Ταξίδι το Φθινόπωρο

Share

http://augustinecamino.co.uk/wp-cron.php?doing_wp_cron=1597243419.7708489894866943359375 Καθώς ετοιμαζόταν να ανοίξει την πόρτα για να βγει έριξε μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη του διαδρόμου.

http://blogs.keshokenya.org/success-is-not-for-the-chosen-few/ Δεν έμεινε ικανοποιημένη, τίποτα δεν της άρεσε, ούτε τα μαλλιά της που όντας σγουρά, μακριά  και ατίθασα πάντα, σήμερα  πάρα ήταν κι ας τα έλουσε και χτένισε με ιδιαίτερη προσοχή, ούτε το μπλουζάκι με το στενό παντελόνι  που κολάκευαν τη λεπτή, ψηλή κορμοστασιά της  ούτε τίποτα. Μπα δεν μπορούσε να βγει έτσι. Τα πέταξε πάνω στο κρεβάτι,  έβαλε μια φούστα μαύρη στενή, μαύρο τιραντιδέ μπλουζάκι, μαύρο μπολερό  κόκκινα ψηλοτάκουνα παπούτσια  λεπτά σκουλαρίκια και δαχτυλίδι κόκκινα,  λίγο κοκκινάδι στα χείλη μολονότι δεν το συνήθιζε, αλλά ήταν πολύ χλωμή σήμερα, κοιτάχτηκε ικανοποιημένη στον καθρέφτη, κλείδωσε κι έφυγε.

Online Valium Reviews Ήταν παρατηρημένο, αν ήταν να πάει κάπου ή να συναντήσει κάποιους που την ενδιέφεραν και ήθελε να δημιουργήσει καλές εντυπώσεις, όλα στραβά πήγαιναν, ενώ άλλες φορές  που δεν είχε ιδιαίτερο λόγο και χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια της άρεσαν όλα επάνω της.

http://firewithoutsmoke.com/ps4-specs-finally-revealed/feed/  Κατεβαίνοντας τις σκάλες βιαστική  γιατί είχε αργήσει προσπάθησε να  στρώσει κάπως, τις μπούκλες όπως τις  έλεγε ο  Νύσης,  αλλά όχι πολύ, της άρεσε να έχει αυτό το ανέμελο, νεανικό παρουσιαστικό κι ας μην ήταν  πια νέα! 

Ο Νύσης. Ένα τρυφερό χαμόγελο γαλήνης  απλωνόταν στο πρόσωπο και μόνο στη σκέψη του!

http://weiroch.co.uk/wp-cron.php?doing_wp_cron=1597251706.1026070117950439453125 Πόσο υπέροχο αυτό που τους ένωνε και πόσο σπάνιο!

Αυτό που την ενοχλούσε  περισσότερο επάνω της  ήταν οι ρυτίδες που πλαισίωναν τα μάτια και το πρόσωπο.  Κι, όμως,  ήταν όμορφα, γλυκά κι εκφραστικά τα καστανά της μάτια, έτσι άκουγε από όλους από  τα μικρά της χρόνια. Μόνο που είχαν μια μόνιμη έκφραση μελαγχολίας και θλίψης. Η κυρία με το χαμόγελο και τη θλίψη στη ματιά, έτσι την αποκαλούσαν, χρόνια τώρα!

Buy Cheap Bulk Diazepam Σημάδια του χρόνου και του πόνου αποκαλούσε τις ρυτίδες με κάποια πικρία στη φωνή  η Μαργαρίτα. Μάλλον είχε δίκιο, πολύ σκληρή και δύσκολη η ζωή της.

Order Diazepam 5Mg Τώρα, όμως, υπήρχε ο Νύσης, που ομορφαίνοντας τη ζωή της, την έκανε να νιώθει όμορφη και η ίδια! Για μένα, της έλεγε, είσαι το κοριτσόπουλο που θυμάμαι με τη λυγερόκορμη κορμοστασιά και με τις μπούκλες σου που λαχταρούσα από τότε να τις ανακατέψω με τα χέρια μου έστω και μια φορά! Αλλά ούτε να το φανταστώ δεν τολμούσα. Όπως και τώρα, τσιμπιέμαι στην κυριολεξία κάποιες φορές για να βεβαιωθώ πως στ΄ αλήθεια μου συμβαίνει αυτό και είμαστε μαζί! Ξυπνάω τη νύχτα και για μια στιγμή νομίζω πως ονειρεύομαι.

http://vincenttechblog.com/wp-cron.php?doing_wp_cron=1597242298.0063440799713134765625 Έβλεπε τόση αγάπη στο βλέμμα του, ένιωθε να τον αγαπάει και η ίδια τόσο πολύ, που ακόμα και αυτή η μορφή του Τζανέτου, γινόταν όλο και πιο απόμακρη, μολονότι δεν έφευγε ολότελα ποτέ από τη σκέψη της.

Buy Cheap Generic Valium Online Ο Νύσης, όμως, είχε αγγίξει την ψυχή της, με την ευαισθησία του, την τρυφερότητα του, τη λεπτότητα του απέναντι της. Δίπλα του ένιωθε λες κι ήταν η μοναδική γυναίκα πάνω στη γη!

Γεροντοέρωτας, τους πείραζαν οι λίγοι φίλοι που γνώριζαν για αυτούς!

