη γυναίκα της ζωής σου, μέχρι να γυρίσω.» Να γυρίσει; Ήταν το μόνο που ήθελα εκείνη τη στιγμή. «Χτες το βράδυ πάντως, ήμουν μόνος!» τής έγραψα· ψευδόμενος ασύστολα, συνειδητά κι εντελώς ξεδιάντροπα. Έβαλα με το ζόρι φρένο στη γλύκα του στομαχιού μου και δεν την πήρα τηλέφωνο να μιλήσουμε ζωντανά. Καλύτερα έτσι: Όσο λιγότερα ψέματα, τόσο το καλύτερο.

*

Το μεσημέρι έσκαγε ο τζίτζικας. Γύρω στις δύο· την ώρα που πέρναγα τις τελευταίες πινελιές στα ράφια τής βιβλιοθήκης, πήρε η Χρύσα στο τηλέφωνο. «Είμαι κοντά στο σπίτι σου· να έρθω;» Ανούσιες φλυαρίες την ώρα τής δουλειάς, είν’ ό,τι χειρότερο. «Το αφεντικό μ’ αφήνει μισή ώρα μόνο για διάλειμμα· όχι πάρα πάνω. Έλα!» Τής άνοιξα -μάστορας κανονικός- λερός, ξυπόλητος, γυμνός, μ’ ένα χαχόλικο σορτσάκι μόνο κάτω απ’ τον αφαλό. Τής έδωσα μισό φιλάκι, σεμνά, στο μάγουλο. «Τι τζούφιο φιλί είν’ αυτό;» ψιθύρισε καυλόσυρτα, με μισόκλειστα μάτια, κολλώντας τα ρουθούνια της πάνω στο στέρνο μου, γυρεύοντάς με πεινασμένη. (Βρε μανία: Κατά τον Fourier, τι είδους κερατάς να είν’ άραγε ο Αντρέας της;) «Σσσς! Ο αφεντικός κοιμάται πάνω!» τής κάνω. Και πήγαμε νυχοπατώντας στο κρεβάτι μου· παρέα με τα βερνίκια, με τις βούρτσες παρέα και τα πινέλα· μέσα στο φώς της μέρας. Δεν την είχα ξαναδεί ποτέ ανάμεσα σε τόσες ηλιαχτίδες. Και δεν κρυβόταν διόλου. Μ’ έβλεπε και λαχάνιαζε και δινόταν και φώναζε, και σηκωνόταν οι τρίχες τής κεφαλής των πινέλων. «Τζούφιο φιλί, χοντρό γαμήσι· δεν το ξέρεις;» τής γλιστράω μέσα στ’ αυτί. Και κόντεψε να πνιγεί έτσι· ξεκαρδισμένη χύνοντας σα φουσκωμένος χείμαρρος. Τεράστιο μισάωρο.

*

Κι εκεί που ψώνιζα καφέ, αργά το απόγεμα, λίγο πριν κλείσουν, κι είχα πληρώσει στο ταμείο· ξάφνου, έξω απ’ τη βιτρίνα, στο πεζοδρόμιο, με τη μύτη κολλημένη στο τζάμι, ένα πλάσμα απίστευτο, νεραϊδοπαρμένο, που κάπου το ’χα ξαναδεί· όχι στον ύπνο μου όμως. Απλά ντυμένη, κι ας μην ήταν απλή, μ’ ένα φαρδύ αραχνοΰφαντο τίποτα, κι ελάχιστα σανδάλια, που έδειχναν ακόμα πιο γυμνά τα γυμνά της πόδια με τους οξείς, πανέμορφους αστραγάλους. Λιγνή, νωχελικά θυμωμένη, μ’ έναν μαύρο σκύλο, γέρο, συφοριασμένο κι ένα βλέμμα· κάτι μάτια Θε μου, ένα βλέμμα… Έκανε να μπει μέσα, μα δεν το αποφάσιζε. Ρώτησε μόνο· μπορώ να μπω; Μην ενοχλήσει εμάς που ήμασταν μέσα, επειδή είχε μαζί της τον σκύλο. «Μα βέβαια· περάστε» είπαν μαζί ο κύριος στο ταμείο και μια γηραιά κυρία με μωβ μαλλί. «Βέβαια» είπα κι εγώ για να ’χουμε ομοφωνία, μιας και δεν ήταν άλλος μέσα, και πήρα βιαστικά το σακούλι με τον καφέ μου, κρύφτηκα πίσω απ’ τα μπισκότα και τις φρυγανιές, κρύφτηκα πίσω απ’ τα τσάγια, πίσω απ’ τους ξηρούς καρπούς και τα λουκούμια κι έφυγα τρέχοντας, νυχοπατώντας σαν κλέφτης· μην τύχει και συναντηθούν οι ματιές μας και γίνει πάλι κάνα κακό, στα καλά καθούμενα, χωρίς να φταίει κανένας.

