Αγάπη η κορωνίδα του κορωνοϊού

Share

Αγάπη η κορωνίδα του κορωνοϊού (Νοέμβριος 2020)

Μες στη γαλήνη της απομόνωσης και στη σιωπή
βλέπω την αγάπη να ξαναγεννιέται.
Τη βλέπω να βγαίνει δειλά μέσα από το φόβο της πανδημίας.
Η αγάπη ξαναγεννιέται κάθε στιγμή, κάθε ώρα.
Η αγάπη αρχίζει να κατευθύνει την καθημερινότητα.
Την ακούω στην ησυχία των δρόμων,
την ακούω στα χτυποκάρδια των πουλιών
που πλησιάζουν στο παράθυρό μου,
την ακούω στην ηρεμία της ημέρας και της νύχτας,
στον  παραπονεμένο χτύπο του ρολογιού.
Τη βλέπω να ξεπροβάλλει δειλά στο χαμόγελο των άγνωστων
που ανταμώνονται στους αραιούς περίπατους.
Βλέπω την αγάπη σε κάθε δωμάτιο του σπιτιού
που γίνεται δικό μου ξεχωριστό αγαπημένο κομμάτι της ζωής μου.
Στο κάθε πράσινο και λουλούδι στο μπαλκόνι μου
νιώθω κι ένα αδιόρατο χαμόγελο,
ίσως γιατί πρώτη φορά βλέπω τη γέννησή τους
και το μεγάλωμά τους νεύρο νεύρο,
ίσως γιατί πρώτη φορά είμαστε τόσο κοντά,
πρώτη φορά νιώθσυμε o ένας την ανάγκη του άλλου,
την φροντίδα, το άγγιγμα και την απαλοσύνη,
το μεγάλωμα και το ξεπετάρισμα κάθε φύλλου και κάθε πέταλου,
κάθε φόβου και κάθε ελπίδας.
Νιώθω την αγάπη στον κρύο φόβο που μ’ αναγκάζει
να κουκουλωθώ με την ψυχή μου για να τη ζεστάνω
και να μου αφεθεί απέριττη κι όμορφη.
Τη βλέπω στο νοιάξιμο όλων μας για όλους μας
καθώς η επαφή γίνεται ανέφικτη
και τα δηλητηριώδη αγγίγματα της καθημερινής πάλης
χάνονται στην ανάδυση της ματαιότητας.
Βλέπω την αγάπη στην απλότητα της ρόμπας και της φόρμας,
της λιτότητας και της αφαίρεσης.
Τη νιώθω στην ξεχασμένη αγριότητα του  «βιάσου»,
του ανελέητου «τρέχα»,
του βάναυσου «ξύπνα»,
των άπειρων ατσαλάκωτων «πρέπει» και «δεν».
Και να αίφνης μέσα από ένα επικίνδυνο σύννεφο φόβου
και αυτοπροστασίας
πέσαμε σε μια αλλιώτικη καθημερινή απλότητα
που άλλαξε τα φορτισμένα σκαμπανεβασμένα συναισθήματα
σε μια αναγεννημένη αγαπητική αγάπη.
Αυτές τις μέρες λοιπόν γιορτάζουμε την αγάπη!
Βρισκόμαστε σε διακοπές!
Κάνουμε διακοπές από τον πεζό, αχόρταγο αγώνα του «ευ ζην»,
από τις στριμωγμένες ώρες μας που τις  έχουμε φορτώσει με το άγχος μας,
από τον αγώνα που αναλώνουμε στα αναλώσιμα «κακά» αγαθά.
Κάνουμε διακοπές στη χώρα της αγάπης!!!

Ευαγγελία – Αγγελική Πεχλιβανίδου

Ο κύκλος που δεν κλείνει

Share

Αλέξανδρος Αδαμόπουλος

«20 Ιουλίου 1974.
Σήμερα ενηλικιώνομαι.
Εισβολή στην Κύπρο.
Γενική επιστράτευση.»