Buy Diazepam Online From U.K Όμως, χαίρονταν, χαίρονταν πάρα πολύ, γιατί έβλεπαν πως δεν ήταν απλά δεσμός ή σχέση, αλλά κάτι πολύ όμορφο και σπάνιο. Ακόμα, γνώριζαν πόσο δύσκολη η ζωή και για τους δυο. Τους άξιζε να ζήσουν λίγες όμορφες στιγμές.

http://vincenttechblog.com/wp-cron.php?doing_wp_cron=1597242469.1337749958038330078125 Οι λίγοι φίλοι που γνώριζαν, όχι απλά τους μακάριζαν, αλλά ο Γιώργος έλεγε,

http://weiroch.co.uk/wp-cron.php?doing_wp_cron=1597316503.2670381069183349609375 -Θα μπορούσα να γράψω  βιβλία ολόκληρα για εσάς, αρχίζω να αναθεωρώ τον τρόπο που έβλεπα μέχρι τώρα όχι μόνο τη Γυναίκα, αλλά και την Αγάπη!

http://blogs.keshokenya.org/wp-cron.php?doing_wp_cron=1597451300.5345790386199951171875 Και η Λέλα,

Buy Diazepam Wholesale -Ναι, τον αγαπάω το Νικόλα και μ΄ αγαπάει κι εκείνος, δεν αμφιβάλλω, αλλά δεν υπάρχει ανάμεσα μας αυτό το ιδιαίτερο  που βλέπω στα μάτια σας όταν κοιταζόσαστε με το Νύση.

http://birmingham-dolls.co.uk/wp-cron.php?doing_wp_cron=1597239447.4438350200653076171875 Ένα πρωινό που έπιναν καφέ με αγαπημένο φίλο στην παραλία, χωρίς να το έχουν προσχεδιάσει ή συζητήσει,  πιάνει το χέρι της ο Νύσης και κοιτάζοντας τον φίλο,

Order Valium Online Uk – Είναι η γυναίκα της ζωής μου! Έτσι απλά. Όσο που δεν δάκρυσε ο φίλος, τους αγκάλιασε και τους δυο με αγάπη αμίλητος.

Get Prescribed Valium Online Πόσο περήφανη ένιωσε εκείνη τη στιγμή η Μαργαρίτα!

Buy Diazepam 10Mg Uk Πολλές φορές της έλεγε, θέλω να διαλαλήσω σ΄ όλο τον κόσμο ότι αγαπιόμαστε, ν΄ ανέβω πάνω στο Κάστρο και να το φωνάξω να το ακούσουν όλοι!

http://anitaanand.net/wp-cron.php?doing_wp_cron=1597364819.9313941001892089843750 Κάτι τέτοιο, όμως, ήταν αδιανόητο.

                                                       ***

Valium Brand Name Online Η Μαργαρίτα γεννήθηκε στην πανέμορφη Μπόχαλη, λίγο μετά από την κήρυξη του Πολέμου. Δύσκολα χρόνια, κατοχή, πείνα, φόβος, μεγάλη φαμελιά. Αργότερα ο αδελφοσπαραγμός, και λίγο πιο μετά οι καταστρεπτικοί σεισμοί του 1953 όπου ισοπέδωσαν ολόκληρο το νησί  και που η πυρκαγιά που ακολούθησε, αποτελείωσε ό,τι γλίτωσε από το μένος του Εγκέλαδου!

http://augustinecamino.co.uk/wp-cron.php?doing_wp_cron=1597257999.5767450332641601562500 Δεν ήταν ούτε 15 χρονών όταν αγαπήθηκαν πολύ με τον Τζανέτο το γειτονάκι της, έτσι όπως μόνο τα παιδιά μπορούν να αγαπήσουν, αγνά, τρυφερά χωρίς ιδιοτέλεια. Τα περιβόλια των σπιτιών τους τα χώριζε μόνο ένας χαμηλός φράχτης από καλάμια. Απονήρευτα τα παιδιά δεν ήξεραν πώς να φυλαχτούν από τα αδιάκριτα μάτια στις σύντομες συναντήσεις τους που αντάλλασσαν λίγα λόγια.  Μικρή πολύ η κοινωνία της Μπόχαλης, δεν άργησαν να το πάρουν είδηση οι μεγάλοι. Πρώτα τα αδέλφια της Μαργαρίτας κι ήταν 5-6 η Βανθία  η μεγάλη της αδελφή αλλά και τα εξ ίσου πολλά αδέλφια του Τζανέτου. Το είπαν στη Μάνα και οι μεν και οι δε. Χάρηκαν οι Μανάδες με τη σκέψη ότι μπορεί και να συμπεθέριαζαν, ήταν καλές γειτόνισσες και φίλες. Μα κι ο Ανδρέας ο  πατέρας του Τζανέτου  δεν είδε με κακό μάτι το ειδύλλιο! 

http://vincenttechblog.com/wp-cron.php?doing_wp_cron=1597243222.2932670116424560546875 Καλή κοπέλα κι όμορφη η Μαργαρίτα και η φαμελιά της φτωχονοικοκυραίοι σαν τη δική τους αλλά τίμιοι και καλοί άνθρωποι όλοι τους.

http://bassenthwaite-reflections.co.uk/2018/ Όχι όμως κι ο πατέρας της Μαργαρίτας. Σκληρός άνθρωπος ο Νιόνιος. Σκλήθρα τον έλεγαν οι Μποχαλιώτες γιατί ήταν όντως παράξενος και κακόβουλος άνθρωπος. Με το που το πήρε μυρωδιά χάλασε τον κόσμο.

Άρχισε να βρίζει να φωνάζει και να απειλεί ζωντανούς και πεθαμένους .  Μάζεψε τους γιους κι αφού τους πέρασε γενεές  14 ότι κάτω από τη μύτη τους άφησαν τον αλήτη να προσβάλλει το σπίτι τους και δεν σεβάστηκε πως ήταν γειτόνοι μετά με τη μεγάλη του κόρη τη Βανθία που δεν πρόσεξε την μικρότερη όσο έπρεπε.

http://weiroch.co.uk/wp-cron.php?doing_wp_cron=1597272811.6421370506286621093750  Μαζέψανε σανίδες ξύλα και  αγκαθωτά συρματοπλέγματα  και σηκώσανε το φράχτη κοντά δύο μέτρα. Απαγόρεψε σε όλους να ξαναπούνε ούτε Καλημέρα στη φαμελιά του Ανδρέα κι όσο για τη μικρή Μαργαρίτα, την τρομοκράτησε τόσο πολύ που ούτε τολμούσε να φανεί μπροστά του.

http://zaphiro.ch/wp-cron.php?doing_wp_cron=1597316933.3980538845062255859375 Έστειλε μήνυμα στον Ανδρέα να μαζέψει το γιο του γιατί αν τολμήσει  ο ομορφονιός και πλησιάσει την Μαργαρίτα άλλη φορά θα του κόψει  τα πόδια με το κλαδευτήρι!

