Ο Καλος Σπορεας

Share

ΑΦΙΕΡΩΜΑ Αγάπης στον Πατέρα μου

Πάντα θα θυμάμαι τον πατέρα,

με τα ρούχα της δουλειάς, να σκύβει να φροντίζει, στην πόρτα, τελευταίος να γυρίζει το κλειδί, με βλέμμα ανήσυχο για την Οικογένεια του, να βάλει στην Φωλιά μας, και το τελευταίο κλαδάκι! Ίσα να το βάλει, τίποτα να μην του ξεφύγει…

Πάντα θα θυμάμαι τον πατέρα, να έρχεται φορτωμένος με σακούλες στα χέρια, μην μας λείψει τίποτα!

Κήπους να καθαρίζει, χόρτα να κόβει, τα ξερά να τα μαζεύει και να τα καίει, σε θημωνιές να τα καίει, καθετί περιττό, να απομακρύνει από κοντά μας. Τίποτα να μην μας πειράξει…

Πάντα θα θυμάμαι τον πατέρα τον Μάη, με λουλούδια στα χέρια, να φτιάχνει το Μαγιάτικο στεφάνι, πολύχρωμο με λουλούδια του Αγρού και να μας το φέρνει μοσχομυριστό στην ποδιά μας!

Πάντα θα θυμάμαι τον πατέρα, να κόβει και να προσφέρει το πρώτο εκατόφυλλο τριαντάφυλλο του κήπου μας, (αφού το μυρίσει πρώτα και αφαιρέσει τ’ Αγκάθια ένα ένα), στην μητέρα!

Πάντα θα θυμάμαι τον πατέρα,

Να ψέλνει ψαλμούς του Δαβίδ, και του Ιώβ, να ψέλνει ,ακόμα και όταν τον πικραίνανε…να σιγοψάλλει, δοξαστικά, για την Αξίωση της Σταύρωσης, που σε όλους μας, μια Στιγμή έρχεται στην Ζωή μας, να ψάλλει και να ευλογεί τους Σταυρωτές του!!!

Πάντα θα θυμάμαι τον πατέρα, να φέρνει τα πρώτα αυγά από τις κότες μας ολόφρεσκα, και να τα αποθέτει στα χέρια μου, σαν χρυσές μπάλες ευλογημένες, να τα αποθέτει…

Πάντα θα θυμάμαι τον πατέρα, να σκαλίζει να κλαδεύει, να πολεμάει με τις αβατσινιές, τις κλιματσίνες και τις μπαρμπατάνες – αυτές τις είχε μεγάλη έχθρα γιατί τρώγανε την σοδειά – τα ραδίκια να μαζεύει, τα Ήμερα αλλά και τα άγρια χόρτα του βουνού, στα χέρια να μας τα αποθέτει, να τα φτιάξουμε σαλάτα, άγρια χόρτα του βουνού με λάδι να τα ραίνει…

 

Πάντα θα θυμάμαι τον πατέρα,

Με το τίμιο, λιτό, μαύρο ράσο, να γυρίζει από Αγιασμούς, και να μοσχομυρίζει, ευλογία Θεού να μοσχομυρίζει, μα κι από λύπες και κηδείες να γυρίζει, όλος μια φουσκοθαλασσιά λύπης να γυρίζει, και να ποτίζει τον κήπο, γυρεύοντας να δώσει ζωή, στην πεθαμένη γη!

Πάντα θα θυμάμαι τον πατέρα, να επιστρέφει μετά από γάμους και βαφτίσια φορτωμένος με μπομπονιέρες και γλυκά, που ποτέ δεν έτρωγε μόνος του, με προσοχή μας τα’ φερνε μέσα σε χαρτοπετσέτες, μη λιώσουν, και με χαρά μικρού παιδιού μας τα ’δινε….

Στα μαλλιά του κολλούσαν ρύζια, από τους γάμους. Η ξένη χαρά γινόταν και δικιά του, πάντρεψε και βάφτισε, και αυτούς που βάφτισε τον αξίωσε ο Θεός και τους πάντρεψε και η συγκίνηση ήταν μεγάλη. Τρεις γενιές πέρασαν απ’ τα χέρια του. «Τα παιδιά μου», έλεγε, κι ας μ’ είχε μοναχοκόρη.