Τότε άρχισε το πάρτι.
Πάνε πια πάνω από σαράντα χρόνια από τότε που, μόλις μας τηλεφώνησαν -στις 23- τη λύση απ’ έξω κι όλα είχαν συμφωνηθεί· χωρίς να ξέρουμε πώς και τι, την επομένη ξεχυθήκαμε όλοι στους δρόμους βαστώντας στα χέρια κεριά αναμμένα, πανηγυρίζοντας τρελά για τη χούντα που έπεσε (την ίδια στιγμή που έπεφτε και η Κύπρος βέβαια). Βγάλαμε το γύψο απ’ το σπασμένο χέρι και χαιρόμασταν που μας είχαν πριονίσει το ένα πόδι.

Και κανείς στο πάρτι, δε σκέφτηκε πως είχαμε πόλεμο.
Γιατί κανείς απ’ αυτούς που έπρεπε να το πουν, δεν το είπε.
Κανείς, μα κανείς, δεν είπε -αδέλφια ζείτε· εσείς μας οδηγείτε;- πως με τη ζωή δεν παίζουν. Και μ’ όσες φόλες κι αν ταΐσεις το σκύλο της ΕΣΑ, δε γαυγίζεις εσύ δυνατότερα για να σε φοβηθούν οι άλλοι· εκτός κι αν μπλοφάρεις. Άλλωστε η Κύπρος είναι μακράν· τυλιγμένη σ’ ένα φάκελο που δε θ’ ανοίξει ποτέ.

Κι όλοι στο πάρτι μιλούσαν για ένα καινούργιο ξεκίνημα, για έναν καινούργιο κύκλο που άνοιγε τώρα, λες και η χώρα γεννήθηκε τις μέρες εκείνες: Όλα απ’ την αρχή, λέει, απ’ το μηδέν όλα. Σύμφωνοι· μα αφού είχαμε χάσει στον πόλεμο, εμείς γιατί χορεύαμε; Τι σόι ξεκίνημα ήταν αυτό; Να θες να τ’ αλλάξεις όλα και να μην τολμάς να πεις ούτε μιαν αλήθεια; Κι όμως όλα ωραία και καλά στο πάρτι: Ο κύκλος με την κιμωλία της μεταπολίτευσης.

Ένας καινούργιος κύκλος, που άλεσε κιόλας δυο γενιές σχεδόν στο πέρασμά του. Κι ενώ μοίραζε ψεύτικες υποσχέσεις με τη σέσουλα κι έλεγε αυτάρεσκα πως όλα θα ξεκινούσαν απ’ την αρχή, δεν άφησε τελικά να ξεκινήσει τίποτε σωστά και τίποτ’ αληθινά καινούργιο δεν είχε, στην ίδια σημαδεμένη τράπουλα· πέρ’ από εξυπνότερα μασκαρεμένα ψέματα. Και το χειρότερο· αλήθειες σαν ψέματα, ψέματα σαν αλήθειες.

Εμείς ωστόσο αλαλάζαμε ευτυχείς, χορεύοντας ανέμελα πάνω στ’ αποκαΐδια απ’ τις φωτιές που μας έκαιγαν.

Κι αν κάποιος έβλεπε πως τα πράματα δεν είν’ έτσι ακριβώς και τολμούσε να ψελλίσει πως κάτι δεν πάει καλά· πως δεν είναι δημοκρατία αυτό το πράμα, η αλλαγή δε γίνετ’ έτσι, χωρίς παιδεία, τον χλεύαζαν και του κόλλαγαν ετικέτες διάφορες, πριν τον διώξουν απ’ το πάρτι.

Χρόνια πολλά, δυο θεατρώνες, κινούσαν τα νήματα του ίδιου θιάσου, σκηνοθετώντας το έργο που άλλοι έγραφαν. Συντηρώντας ευλαβικά τη νοοτροπία της χούντας και γαλουχώντας νέα φυντάνια μ’ αυτές ακριβώς τις αξίες· μ’ αυτή τη λειψή παιδεία και προπαντός με την ίδια φρικαλέα αισθητική.

Είναι απλό· όσο γκρεμίζεις από πάνω προς τα κάτω κι όσο χαμηλώνεις τον πήχη, κάποια στιγμή το ισόγειο μπορεί να φανεί κορυφή και τα μηδενικά μπορεί να μοιάζουν με φωστήρες.

