ΑΜΑΡΓΕΤΗ

Share

Δρ Έρμα Βασιλείου

Υποδείξεις μιας δεξιόχειρα κυρίας

Δεν θα σηκώσεις ποτέ το δακτυλάκι σου
Να δείξεις κοιτάζοντας ζερβά, παιδί μου
Το αριστερό σου χέρι είναι διαβολικό
Κι ο δάσκαλος το είπε και η γειτόνισσα ακόμα και ο παπάς της εκκλησίας μας
Δεν, δεν θα δείξεις ποτέ με το αριστερό σου
Το ζερβό ή ζαβό ή ζαβρό σου
Δεν θα χαιρετίσεις ποτέ το πρωί μ’ αυτό
Ούτε και το κόκκινο μαντήλι της κοινωνίας να πιάσεις μ’ αυτό
Ούτε το γιακά σου να φτιάξεις με το αριστερό
Περνάει η γειτόνισσα, τη σκούπα αλλιώτικα κράτα
Ποτέ σου το αντίδωρο να μην αγγίξεις μ’ αυτό επιτρέπεται
Ούτε να φτιάξεις τα μαλλιά σου αγγίζοντας τη δεξιά τους χωρίστρα με τ’ αριστερό σου
Μαρτυρικά κακό, ακατάλληλο
Το αδιάλλακτο και πειραγμένο από τα πνεύματα
Φτου, φτου κτύπα ξύλο,
όι μάνα μου, όι μάνα μου, όι μάνα μου
Δεν θα πάρεις ποτέ με το αριστερό σου πρώτα, εκτός αν σου κοπεί το δεξί
Σε μια ανεπανάληπτη απάτη
Δεν θ’ αγγίξεις ποτέ τα χνάρια των ποδιών σου με τ’ αριστερό
Γιατί δεν φτάνεις ποτέ να το κάνεις
Γιατί σου δόθηκε για να το αφήνεις να νιώθει
Πως είναι λανθασμένο, άδικα αδιάντροπο

Οδόντες, φρουροί των
ασμάτων στέκονται, η ταπεινή γνώμη των
βιβλίων
πουλιών σκεπτόμενων τη φύση
του αμάγευτου κάλλους της αλήθειας
περνά με τιτιβίσματα
Κάθε πρωί οι λέξεις
ντυμένες βρίσκουν τους γονείς τους
έτοιμους παρφουμαρισμένους, για το Ωραίο βήμα
της Μετανόησης
Χθες έκανα τόσα,
Πολλά απ’ αυτά αδιόρθωτα όμορφα
Πολλά απ’ αυτά διορθωμένα με στόμφο
Η ακαμψία συνορίζεται την καλή γειτονία
των οραμάτων
Μάθε γλυκέ μου Κάσσανδρε
τη στιγμή της νίκης
γράψε στην άμμο της
το σφρίγος των πεσόντων
την αξία των αμαρτιών
της πόλης που δεν νίκησες
ποτέ, ποτέ πιο πριν
από τα χείλη του Αβακούμ
δεν έλειψε η ρητορεία
των εωθινών παθών της αυγής

Είναι, ναι, όμορφη
μα τα κουδούνια των
κρίκων να κτυπούν νωρίς

και ζαλίζουν τις
ώρες της σιωπής, της ρετρέτ
κάθε απεργία των
αισθήσεων είναι
τιμωρημένη απόφαση
να ζήσεις σήμερα
σε αφθονία

Χαρτί μολύβι κάθονται
σκεπτόμενοι επισκέπτες
σε χαλί
ξημέρωμα γοργό
κίνηση αγία η
μορφή των
ιερογλυφικών σου

Πόσα διπλώματα
στον τοίχο ράγισαν το γυαλί
τους
ο ήλιος εκατόνταρχος
σε άλογο που στόμα αχνίζει

‘Έλα ακτίνα στο γυαλί
Καλό ταξίδι, η μέρα να ‘χει
…δυο κέρματα για το ψωμί
της μέρας εζεστάθηκαν
στο χέρι της αλήθειας

Τραγούδια από παλιά
με κυνηγούν και σήμερα
Τόσο σπάνια, τόσο μοναδικά
όπως ένα χωριό κοντά όσο μακριά στο νου όσο στο βλέμμα
και στην καρδιά βασιλικός μ’ εφτάκλωνο σκοπό νανουρισμένος
Χείνιασε, μόνιασε, μόνιασε νοιάσε νιάστου
χειμώνιασε
εποχή οι απορίες να ζεστάνουν

Αγγίξτε με το χέρι
την πληγή
έχει κατορθώσει να
γιατρευτεί μόνο με το γκίγμα
Αμαργέτη με γέννησες και με παράτησες
Μ’ ένα μολύβι στο χέρι
Που έβαλα για πιπίλα…
Αγού, αγού αγού σου παιδί μου
Ντροπή σου ακόμα με τα τετράδια και τα γράμματα;
Εδώ όλοι μεγαλώσανε κι εσύ ακόμα,
Εκεί; Στο αλφάβητο ακόμα;

Ο γυναικωνίτης των μετρημένων παθών σας
η αγωνία, η συνείδηση, η νοικοκυροσύνη
σε πρόφτασαν πρωί
στο κατώφλι μιας πόρτας

ante amore ante pugnam

Αγάπη που’ χει η Αμαργέτη, μέχρι και
πριν από τη αγάπη και πριν από τον πόλεμο
όπου η αγάπη οργώνει κάμπους
ίσως να μην της ταίριαζε άλλο όνομα από το δικό μου
Μην παραδοθείς
Μην πέσεις στα γόνατα

Τραγούδια από παλιά
σε κυνηγούν και σήμερα
Χείνιασε, μόνιασε…

Αγγίξτε με το χέρι…

ante amore ante pugnam
πριν από τη αγάπη πριν από τον πόλεμο
Να μην παραδοθείς;
Παραδώσου αν θα φτάσεις μέχρι εκεί
Μα μην πέσεις στα γόνατα

Leave a Reply

Your email address will not be published.

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.