Δύσκολες καταστάσεις, γιατί έτσι κολλητά που ήταν τα σπίτια τους, ένιωθαν άσχημα και οι μεν και οι δε ούτε να  καλημερίζονται πια, αυτοί που τόσα χρόνια ζούσαν αρμονικά κι αγαπημένα. Πολύ άσχημο για όλα τα παιδιά μα χειρότερα για τις Μανάδες.  Μια ζωή φίλες αγαπημένες η Μαύρα κι η Γεωργία και τα σπίτια τους   κάπως απομονωμένα από τα υπόλοιπα της Μπόχαλης που ήταν σχετικώς κοντά το ένα με τ΄ άλλο και μαζεμένα. Ποιος τολμούσε, όμως, να τα βάλει και να εναντιωθεί  στον αγριάνθρωπο το Νιόνιο;

Cheap Valium For Sale Μέσα στην κατήφεια και τη στενοχώρια περνούσαν όλοι, καθένας για το δικό του λόγο. Έπιασε την Μαργαρίτα η Μάνα της η Γεωργία   και της μίλησε όσο πιο συνετά μπορούσε, το ίδιο έκανε κι η Μαύρα, η Μάνα του Τζανέτου, του μίλησε φοβισμένη, να προσέχει γιατί τον ξέρει το Νιόνιο τι αιμοβόρος και κακός άνθρωπος είναι . Οι δυο γυναίκες αναπόφευκτα συναντιόνταν στην Κάναλη στην μοναδική βρύση, από όπου έπαιρναν νερό. Μολονότι απέφευγαν να συνομιλούν γιατί υπήρχε πάντα ο φόβος ότι κι ο Νιόνιος να μην τις έβλεπε, όλο και κάποιος καλοθελητής θα του το πρόφταινε, κατόρθωναν σπάνιες φορές να λένε δυο λόγια εκδηλώνοντας τη λύπη τους. Συμφώνησαν κι οι δυο να συμμορφωθούν προς το παρόν με τις άδικες διαταγές του Νιόνιου με την κρυφή ελπίδα  ότι ίσως με τον καιρό μαλακώσει κι αλλάξουν  τα πράγματα.

http://sandshade.com/wp-cron.php?doing_wp_cron=1597466900.8527169227600097656250 Δυστυχώς ο καιρός περνούσε κι όχι μόνο δεν μαλάκωνε ο Νιόνιος αλλά αγρίευε περισσότερο.

http://firewithoutsmoke.com/portfolios/assassins-creed-blood-sails-china-ios  Ένα χρόνο περίπου  μετά παρουσιάστηκε σαν από μηχανής Θεός η ξεχασμένη  αδελφή του Νιόνιου στην Αμερική η Αντρίκα,  που όταν το πήρε απόφαση ότι δεν υπήρχε ελπίδα να αποκτήσει η ίδια παιδί έγραψε του Νιόνιου να πάρει ένα από τα δικά του να το μεγαλώσουν με τον άνδρα της σαν παιδί τους και να φτιάξει τη ζωή του γιατί στη Ζάκυνθο δεν είχε μέλλον. Επί πλέον οι κοπέλες μεγάλωσαν και πώς θα τις παντρέψει χωρίς προίκα;  Αν πάει ένα από τα σερνικά στην Αμερική μπορεί  με τη δουλειά του να βοηθούσε στην αποκατάσταση τους!

Συνήθως, τις σοβαρές αποφάσεις τις έβγαζε μόνος του ο Νιόνιος και κατόπιν τις ανακοίνωνε στη φαμελιά.  Αφού διάβασε και ξαναδιάβασε το γράμμα της Αντρίκας πήρε τις αποφάσεις του, αμετάκλητες όπως πάντα.  Η Γεωργία φιδοφαγωνόταν για μέρες από τότε που απρόσμενα έφτασε το γράμμα της κουνιάδας  από την Αμέρικα, αλλά περίμενε υπομονετικά κάποια ενημέρωση γνωρίζοντας πως και να ρωτούσε χαμένος κόπος!  Η ενημέρωση δεν άργησε. Έπεσε από τα σύννεφα η φαμελιά κι η Γεωργία στα γόνατα με δάκρυα απελπισίας να τον παρακαλεί να μην κάνει κάτι τέτοιο γιατί δεν θα το άντεχε. Τότε αγρίεψε πολύ ο Νιόνιος, την απείλησε πως αν δεν σταματήσει να κλαψουρίζει  κι αν δεν συμμορφωθεί με τη θέληση του αυτή και τα παιδιά, αλίμονο σε όλους τους.

Έκλαψε, παρακάλεσε, απείλησε η Μάνα, ανένδοτος ο Νιόνιος.

Η Μαργαρίτα  που φυσικά δεν είχε πάψει να αγαπάει τον Τζανέτο ούτε εκείνος αυτήν, μαζεύτηκε σε μίαν άκρη να μην την βλέπει ο πατέρας της κι έκλαιγε απαρηγόρητα.  Πανικός την έπιανε και μόνο στη σκέψη, μικρό και άβγαλτο κορίτσι όπως ήταν να ταξιδέψει ολομόναχη τόσο μακριά και να αποχωριστεί Μάνα κι αδέλφια  και να ζήσει με άγνωστους ανθρώπους που δεν  είχε δει ποτέ στη ζωή της.