Έφυγε απ’ τη σκηνή ο ένας και πολλοί βιάστηκαν να πουν πως κλείνει ο κύκλος. Ήρθε στη σκηνή ο άλλος και να ’σου τώρα -εδώ και τώρα- ένας καινούργιος κύκλος. Κοινωνικοποιημένος, αναδομημένος, τίγκα στο ψέμα· κι από δανεικά για το πάρτι, άλλο τίποτα. Και για το λογαριασμό, ούτε κουβέντα· είν’ εκεί και περιμένει. Ας περιμένει· ποιος ζει ποιος πεθαίνει.

Νέα πάλι διαδοχή, παλαιοί λογαριασμοί, αρρώστιες, δίκες, σκάνδαλα, δαχτυλίδια, διαπλοκές, άλλες εποχές· άλλες λέει εκδοχές. Ένας κύκλος πάλι κλείνει, κάποιος άλλος ανοίγει, μα το κάρο δεν τραβάει. Και σιγά μη θέλει κανείς να γυρίσει πίσω, στην έρημη γη. Γιατί να οργώσεις και τι να σπείρεις, πώς να ποτίσεις, τι να θερίσεις· υπάρχουνε πλέον οι επιδοτήσεις…

Και κάθε φορά, πολύ σοβαρά, οι βαφτισμένοι ‘ειδικοί, αναλυτές’, καταπίνουν την καμήλα και βλέπουν πάλι τον κύκλο να κλείνει και ν’ ανοίγει ένα καινούργιο κεφάλαιο. Εκσυγχρονισμός, Ίμια, χρηματιστήρια τίμια. Όλα έρχονται κι όλα παρέρχονται κι εμείς συνέχεια σημειωτόν στο ίδιο πάντα επίβουλο τέλμα· ξανά ξαναβλέποντας πάλι τις ίδιες ταινίες του ’50-60.

Όλα όμως βαφτίζονται πράγματα καινούργια, προοδευτικά· επιτυχίες μεγάλες, κατακτήσεις δημοκρατικές, που κάποια στιγμή θα την πάρουνε τη χώρα επιτέλους στα φτερά τους, θα την απογειώσουνε με κύκλους Ολυμπιακούς και θα την κάνουν να πετάξει στους εφτά ουρανούς. Κι όμως, ούτε αυτό· η δάδα έσβησε.

Ήρθαν στα πράματα νεώτεροι. Να ’σου πάλι οι έγκριτοι αναλυτές, οι διυλίζοντες τον κύκλον που υποτίθεται πως κλείνει πια, οριστικά και δια παντός.
Καμιά σημασία που τα ονόματα είναι τα ίδια ακριβώς. Φαίνεται πως πρόκειται για απλή σύμπτωση· αν δεν είναι μια κακόγουστη φάρσα.
Καμιά σημασία βέβαια, που στη χώρα τίποτα δε στέκει όρθιο και δεν παράγεται τίποτα, εκτός από χιλιάδες νόμους που δεν εφαρμόζονται ποτέ.
Καμιά σημασία που δε θα ’χουμε το δικαίωμα, λέει, να φτιάχνουμε ‘Μακεδονικό’ χαλβά. Και τι έγινε· στο κάτω κάτω έχουμε -ακόμα- και τον χαλβά Φαρσάλων.
Καμιά σημασία που τρώμε χαστούκια από παντού· οι άλλοι φταίνε πάντα, για όλα. Όσο για το Αιγαίο· αυτό ανήκει στα ψάρια του…

Ο κύκλος δεν έκλεισε. Τόσα χρόνια δε λέει να κλείσει. Έγινε απλώς φαύλος κύκλος· φαυλότατος, που ανακυκλώνεται, φαιδρά, θλιβερά, προκλητικά. Φυσικά και δεν πρόκειται να κλείσει. Δεν πρόκειται να κλείσει αν δεν ολοκληρώσουν την πορεία τους αυτοί που τον άνοιξαν. Όσο να διαλυθεί ολότελα η χώρα -αυτό που τέλος πάντων ξέρουμε σα χώρα· ο εθνικός μας μύθος…

Εκτός κι αν· αν αλλάξουμε εμείς οι ίδιοι πρώτα. Αν βγάλουμε ουρά. Αν κάποιοι βγάλουν κέρατα, λειρί, φτερά· τέτοια πράματα, απλά. Αν ψηλαφίσουμε λίγο, αν αναλύσουμε τι ακριβώς δεν πάει καλά. Αν κοιταχτούμε στα μάτια μ’ έναν καθρέφτη και τον ακούσουμε μια φορά τι μας λέει:

Έμοιαζαν με ηλιαχτίδες
σε μια κόλλα αναφοράς
ό,τι άκουσες κι όσα είδες:
Ψέματα της συμφοράς!
Μπιχλιμπίδια κι αλυσίδες
μέσ’ στη γύμνια να φοράς.

