Month: March 2020

ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΜΟΥ

Share

Το παράθυρο εν μία νυκτί
απέκτησε δεύτερο ένδυμα.  

Χιαστί οι σιδεριές
κι ο κόσμος απ’ έξω τεμαχισμένος σε ρόμβους.

Για κούμπωμα σταυρωτοί οι φόβοι μας.

Προσπαθείς να ακολουθήσεις υποδείξεις ειδικών,  

μέχρι που ανακαλύπτεις ότι είσαι μάλλον μια ιδιότυπη περίπτωση
που δεν εφαρμόζει σε κανένα πειραματισμό.

Γράφω…

Share

Γράφω σαν άλλοθι ενός Υπερσυντέλικου…
Παρανόησα την γραμματική τόσων χρόνων.
Αδιάστατη ορολογία μες στα λεξικά!
Γράφω, ψηλαφώ λέξεις, νοήματα, αισθήματα,
αξίες παλαιικές στα πρόσωπα των ανθρώπων,
αγκαλιές που ορφάνεψαν,
φιλιά, που… φοβήθηκαν τα χείλη!

Ακρίτες – Διγενής

Share

Από τη στιγμή που σε κανένα ποντιακό ακριτικό τραγούδι δεν υπάρχει η λέξη «Διγενής», και παντού αναφέρεται μόνον «ο Ακρίτας», δεν μπορεί να γίνεται λόγος για κανέναν Διγενή στην ποντιακή ακριτική ποίηση. Βεβαίως, υπάρχει ένα «άσμα ακριτικόν», που μιλάει για κάποιον Πόντιο Βασίλειο Διγενή Ακρίτα, αλλά αυτό έχει συντεθεί από κάποιον λόγιο, πολύ αργότερα από την εποχή των ποντιακών ακριτικών τραγουδιών, γιαυτό, άλλωστε, και δεν είναι σε δημώδη γλώσσα, αλλά σε μια απωθητική καθαρεύουσα.

Της γρίπης

Share

Εκείνο το σπίτι ήταν γεμάτο από μάννα,
και τούτο το σπίτι είναι γεμάτο από εσένα.
Γεμάτα τα δυό απ’ την παρουσία σας κι άδεια
απ’ την απουσία σας. Ποτέ το αντίθετο…

Κι ήταν σχεδόν απόλαυση να έχεις γρίπη
και να είσαι σπίτι. (Το ‘σχεδόν‘ είναι η γείωση).
Γιατί ήτανε η μάννα, πλάι στο προσκέφαλο,
όλη την ώρα. Και τώρα εσύ, την κάθε ώρα.

Άσωστη αγάπη!

Share

«Πολύφλοισβη, ώ, θάλασσα,
την ομορφομαλλούσα
Θωπεύεις, επιμένεις
και ο θεός της τρίαινας,
ο άρχων των κυμάτων σου,
που κανακεύει άπαντες
σαν είναι στις καλές του,
κι αέναα εσένα επιβλέπει
την παρακολουθεί
-στο λέω-
μ’ ομμάτι υποψίας.

Πώς χτίζεται η γέφυρά μας

Share

Η μάνα μου έχει έναν ουρανό στα μάτια
Τα κοιτάζω για να ανοίγω τα φτερά μου
Της λέω συχνά
Ο χρόνος είναι μαχαίρι μάνα
Κάποια στιγμή θα μας χαράξει σε δυο όχθες
Γράψε κάτι για τη ζωή σου
να ΄χω μια γέφυρα να σε ανταμώνω

Ταξίδι το Φθινόπωρο

Share

Δεν έμεινε ικανοποιημένη, τίποτα δεν της άρεσε, ούτε τα μαλλιά της που όντας σγουρά, μακριά και ατίθασα πάντα, σήμερα πάρα ήταν κι ας τα έλουσε και χτένισε με ιδιαίτερη προσοχή, ούτε το μπλουζάκι με το στενό παντελόνι που κολάκευαν τη λεπτή, ψηλή κορμοστασιά της ούτε τίποτα. Μπα δεν μπορούσε να βγει έτσι. Τα πέταξε πάνω στο κρεβάτι, έβαλε μια φούστα μαύρη στενή, μαύρο τιραντιδέ μπλουζάκι, μαύρο μπολερό κόκκινα ψηλοτάκουνα παπούτσια λεπτά σκουλαρίκια και δαχτυλίδι κόκκινα, λίγο κοκκινάδι στα χείλη μολονότι δεν το συνήθιζε, αλλά ήταν πολύ χλωμή σήμερα, κοιτάχτηκε ικανοποιημένη στον καθρέφτη, κλείδωσε κι έφυγε.