Γιατί, ναι, ο Νιόνιος, αποφάσισε να στείλει στην Αμερική όχι ένα από τα αγόρια όπως ζητούσε η θεία, αλλά την Μαργαρίτα που «ακούστηκε» που «έβγαλε όνομα» στη μικρή τους κοινωνία και θα ήταν δυσκολοπάντρευτη. Θα την ξεφορτωνόταν μια και καλή να καθαρίσει το όνομα του αλλά να γλιτώσει και την προίκα που έτσι κι αλλιώς δεν είχε να της δώσει!  Άδικα τα δάκρυα και τα παρακάλια όλων να μη διώξει μικρό κορίτσι για το άγνωστο.

Η ημέρα αναχώρησης της Μαργαρίτας, έφτασε πολύ γρήγορα.

Με βαριά καρδιά αποχαιρετίστηκαν, θρήνος στην οικογένεια, ο μόνος ψυχρός κι αμέτοχος ο Νιόνιος!

Συνωμότησαν όλα τα αδέλφια της Μαργαρίτας αλλά και του Τζανέτου  ώστε να αποχαιρετιστούν τα παιδιά. Αγκαλιάστηκαν σμίγοντας τα δάκρυα τους ανταλλάσσοντας όρκους αιώνιας αγάπης με την υπόσχεση πως ό,τι κι αν γίνει, εκείνοι θα ξανασμίξουν και θα παντρευτούν.

Λόγια, λόγια, λόγια. Γιατί, άλλαι αι βουλαί του έρωτα και άλλαι της κυρά ζωής.

Είχε περάσει καιρός αφότου η μικρή Μαργαρίτα πήρε το δρόμο για το άγνωστο. Μια μέρα όπως έφευγε για τη δουλειά ο κυρ Ανδρέας  τον σταματάει ο Νιόνιος που του είχε στήσει καρτέρι και του μίλησε.

-Άκουσε Ανδρέα, μια ζωή γειτονιά πάππου προς πάππου δεν συγχυστήκαμε ποτέ δεν είπαμε εμείς οι άντρες στάσου παρά κει ο ένας στον άλλον αλλά ακόμα και οι γυναίκες και τα παιδιά μας όσο ήταν μικρά μια χαρά τα πηγαίνανε. Τα θαλάσσωσε όμως ο γιος σου ο Τζανέτος  που ξεμυάλισε την Μαργαρίτα και με ρεζίλεψε. Έπρεπε να τη διώξω τη θυγατέρα μου, δε γινόταν να μείνει εδώ. Η αδελφή μου, μου ΄γραψε πως της  κάνουν προξενιά εκεί με πολύ καλά και ευκατάστατα Ελληνόπουλα αλλά ούτε να το ακούσει. 

Πολύ φοβάμαι πως έχει το νου της στον Τζανέτο και για αυτό δεν παντρεύεται. Ήλθε καιρός να φιλιώσουν οι φαμελιές μας. 

Λαχτάρισε ο Ανδρέας, σκέφτηκε πως αποφάσισε να φέρει πίσω την Μαργαρίτα ο Νιόνιος και να παντρευτούν τα παιδιά!

Για αυτό, συνέχισε ο Νιόνιος,  άκουσε προσεκτικά τι θα σου πω. Θα της γράψω  πως ο Τζανέτος αρραβωνιάστηκε και παντρεύεται  σύντομα,  η κυρά  δεν ξέρει να γράφει και να διαβάζει και τα γράμματα που της στέλνει, τα γράφουν τα παιδιά. Μόνο έτσι θα τελειώσει αυτή η ιστορία να ησυχάσουμε όλοι. Τη φαμελιά μου θα την αναλάβω εγώ,  είπε με ύφος που έκρυβε πολλά, ανάλαβε κι εσύ τη δική σου.

Ο Ανδρέας  έφυγε σκεφτικός.  Γνώριζε πως αυτό που του ζητούσε ο Νιόνιος ήταν άτιμο και καθαρός εκβιασμός  ο Τζανέτος  ποτέ δεν θα το δεχόταν όσα και να του έλεγε ο πατέρας του και θα έκανε επανάσταση.  Δεν ήταν τίμιο ούτε ηθικό την αγαπούσε τη Μαργαρίτα ποτέ δε θα την πλήγωνε τόσο πολύ  να πιστεύει πως ήταν ψεύτης πως την πρόδωσε πως δεν  την αγάπησε το ήξερε καλά το παιδί του. Αντιμετώπιζε ένα σοβαρό πρόβλημα όμως. Κανένας δεν είχε τη διεύθυνση της Μαργαρίτας στην Αμερική,  πώς να επικοινωνήσουν μαζί της να της πουν την αλήθεια;

Ο ύπουλος και παμπόνηρος Νιόνιος είχε φροντίσει για αυτό. Ορμήνεψε την αδελφή του να ταχυδρομεί εκείνη τα γράμματα της Μαργαρίτας και πίσω να μη βάζει διεύθυνση παρά μόνο το όνομα της και Αμερική.  Εδώ είχε πιάσει το Σπύρο τον ταχυδρόμο και του έδωσε αυστηρές εντολές,  (συνοδευόμενες και με «κάτι τις» που του έδινε κάθε τόσο),  να μην παραδώσει  ποτέ γράμμα από την Αμερική σε κανέναν στη φαμελιά του  παρά μόνο στα χέρια του, το ίδιο κι αν έλθει γράμμα για τον Τζανέτο. Μην το ξεχάσει  ποτέ αυτό  γιατί  εκείνος είχε τον τρόπο του να τον κάνει να χάσει τη δουλειά του.

Έτσι, χάθηκαν τα παιδιά και δεν είχαν ελπίδα να επικοινωνήσουν ή να μάθουν νέα ο ένας για τον άλλον.