Ματωμένες καραμέλες
κι όλα τα ναρκωτικά.
Ξεσκισμένες φουστανέλες
σημαιάκια πλαστικά.

Γκρέμισες πολλά· μα πώς να χτίσεις
έτσι μόνος, δίχως λύσεις
πάνω σε σαθρά θεμέλια;
Μόνο ύποπτα ευαγγέλια
που χαϊδεύουνε τ’ αυτιά.

Λόγια κούφια του αέρα
που σου πήραν το μυαλό.
Σ’ έριξαν πάνω στην ξέρα
κι εσύ βρίζεις το γιαλό.

Σου ’μαθαν καλά τον τρόπο·
άνομα και δίχως κόπο
-τι χυδαία ιδανικά-
να ’σαι ωραίος έτσι χύμα
αραχτός δίπλα στο κύμα
και να ζεις με δανεικά

Να ξεφύγεις θέλεις τώρα κι αρμενίζεις νοερά
‘Βάστα!’ σου φωνάζουνε· ‘ Βάστα γερά!’
Πώς; Μπάζει από παντού νερά.
Κοίτα γύρω σου· όλα σάπια
κι έκανες πάντα την πάπια…
Κλάψε τώρα· κλάψε γοερά!

(‘Για μια επέτειο’, ISBN 978-960-572-009-4 )

Στου ήλιου τ’ ανηφόρι

Share

Θαλασσογέννητοι καημοί, ηλιολουσμένοι πόθοι
τη ρότα σου την κράτησαν με τον αυγερινό
τον στόχο δεν τον ξέχασες του ονείρου τον τρανό
τι κι αν σε χτύπησαν βροντές, από μακράν κι αυτόθι
ο ελληνισμός διεσώθη
με λόγο φωτεινό.

Φουρτουνιασμένοι άνεμοι σε έσπρωχναν στον πάτο
κι αφηνιασμένοι κεραυνοί σε έπληξαν σκληρά
τον πόθο δεν τον έσβησες, τα όσια κι ιερά
με όπλο το χαμόγελο, απλό, καλοσυνάτο
με φως πού ’ναι γιομάτο
κι αγάπη, σταθερά.

Απ’ το ζενίθ του ουρανού, αστέρι μέσα στ’ άστρα
που η πνοή σου φώτιζε το σκότος των λαών
κλονίστηκες και γεύτηκες το όξος των σκιών
μα κράτησες μες στην ψυχή της ξαστεριάς τα κάστρα
της λευτεριάς βυζάστρα,
μήτηρ των ιδεών.

Και τώρ’ αστρόλαμπρη ξανά στου ήλιου τ’ ανηφόρι
τι κι αν οι σκοτεινόφεγγοι, οι μολευτές της γης
πασχίζουν να λαβώσουνε το φέγγος της αυγής
ηλιόπρεπη Ελλάδα μου, εσύ, γαλάζια κόρη
στον ήλιο βάζεις πλώρη
άστρο της χαραυγής!

21/5/2020
Ιωάννης Παναγάκος
Βραβείο Λογοτεχνίας 2020

Μια θάλασσα ίδια με θύμηση

Share

Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου

Κάθεται αγνάντια στη θάλασσα.  Και αφουγκράζεται τον ερχομό της ως τις άκρες των ποδιών του. ΄Ετσι όπως τότε που ήτανε παιδί και βούλιαζε στο χρυσό όνειρο της Αμμοχώστου. Τότε μιλούσε με τη θάλασσα μια άλλη γλώσσα,  παιδική. Της έλεγε για τα όνειρά του κι εκείνη άκουγε ήρεμη σαν λάδι τα φτερουγίσματα των λόγων του. Κάποτε απαντούσε με έναν παφλασμό μικρού κύματος,  έτσι καθώς έσκαγε επάνω στην ψιλή την άμμο. Και τότε του φαινόταν πως το αποτύπωμά του έγραφε  λέξεις σαν πανιά , έτοιμα να τον ταξιδέψουν σε όσα ονειρευόταν. Μετά, λες και γύρευε ένα βάφτισμα για κάθε  καινούρια αρχή του, ορμούσε μέσα στο νερό, φωνάζοντας με ενθουσιασμό για όλα τα θαύματα που του έταζε χαμογελώντας το μέλλον.