Πάντα θα θυμάμαι τον πατέρα,

να τον παίρνει το καθήκον, πριν προλάβω να τον χαρώ, να φεύγει στο χρέος από πολύ νωρίς, πριν απ’όλους να ξυπνάει, να τρέχει στον όρθρο, μην αργήσει πάντα με τα πόδια, και σε βροχή και σε χιόνια, τόσα χρόνια…

Πάντα θα θυμάμαι τον πατέρα, να σκαλίζει την γη να την φυτεύει με σπόρους και λόγους πολλούς,…

Βολβούς, πάντα αυτούς είχε προτίμηση, κι όχι τα έτοιμα τα λουλούδια του φυτωρίου…

Αυτά ποτέ δεν τα είχε σε εκτίμηση… Σπόρους, έβαζε στο χωράφι του, τους έσπερνε με την παλάμη του. Σκληροτράχηλα, δουλεμένα τα χέρια του, εργατικά, με γραντζουνιές . «Εργάτη» μου’λεγε «κόρη μου, να πάρεις, εργάτη, ψαρά σαν τον Χριστό ή γεωργό, σπορέα, να ξέρει από δουλειά» «όχι τεμπέλη», αχ πατέρα…

Και δούλευε στο χωράφι του, με μόχθο και ιδρώτα, ακάματα, ανάρια και που, καμάρωνε, όρθιος πάντα, ποτέ καθιστός…

Κι ερχόταν, καλές σοδειές, αρκεί να ξέραμε να περιμέναμε τον σπόρο, να γίνει υβρίδιο, και να πάρει ύψος, να δώσει καρπό!

Στην εποχή του θέρους, και της συλλογής των καρπών, μας έφερνε πάντα σε καλάθια, τα δώρα του κήπου. Τα μαξούλια του όπως τα’ λεγε, κι ανέβαιναν τα καλάθια με τις μοσχομυριστές ντομάτες, κι ήταν όλα αψέκαστα, και κόβονταν χωρίς βία η πιπεριά στην ώρα της και η ντομάτα κόκκινη στην ώρα της! Την φασολιά την ήθελε πιασμένη σε ξύλο από νωρίς… καλά δεμένη….να μην την παρασύρει και την σπάσει ο αέρας.

Όσο για τις καυτερές τις πιπεριές, αυτές τις απομόνωνε, σε μια άκρη στο χωράφι μόνες…τις έβαζε… μη με την κάψα τους, και την αυθάδεια, πικρίσουν το χώμα και χαλάσουν και τις καλές ρίζες. Έτσι στο χωράφι μας, επικρατούσε Τάξη κι Αρμονία!

………………………………………………………………………………..

Κι όμως ο πατέρας μου, δεν ήτανε εργάτης, ήτανε του Λόγου Αγωγιάτης, Θεολόγος, Πρωτοπρεσβύτερος και πάντα πρωτοπόρος, καθηγητής, Εξομολόγος, μα όσο μου πέφτει λόγος,

εγώ τον αγάπησα, περισσότερο, σαν Γεωργό,

σαν τον καλό Σπορέα τον Αγάπησα, τα ρούχα του τα εργατικά, τα σκονισμένα αγάπησα τα ράσα του, τα τίμια, τα μακριά, τα μαύρα, που τα φυτά ακούμπησαν κι ανέστησαν σε κάμπους και λαγκάδια…. Ότι φύτεψες με το άγιο σου χέρι έπιανε. Ακόμα κι αυτό, που δεν είχε ρίζα άνθιζε…….

Πάντα θα θυμάμαι τον πατέρα,

μέσα στους κήπους μπερδεμένο με τα λάστιχα να ποτίζει, να σπέρνει και με κόπο να θερίζει, και να’ ρχεται στο σπίτι πάντα με τα χέρια φορτωμένα, να γυρνάει τελευταίος το κλειδί στην πόρτα τις νύχτες, να ελέγχει αν όλα είναι εντάξει…

Σαν Αετού φτερά, απλώνονταν τα χέρια του, στο Σπίτι μας, όταν τα άνοιγε να μας βάλει όλους μέσα, να μας φιλήσει, για καληνύχτα, να μας ξυπνήσει για Καλημέρα.

Απλώνονταν ο ίσκιος του πατέρα σαν σελήνη ολοστρόγγυλη, ολόχρυση…

Τα ρούχα σου τα Εργατικά, τον ιδρώτα σου πατέρα μου, αυτά Αγάπησα, πιότερο, κι απ’ τα πτυχία Σου.

Και από τα λόγια σου τα πύρινα τα θεολογικά, εγώ πιότερο αγάπησα του κήπου τα πανέρια, τους καρπούς που μας έφερνες μέσα στα μεγάλα δουλεμένα σου χέρια, τα βήματά σου τα πρωινά πριν να’ ρθει το γέρμα, τον Ίσκιο σου, τα φτερά τα Αετίσια Σου ΠΑΤΕΡΑ!

Και τους ψαλμούς του Ιώβ που μου’ μαθες να συγχωράω ΠΑΤΕΡΑ!

Αμετανόητοι Κωπηλάτες

Αμετανόητοι Κωπηλάτες της Αργώ
Πατέρα μου, Εσύ κι Εγώ
Του Μύθου Μονοσάνδαλοι
Βαδίζουμε για την Πόλη Των Ιδεών!
Έχοντες κόντρα τον καιρό
Και όλους τους Ανέμους ενάντια…
Η Κόρη σου

Ανδρομάχη Διαμαντοπούλου

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.