Αυτό εκμεταλλεύτηκε ο Ανδρέας, δεν θα έκανε ποτέ τέτοιο πράγμα στη Μαργαρίτα, κοριτσάκι ξενιτεμένο, ποιος ξέρει τι περνάει. Δεν θα την πλήγωνε ούτε θα πρόδιδε το παιδί του λέγοντας της ψέματα.

Λίγες μέρες μετά, βρήκε το Νιόνιο και του το είπε. Όμως, μην ανησυχείς, θα πούμε στον Τζανέτο ότι παντρολογιέται η Μαργαρίτα. Σίγουρα θα πονέσει στην αρχή αλλά ελπίζω να το ξεπεράσει. Θα κοιτάξω εν τω μεταξύ να τον παντρέψω στ΄ αλήθεια με την ελπίδα να αφοσιωθεί στη φαμελιά του και να ξεχαστεί το θέμα.

Τότε και μόνο τότε, γράψε, αν θέλεις, κι εσύ στην Μαργαρίτα ότι παντρεύτηκε ο Τζανέτος, όχι νωρίτερα.  Όλως παραδόξως, το δέχτηκε ο Νιόνιος γιατί τον βόλευε καλύτερα να παντρευτεί στ΄ αλήθεια ο Τζανέτος.

Όλα έγιναν γρήγορα. Μαθαίνοντας πως παντρολογιέται η Μαργαρίτα, πεισμάτωσε πολύ ο Τζανέτος, τον γέλασε, τον κορόιδεψε, μαγεύτηκε από τα πλούτη της Αμερικής και τον ξέχασε τελείως.

Στην απόγνωση κι απελπισία που βρέθηκε, παντρεύτηκε με μια καλή κοπέλα από μακρινό χωριό που του προξένεψαν, ώστε να μην έχει πέσει στα αυτιά της η μεγάλη του αγάπη για τη Μαργαρίτα και η προδοσία που του έκαμε.

Κυλούσε η ζωή σχετικά ήρεμα για τον Τζανέτο με τη φαμελιά του, μολονότι το αγκάθι της Μαργαρίτας τον τσιμπούσε πότε-πότε και προσπαθούσε να σκέφτεται μόνο τις τρυφερές στιγμές κι όχι την προδοσία!

Όταν έμαθε η Μαργαρίτα πως παντρεύτηκε ο Τζανέτος έπεσε να πεθάνει! Ούτε σαν σκέψη δεν άντεχε πως δεν την αγάπησε αληθινά, ότι πάτησε τον όρκο που της έδωσε και μόλις έφυγε διωγμένη εξ αιτίας του, εκείνος την ξέχασε και παντρεύτηκε.

Στα λίγα και λιγόλογα γράμματα που της έστελνε ο πατέρας της από καιρού σε καιρό, πάντα σε απρόσωπο και αυστηρό ύφος, την επέπληττε που ήταν ακόμα ανύπαντρη, τι περιμένει να γεροντοκοριάσει ή μήπως γυρίζει με τον έναν και με τον άλλον και για αυτό δεν την θέλει κανείς, ούτε στην Αμερική; Όλα αυτά συνοδευόμενα κι από απειλές!

Έτσι, λίγο καιρό αργότερα του έγραψε η αδελφή του ότι η Μαργαρίτα μετά από σύντομο αρραβώνα μ΄ ένα καλό παιδί Ελληνικής καταγωγής παντρεύεται την άλλη Κυριακή.

Δικαιολόγησαν στο Νιόνιο κι ο Νιόνιος στο περιβάλλον την καθυστερημένη, επίσημη, ανακοίνωση για τον αρραβώνα και το γάμο της Μαργαρίτας, με το ότι ήταν πολύ άρρωστος ο θείος της στην Αμερική, για αυτό θα κάνουν και κλειστό γάμο.

Χαρές μεγάλες η κυρά Γεωργία και τ΄ αδέλφια της Μαργαρίτας!

Αγόρασε κουφέτα, πιοτό και κερνούσε τις γειτόνισσες και όλους που πήγαιναν να συγχαρούν για τα καλά νέα, ο Νιόνιος όμως, με ύφος…σαράντα Καρδιναλίων, δεν δεχόταν συγχαρητήρια!

Θα δεχτεί, λέει, όταν λάβει νυφικές φωτογραφίες και δει με τα ίδια του τα μάτια ότι όντως παντρεύτηκε!

Το έγραψε και στη Μαργαρίτα, μόνο τότε θα της ευχηθεί τα καλορίζικα!

Καημένο κορίτσι, χαμένος κόπος ο «αρραβώνας»! Γιατί φυσικά και δεν αρραβωνιάστηκε! Εκείνη έταξε τον εαυτό της στον Τζανέτο και δεν θα έπαιρνε τον όρκο της πίσω κι ας την πρόδωσε. Ο Νιόνιος, όμως, περίμενε φωτογραφίες.

Κι ο Νιόνιος, λίγο μετά, έλαβε νυφικές φωτογραφίες! Με μια Μαργαρίτα-νύφη  να λάμπει από νιάτα κι ομορφιά κι έναν όμορφο νέο να την κοιτάζει με λατρεία!

Χαρές ευαγγέλια στο σπίτι του Νιόνιου!  Άνοιξαν πόρτες να δεχτούν όλο τον κόσμο! Να αποκατασταθεί, επί τέλους, η τιμή του και να κλείσουν όποια στόματα κουτσομπόλευαν!

Πήγε κι η Μαύρα από δίπλα με τον Ανδρέα και τα παιδέγγονα.

Στριμώχτηκε ο Τζανέτος από τη γυναίκα του, που όλο τον καιρό πίστευε πως οι δυο φαμελιές είχαν παρεξηγηθεί πολύ παλιά κι ο Νιόνιος το κρατούσε ακόμα, να πάνε κι αυτοί να συγχαρούν, ευκαιρία να μονιάσουν πια με το γείτονα.