Αυτά τότε, στα δέκα του χρόνια, με δυο μάτια ήλιους, με δυο μάγουλα σαν ώριμα κεράσια, με χέρια λευκά σαν κρίνοι που προσμένανε να ανοίξουνε στο φως. Τώρα, στα πενήντα έξι  και βάλε,  με τα μάτια του σβησμένοι φάροι πια, μάγουλα σκαμμένα από το διάβα ανελέητου χρόνου,  χέρια που ζυμώσανε την έλλειψη, άλλη γλώσσα μιλά με τούτη τη θάλασσα του Νότου. Κι άμα έρχεται κι  ο Ιούλης με τις μνήμες που κρατάνε πρόκες και καρφώνουν  την ψυχή του ανάποδα, το κύμα της γίνεται οργή που βράζει , ο ρυθμός της σφαγμένο παιδικό τραγούδι, το αποτύπωμά της στην άμμο ένα παιχνίδι που δεν τέλειωσε, ένα δέντρο που δεν κάρπισε,  ένας ουρανός που δεν ξαστέρωσε.

Και φέτος μπήκε ένας Νοέμβρης χειμερινός. Φυλλοβόλα όσα έθρεψε μυστικά σαν όνειρα τις νύχτες.  Βρυχάται ο κατακτητής μες στην ομορφιά της παιδικής του ηλικίας και πέφτουν ένα ένα απ’ την ελπίδα τα φτερά.

Παίρνει ένα βότσαλο, το κρατάει μηχανικά στο χέρι, το ζυγιάζει. Μετά κοιτάει κατά τον ορίζοντα. Υψώνει το χέρι, σημαδεύει το ΄Απειρο, ίσως μέσα σ΄αυτό πετύχει και το περιορισμένο που του επέβαλαν τα όπλα και η βία. Σημαδεύει ξανά και ξανά, ματώνει,  όμως, μονάχα  τις μνήμες.  Και τότε λες και βγαίνει από τον βυθό μια ξεχασμένη γοργόνα. Τον κοιτάζει χωρίς να μιλά,  περιμένει το ξέσπασμά του.  « Ζει ο Βασιλιάς που κρύβω μέσα μου;» τη ρωτά. « Ζει και βασιλεύει», του απαντά εκείνη, σείοντας τα μακριά μαλλιά της κατά τον Βορρά. «Μην κοιτάς που κάποτε κουράζεται μες στη μεγάλη πορεία. Μη λογαριάζεις πως κοιμάται κάτω από άλλο δέντρο, πως ξεδιψά σε άλλη πηγή. Μη χάνεσαι, μην ξεχνιέσαι. Μη φοβάσαι και μην απελπίζεσαι.   Ζήσε  και περίμενε».

Αυτά του λέει κάθε φορά η γοργόνα και χάνεται πάλι στην άβυσσο του νου του. Κάποια στιγμή νιώθει τον ήλιο να βάφεται με όλα τα χρώματα της αποχώρησης. Ακόμα μια νύχτα πολιορκεί τη δική του. Λέει να μην ενδώσει. Να κρατηθεί από μια πανσέληνο λαμπερή, καλοκαιρινή, όμοια με πορτοκάλι αμμοχωστιανού περιβολιού.  Και τότε, θες από θαύμα θες από θέληση, τα ροζιασμένα χέρια του γίνονται πάλι κρίνοι λευκοί, έτοιμοι να γεννήσουν τον Σωτήρα της Γης του.