*

Ήταν ήσυχα πάνω στο δώμα, μόνος· αγκαλιά μ’ όποιο φάντασμα ήθελα δίπλα μου. Δεν είχε πια διόλου φως όταν σωριάστηκα στις πλάκες τής ταράτσας, φάτσα στον Υμηττό, στο πουθενά, κάτω απ’ τ’ αστέρια. Κι έμεινα εκεί ώρα πολλή, απόλυτα ήρεμος, σβήνοντας σιγά-σιγά, φεύγοντας, με αραιή ανάσα, που σχεδόν δεν την ένιωθα πια ούτ’ εγώ. Ήσυχα: Σαν ένα μικρό κομμένο άχυρο. Μ’ όλες τις αισθήσεις στο ζενίθ και τη ζωή να φεύγει μόνη απ’ όλους τους πόρους. Σα να ’χα κόψει τις φλέβες κι έχανα αίμα. Ολότελα μόνος, μ’ όλα γύρω μου ενωμένος, γαλήνιος και τελείως απών. Θα μπορούσα να πεθάνω εκείνη τη στιγμή. Μοιάζει απλό: Καβαλάς το πεζούλι και πέφτεις. Ανοίγεις ήσυχα την πόρτα και φεύγεις. Σαν αεράκι που φυσά και στεγνώνει το πάτωμα πίσω απ’ τα πέλματά σου και δεν μένει τίποτε· ούτ’ ένα χνάρι. Ωραίο: Λίγο· μια στάλ’ ακόμα αν το ’θελα, θα το ’χα κάνει· έτοιμος ήμουν.

*

Κι ύστερα, μες στ’ άγρια μεσάνυχτα, ξαπλωμένος στο κρεβάτι, μόνος πάντα μαζί με τα γυμνά φαντάσματα, αντί ν’ αρχίσω να τρίβομαι μαζί τους, τραβήχτηκα μέσα μου· κι εντελώς απρόσμενα σαν κάτι να ένοιωσα που έκανε ένα πολύ δυνατό ‘κρακ’ μέσα στη σκέψη μου. Σα να έσπασε ένα μικρό, τοσοδούλι αβγουλάκι κι από μέσα να βγήκε έν’ απειροελάχιστο σάρκινο αδύναμο κάτι. Ένα τίποτα. Σαν κομμένο ακροδάχτυλο. Σαν μια σάρκινη μικρή δακτυλήθρα, που μόλις κατάφερε να σταθεί όρθια, έγειρε πάλι εκεί, δίπλα στα τσόφλια και πέθανε. Κοιτούσα μες στο σκοτάδι το τίποτα και πονούσε η ψυχή μου. Η σκέψη μου σταμάτησε κι όμως ένοιωθα πως κάτι είχε πεθάνει στ’ αλήθεια, τώρα, εκεί γύρω. Κι ύστερα, όταν πήρα πάλι μπρος, μ’ ένοιωσα να γυρεύω, μπουσουλώντας σα μωρό, προς την Kim. Κι έκλαιγα κι εγώ, μαζί με τη σκέψη μου. Πενθούσα ολόσωμα· πονώντας φριχτά όπου κι αν μ’ έπιανες. Και τα γυμνά φαντάσματα δίπλα μου έκαναν ακόμα πιο έντονη την αίσθηση τού χαμού και τού θανάτου, καθώς τριγυρνούσα συνειδητός κι ολοζώντανος στην άχαρη χώρα τού Χάρου κι έψαχνα μια στάλα ζωή -ζεστός νεκρός ακόμα- μέσα στην άψυχη αγκαλιά τους. Κι ύστερα -βντάνν!- ένα καινούργιο κάτι· σα χορδή κόντρα μπάσου που έσπασε. Και μια κοροϊδευτική φωνή· δική μου φωνή, που μού σφύριζε αδίσταχτα κατά πρόσωπο: ‘Ποια αγάπη ανόητε· τι βλάκας που είσαι! Μα τόσο βλάκας…’

*

Ναι· τόσο βλάκας! Μού πήρε δέκα χρόνια να το δω, κι άλλα τόσα να το γράψω.

Αθήνα 22 Ιανουαρίου 2020
© Αλέξανδρος Αδαμόπουλος
alexadam48@ hotmail.com

One thought on “Δέκα”

  1. Χαμένος στη μετάφραση καλέ μου παραμυθά! Στη μετάφραση των λόγων, των εννοιών και των συναισθημάτων! Δεν έχει γλώσσα η ψυχή, δανίζεται του νου για να εκφράσει…Κι όταν εκφράζει κι εκφράζεται μπορει να είναι και αργα!
    Μεταμοντέρνο κείμενο! “Σαν χορδή κοντραπάσου που έσπασε”!!

Leave a Reply

Your email address will not be published.

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.