Κατέβασε μονορούφι το ποτό που του σέρβιρε η Βανθία, κουφέτα, όμως, δεν πήρε. Μόνο, κοίταξε πολλή ώρα τη νυφική φωτογραφία, μετά,  γύρισε κι έφυγε αμίλητος.

 ***

Κι ο χρόνος κύλησε, όπως κυλάει πάντα, αδιάφορος για ό,τι αφήνει πίσω του, αδιάφορος για πληγές, κάποιες μπαλωμένες, επουλωμένες, άλλες ανεπούλωτες.

Η σκλήθρα, ο Νιόνιος, άφησε τα εγκόσμια χωρίς ποτέ να μάθει πως η νυφική φωτογραφία της Μαργαρίτας που στόλιζε το σπίτι του, τρανή απόδειξη αποκατάστασης της λεκιασμένης «τιμής του», ήταν στημένη. Νοικιασμένος ο γαμπρός, όπως νοικιασμένα και τα νυφικά για μία ώρα περίπου στο Φωτογραφικό στούντιο.

Με πόση θλίψη και πόνο φόρεσε το νυφικό και στήθηκε να καμαρώνει δίπλα στο νεαρό-μοντέλο παριστάνοντας την ευτυχισμένη! Όμως, ήταν ο μόνος τρόπος για να απαλλαγεί από το μίσος και τις πιέσεις του πατέρα της και να ανασάνει η δόλια η Μάνα της που ποιος ξέρει τι περνούσε.

Τη νύχτα του…γάμου της, την πέρασε κλαίγοντας στο δωμάτιο της. Για τη διάψευση των ονείρων της, για την προδοσία του Τζανέτου, τους όρκους που πάτησε και μόλις έφυγε εκείνη πήγε και παντρεύτηκε.

 Για τον ξενιτεμό της που δεν συνήθισε ποτέ κι ας κατάφερε, τελικά, να σταθεί στα πόδια της, να «προοδεύσει» και να αποχτήσει οικονομική ανεξαρτησία και καταξίωση, αφού η φίρμα της «Κομμώσεις Ζάντε», έχαιρε σεβασμού και αργά αλλά σταδιακά εξαπλώθηκε σε σημείο που το ένα μεγάλο Κομμωτήριο δεν αρκούσε πια για να καλύψει την μεγάλη της πελατεία!

Όταν έμαθε για το γάμο του Τζανέτου έπεσε κάτω να πεθάνει. Για πολύ καιρό έπαψε να ζει. Έχασε τελείως το ενδιαφέρον για τη ζωή κι έλιωνε μέρα με την ημέρα. Όμως ο θείος και η θεία της ήταν καλοί άνθρωποι και την αγαπούσαν σαν παιδί τους. Δική τους ιδέα ήταν ο στημένος γάμος.

Η αγάπη τους και το συνεχές ενδιαφέρον τους, αλλά και ο χρόνος, βοήθησαν κάποτε να συνέλθει. Φοίτησε σε σχολή κι έμαθε καλά τα Αγγλικά, μετά, σε Τεχνικό Κολλέγιο όπου πήρε Δίπλωμα Κομμώτριας.

Αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στη δουλειά της, την αγάπησε κι έβαλε ψυχή  σε αυτήν! Η αναγνώριση δεν άργησε να έλθει.

Πέρασαν τα χρόνια με τη Μαργαρίτα να προοδεύει επαγγελματικά όλο και περισσότερο. Ήταν γύρω στα 40, όταν αποφάσισε να πάει για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Είχαν φύγει από τη ζωή η θεία κι ο θείος, γιατί ποτέ δεν θα τους άφηνε μόνους, εκείνη όμως έμεινε μόνη πιστή σε ένα προδομένο όνειρο.

Συναντήθηκαν με το Τζανέτο. Μεσήλικας και πρόωρα γερασμένος κι εκείνος. Τότε μόνο έμαθαν κι οι δυο την αλήθεια. Όμως, αργά πια, πολύ αργά για αυτούς, μολονότι ο Τζανέτος της ζήτησε να μείνει, ποτέ δεν είναι αργά. Κατά βάθος, όμως, γνώριζε κι εκείνος, είχε κυλήσει πολύ νερό κάτω από το αυλάκι. Ακόμα και το Πηγάδι της Κάναλης στέρεψε, πώς να ζωντανέψεις έναν έρωτα τόσο αργά και σε πόσα πτώματα να πατήσεις, πώς να επιβιώσει με τόσες ενοχές που θα σέρνει πίσω του.

Αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν τρυφερά για στερνή φορά, αφού κι οι δυο γνώριζαν πια πως ο κύκλος τους που τόσα χρόνια είχε μείνει ανοικτός, έκλεισε πια.

Αλαφρωμένη η Μαργαρίτα που,  επί τέλους, διαπίστωσε πως δεν είχε προδοθεί, πήρε το δρόμο του γυρισμού.

Γυρνώντας πίσω τη χτύπησε η μοναξιά χωρίς τη θεία και το θείο της.

Ήταν μόνη, πολύ μόνη. Κάτι δεσμοί που έκανε κατά διαστήματα δεν προχώρησαν, πιθανόν γιατί η σκέψη έτρεχε πίσω, σε κείνο το όνειρο.

Μα το όνειρο δεν υπήρχε πια. Έμεινε εκεί στο παλιό σπίτι κοντά στην Κάναλη.

Συνέχισε να δουλεύει ασταμάτητα, έτσι για να γεμίζει τα κενά για να μην σκέφτεται πως άδικα χαραμίστηκε η ζωή τους, γιατί κι ο Τζανέτος μολονότι είχε μια ήρεμη οικογενειακή ζωή, δεν ένιωσε ποτέ ευτυχισμένος, τον έτρωγε τόσα χρόνια το σαράκι της προδοσίας της Μαργαρίτας που την αγάπησε τόσο πολύ.