Ιντερμέδιο Ένα

Share

Pipina D. Elles

2. Καλή μου φίλη…

Καλή μου φίλη…
Τα νέα σου στενόχωρα…
Βρίσκομαι τόσο μακριά!
Θα ήθελα να πω κάτι καλό,
λίγη χαρά να δώσω!
Ίσως τα λόγια περισσεύουν
στις αιχμηρές του πόνου
τις στιγμές!
Ίσως να μην παρηγορούν!
Μπορεί και να πληγώσουν!

Γινόμαστε απάνθρωποι
στον πόνο τον μεγάλο!
Εγωιστές… μισούμε την
επικοινωνία,
το σκάλισμα για το ξερρίζωμα
του πόνου!
Μαζωχιστές δεν βλέπουμε
πως κάποιοι σπεύδουν εθελοντικά…
γενναιόδωροι στον χρόνο τους
στην προσφορά τους,
να μας παρηγορήσουν!
Η χαρά σαν μοιράζεται
γίνεται διπλή
και η λύπη σώνεται… μεσιάζει!
Κι εμείς σαν πληγωμένα ζωντανά
κλεινόμαστε στα ένδον, στο εγώ
ξεχνούμε η ζωή πως συνεχίζεται!

3/11/‘20

 

  1. Ιντερμέδιο Ένα

Pipina D. Elles

Η γυναίκα και ο Ζαν-Ζακ Ρουσσώ 

Παρόμοια με όλα όσα αφορούν την φυσική ανατροφή και εκπαίδευση εν γένει του ανθρώπου, ο Ρουσσώ σε σχέση με την γυναίκα, ακολουθεί μία συμπαθητική γραμμή και την παρουσιάζει από την πλευρά  της  φύσης  της   με τον πιο άψογο τρόπο. Έτσι στο  5ο  βιβλίο του υπό τον τίτλο «Σοφία» ή «η Γυναίκα», αναλύει τις πλευρές του χαρακτήρα της, έτσι όπως την έπλασε η φύση της και τον ρόλο της εκπαίδευσης στην διαμόρφωση αυτού.

Οι φυσικές αντιδράσεις της γυναίκας είναι χαρακτηριστικές του φύλου της και μόνο ο χώρος όπου γεννιέται και εκπαιδεύεται είναι δυνατόν να αλλοιώσουν κάποιες από τις φυσικές της ροπές. Γράφει λοιπόν στο εξαιρετικό βιβλίο του «Αιμίλιος»:

«Έτσι η δεσποινίς ντε λ’ Ανκλό θεωρείται σαν ένα θαύμα. Λένε πως περιφρονώντας τις αρετές του φύλου της, είχε κρατήσει τις αρετές του δικού μας (του ανδρός): επαινούν την ειλικρίνεια και την ευθύτητά της, τη συνέπεια στις δοσοληψίες της, την πίστη  της στη φιλία·  τέλος για να ολοκληρώσουν τη λαμπρή εικόνα της, λένε πως είχε γίνει άντρας. Ωραία. Όμως παρ’ όλη τη φήμη της, αυτόν τον άντρα, ωστόσο, δεν θα τον ήθελα ούτε για φίλο μου ούτε για ερωμένη μου.

  • Όλα αυτά δεν είναι όσο φαίνεται έξω από  το θέμα μας. Βλέπω που τείνουν τα αξιώματα της νεότερης φιλοσοφίας, όταν γελοιοποιούν την αιδημοσύνη του φύλου και την δήθεν ανειλικρίνειά του· και βλέπω πως το πιο θετικό αποτέλεσμα αυτής της φιλοσοφίας θα είναι, να αφαιρέσεις απ’ τις γυναίκες του αιώνα μας τη λίγη τιμή που τους έχει απομείνει (Ζαν Ζακ Ρουσώ,Αιμίλιος ή Περί Αγωγής, Μετάφραση Στέλλα Βουρδούμπα, Εκδόσεις Δαρεμά, Άρτας 10, Αθήνα,  σ. 410)

Αντίθετα ο Νίτσε γράφει: «Κι η γυναίκα πρέπει να υπακούει αν θέλει να βρει ένα βάθος στην επιφάνειά της. Η φύση της γυναίκας είναι επιφανειακή, μια μεταλλασσόμενη, ταραγμένη επιφάνεια ρηχών νερών.