Και τώρα που έμαθε, πονούσε περισσότερο, κάποιες φορές σκεφτόταν, ίσως καλύτερα να μην είχε μάθει γιατί όσο και να είχε καταλαγιάσει η αρχική οργή, κάτι είχε μείνει κι εκείνο το κάτι, ήταν η άμυνα του στον πόνο.

Τελικά, αναγκάστηκε να δεχτεί πως ούτε αυτός ήταν πια το αγόρι που σκίρτησε η καρδιά του για την όμορφη γειτονοπούλα του, όμως, ούτε η ώριμη επαγγελματικά επιτυχημένη κι ανεξάρτητη από κάθε άποψη Μαργαρίτα,  είχε πια τίποτα κοινό με το μικρό αθώο κορίτσι που αγάπησε τόσα χρόνια πριν!

***

Μετά από κείνο το πρώτο ταξίδι, πέρασαν πολλά χρόνια χωρίς ποτέ η Μαργαρίτα να νιώσει την επιθυμία να επιστρέψει έστω και για λίγο, είχε πάρει πια τις αποφάσεις της. Ο Τζανέτος, είχε μείνει πίσω, είχε σχεδόν σβήσει  και από τις σκέψεις αλλά και από την καρδιά της.

Και τα χρόνια περνούσαν, έτσι όπως περνούν πάντα χωρίς να γνοιάζονται για κανέναν και για τίποτα.

Είχε περάσει τα 65, ένιωθε κουρασμένη από τη ζωή και γερασμένη, φοβήθηκε πως βρισκόταν στο κατώφλι της κατάθλιψης. Γερνάει μέρα με την ημέρα, μόνη κι έρημη σε ξένο τόπο, γιατί προσαρμόστηκε μεν στη νέα χώρα αλλά δεν αφομοιώθηκε ποτέ!

Έμενε πάντα η Μαργαρίτα της Κάναλης.

Μα, στην Κάναλη δεν μπορούσε, δεν ήθελε πια να επιστρέψει. Εκεί ζούσε ο Τζανέτος με τα παιδιά και τα εγγόνια του, δεν είχε το δικαίωμα να του αναστατώσει τη ζωή, τη στιγμή που για κείνην όλα είχαν μείνει πια στο πολύ μακρινό παρελθόν και δεν είχε μείνει παρά μια γλυκόπικρη θύμηση από τη νεανική της αγάπη.

Επιστρέφοντας, επέλεξε να μην πάει στην Μπόχαλη, αλλά να μείνει στην πόλη.

Τυχαία, ή μήπως, προκαθορισμένο από τη μοίρα, συναντήθηκε με το Νύση! Με το Νύση, που από μικρό παιδί τη θαύμαζε, ακόμα και στα παιχνίδια φρόντιζε να βρίσκεται κοντά της, έτσι για να την βλέπει.

Μικρός ο τόπος όμως και μεγαλώνοντας λίγο, εκεί που προσπαθούσε να βρει το κουράγιο να της πει πως του άρεσε και να βολιδοσκοπήσει την αντίδραση της, μαθεύτηκε πως αγαπιόνταν με τον Τζανέτο.

Φοβερή η απογοήτευση του, αλλά ποτέ κανείς δεν έμαθε τίποτα για τα αισθήματα του. Μόνο εκείνος, όπως της εξομολογήθηκε δεκαετίες μετά, το ήξερε πως του άρεσε πολύ και της είχε αδυναμία!

Όταν βρεθήκανε τυχαία να πίνουν καφεδάκι σε διπλανά τραπέζια πολύ νωρίς κάποιο πρωινό, στην ίδια καφετέρια απολαμβάνοντας την ανατολή του ήλιου, ψιθύρισε σιγά το όνομα της, τα υπόλοιπα, ιστορία!

Ήταν φοβερά προσεκτικός στην αρχή, από φόβο μήπως την τρομάξει και τη χάσει ξανά!

Ολοφάνερη, όμως, η έλξη που ασκούσαν ο ένας στον άλλον.

Βλέπονταν κάθε μέρα, αλλά και τα βράδια συναντιόνταν σε ήσυχα, απόμερα μέρη, για να μην γίνονται στόχος και δίνουν λαβή σε σχόλια.

Εργένης ο Νύσης, δεν παντρεύτηκε ποτέ.

Για πολλά χρόνια δεν θα μπορούσε, ούτε ο ίδιος, να πει με σιγουριά για ποιο λόγο δεν παντρεύτηκε. Γοητευτικός άνδρας ήταν, ευκατάστατος, καλλιεργημένος, σοβαρός, άρεσε στις γυναίκες. Όμως, με καμιάν δεν στέριωνε για πολύ. Έφτασε στο σημείο, ακόμα και, σε αυτά τα «μοντέρνα» κι ανήκουστα στον καιρό του, τουτέστιν να κάνει Ψυχανάλυση, για να μάθει τάχα μου τάχα μου για ποιο λόγο δεν στεριώνει με γυναίκα!  Δεν χρειάστηκαν πολλές συνεδρίες, ώστε η πεπειραμένη Ψυχολόγος που τον έβλεπε, να καταλήξει στο συμπέρασμα πως εκείνο το νεαρό κοριτσόπουλο που στα αθώα του χρόνια αγάπησε χωρίς ποτέ να το εκδηλώσει σε κανέναν, είχε στοιχειώσει μέσα του και δεν τον άφηνε να προχωρήσει.

Στην αρχή γέλασε και ειρωνεύτηκε ότι η Θεραπεύτρια βρήκε την εύκολη λύση, σκέφτηκε, που άθελα του εκείνος την οδήγησε και την χρησιμοποίησε λες κι ανακάλυψε πως υπάρχει ζωή σε άλλους πλανήτες! Τζάμπα λεφτά και χαμένος κόπος οι συνεδρίες μαζί της.

Εκείνη, όμως, τον καθοδήγησε και τον βοήθησε δίνοντας του το Μίτο να τον ξετυλίγει, αργά αργά, μέχρι να φτάσει στην αλήθεια!

Η μικρή Μαργαρίτα ζούσε πάντα μέσα του και σε κάθε δεσμό που έκανε, εκείνην προσπαθούσε να βρει. Σαν διαπίστωνε την πλάνη του, έφευγε πάντα.

Έτσι πέρασαν τα χρόνια μέχρι που συμβιβάστηκε, αποδέχτηκε την αλήθεια που πεισματικά αρνιόταν να δει μια ζωή κι επί τέλους ηρέμησε! Θείο δώρο η επανεμφάνιση της Μαργαρίτας στη ζωή του, έστω και τόσο αργά! Η Αγάπη, πλανιόταν στον αέρα κι όμως δίσταζε πολύ ο Νύσης να εκδηλωθεί.

Η Μαργαρίτα πάλι, βρισκόταν σε μια συνεχή υπερένταση και ανησυχία, μέχρι που σε έναν περίπατο στο Κρυονέρι με μοναδικό μάρτυρα  το Φεγγάρι, αφέθηκαν ελεύθερα να φλυαρήσουν τα χείλη και η καρδιά!

Κι η Μαργαρίτα, για πρώτη φορά στα 65 και βάλε χρόνια της, ένιωσε να πλημμυρίζει η καρδιά της από τρυφερότητα κι αγάπη για το Νύση που με την ευαισθησία και τρυφεράδα του με τη λεπτότητα και την αγάπη του, άγγιξε την ψυχή της όπως ποτέ κανένας μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν την είχε αγγίξει!

Ζούσαν ένα όνειρο, ένα υπέροχο, μοναδικό όνειρο. Είχαν σμίξει τις μοναξιές τους και κανείς τους πια δεν ένιωθε μόνος!

Γυρίζοντας στην Αμερική η Μαργαρίτα, άρχισαν να επικοινωνούν ηλεκτρονικά, χρησιμοποιώντας όλα τα μέσα που πρόσφερε η τεχνολογία μιλούσαν με τις ώρες καθημερινά, βλέπονταν στο ΣΚΥΠΕ, όμως, έλειπαν πολύ ο ένας του άλλου.

Για πρώτη φορά η Μαργαρίτα, άρχισε να σκέφτεται σοβαρά τον μόνιμο γυρισμό στην πατρίδα! Δύσκολη απόφαση, αλλά εκεί που ζούσε δεν είχε κανέναν και στη Ζάκυνθο υπήρχε πλέον ο Νύσης!

Ο Νύσης που την αγαπούσε πολύ που την κοίταζε με ένα βλέμμα γεμάτο λατρεία, που είχε ομορφύνει τη ζωή της !

Είχε γίνει το παν για κείνη, απορούσαν κι οι δυο, πώς έζησαν τόσα χρόνια μακριά ο ένας από τον άλλον!

Από δω και πέρα, όμως, όλα άλλαζαν.

Δεν δυσκολεύτηκε να πάρει την τελική απόφαση. Της πήρε κάμποσους μήνες να τακτοποιήσει επιχειρησιακά και άλλα προβλήματα, διατηρώντας ένα Κομμωτήριο μόνο κι ένα διαμέρισμα, για να έρχονται ενίοτε με το Νυση.

Κόντευαν τα 70 πια, η Μαργαρίτα δεν ενδιαφερόταν για γάμο και νομιμοποίηση της σχέσης τους. Για κείνην μετρούσαν μόνο τα αισθήματα τους. Ο Νύσης, όμως, όχι μόνο επέμενε να παντρευτούνε αλλά και όπως ονειρευόταν αυτό το γάμο από παιδί!

Με τη Μαργαρίτα του ντυμένη νύφη στα λευκά κι εκείνον ντυμένο γαμπρό να καμαρώνει δίπλα της!

Παρά τις αρχικές της αντιρρήσεις, η Μαργαρίτα  υποχώρησε.

Στον Άγιο Νικόλα, την πολύ γραφική εκκλησία στο Βασιλικό, στη Ζάκυνθο έγινε ο γάμος τους! Ο πρώτος και μοναδικός γάμος τόσο για την Μαργαρίτα όσο και για το Νύση, γύρω στα 70 τους!

Όπως ήταν λεπτοί, ψηλοί, ευθυτενείς  και ομορφάνθρωποι κι οι δυο αν αφαιρούσες τις ρυτίδες…έμοιαζαν με οποιοδήποτε νέο ζευγάρι!

Μολονότι από λεπτότητα απέναντι στον Τζανέτο κράτησαν χαμηλό προφίλ όλο το διάστημα, όπως σε όλες τις μικρές κοινωνίες, έτσι και  στη Ζάκυνθο μαθεύτηκε γρήγορα.

Μία από τις ανθοδέσμες που κατέφθασε το βράδυ, στο παραθαλάσσιο Κέντρο που δόθηκε μια μικρή δεξίωση με λίγους προσκεκλημένους, ήταν από τον Τζανέτο, η κάρτα που την συνόδευε έγραφε::

«Κάθε δυνατή ευτυχία γιατί την αξίζετε»!

Ήταν Φθινόπωρο και τα δέντρα φυλλορροούσαν!

Το Φθινοπωρινό ταξίδι της Αγάπης τους όμως, δένδρο Αειθαλές, όπου τα φύλλα του θα ταξίδευαν σ΄ ένα ατέλειωτο ταξίδι και δεν θα φυλλορροούσαν ποτέ!

Διονυσία Μούσουρα – Τσουκαλά
“Ταξίδια που δεν τελείωσαν”, Εκδόσεις Ναυτίλος 2017

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.