Μα η φύση του άντρα είναι βαθιά, το ποτάμι του βουερό μεσ’ από τις υπόγειες σπηλιές: η γυναίκα νιώθει τούτη τη δύναμη, μα δεν μπορεί να την καταλάβει.»

Αυτές οι μαρτυρίες αποκαλύπτουν ότι η γυναίκα τον 16 αι. (Ρουσσώ) δεν είχε ακόμη την δυνατότητα  να σταθεί στην κοινωνία της εποχής ως δυναμική οντότητα. Τα πειράματα   εξακολουθούν να λαμβάνουν χώρα και ο σπουδαίος παιδαγωγός τονίζει ετούτη την εκ φύσεως αδυναμία της, με συμπάθεια και κατανόηση. Και παρά το γεγονός ότι απέχουμε παρασάγγας από εκείνη την μακρινή εποχή, η γυναίκα, ως Νεάνις, Σύζυγος, Μητέρα, εκ φύσεως, και παρά την άνοδό της στα κοινωνικά στρώματα μέσω της παιδείας της, παραμένει το ευαίσθητο, αδύνατο φύλο, προς σωτηρία της οικογένειας και της κοινωνίας εν γένει.

Αντίθετα ο Νίτσε που έζησε πολύ αργότερα (γεννήθηκε στις 15 Οκτωβρίου 1844), ακολουθεί μία σκληρή γραμμή ως προς την άποψή του για το θήλυ, παρόμοια και ο Μπερξόν (Bergson Henri) που υπήρξε καθηγητής του Ν. Καζαντζάκη, στην Σορβόννη. Σημαντικό είναι το έργο του:  The Two Sources of Morality and Relegion, (N. York, 1935) Ο Μπερξόν λοιπόν κάποια στιγμή, κατονομάζει κάποιες θαυμάστριές του, που περιμένουν να τον δουν από κοντά, όρνιθες, απλά κότες! Αυτά είναι μόνο μερικά δείγματα σε σχέση με την αντίληψη μερικών μόνο διασήμων ανδρών, από τα πολλούς υπέρ ή κατά της γυναίκας.  Όμως οι γυναίκες αντιλαμβάνονται  αυτή την μαχητικότητα εκ μέρους μερικών διανοούμενων! Η μερίδα της ως συζύγου και μητέρας εδραίωσε  την θέση της στην  κοινωνία και μετά τους αγώνες της για την απελευθέρωσή της από τις πολλαπλές αρνητικές αντιλήψεις, κατόρθωσε και βρήκε αν όχι την τέλεια θέση της στην κοινωνία, την αποδοχή της ως ισότιμο μέλος της.  Το ισχυρό φύλο βλέποντάς την να επιχειρεί να απομακρυνθεί από την άλλοτε μειονεκτική θέση της, την  κατηγόρησαν και την πολέμησαν ποικιλοτρόπως!

Πιθανόν να έχετε διαβάσει το θεατρικό έργο του περίφημου, Όσκαρ Γουάϊλντ, «Α Woman of no Importance!»

Αναμφίβολα πρόκειται για ένα τεράστιο κεφάλαιο με το οποίο ασχολήθηκαν ειδήμονες  και λογοτέχνες που είτε τάσσονται υπέρ της γυναίκας είτε στέκονται απέναντί της με διάθεση μομφής! Και φυσικά  η γυναίκα ως άνθρωπος δεν είναι τέλεια! Ωστόσο και ίσως περισσότερο από άλλους στην εποχή του, ο Αριστοφάνης, προσπάθησε να υποστηριχτούν οι γυναίκες στην Αθηναϊκή Κοινωνία, με τις κωμωδία του: «Εκκλησιάζουσαι», ενώ με την «Λυσιστράτη», υποστηρίζει την αντίδραση της Αθηναίας, για τον Πελοπννησιακό πόλεμο!

Το παράξενο είναι, ότι οι άνδρες όπως και οι γυναίκες γεννήθηκαν από… την γυναίκα!

Ο Αδάμ και το μήλο

Share

Γνωρίζοντας την μέχρι τώρα πορεία τού Αλέξανδρου Αδαμόπουλου, και έχοντας αναλύσει πέρσι πολύ προσεκτικά, την σπαρακτική ειλικρίνεια με την οποία είχε γράψει το τελευταίο του, τότε, βιβλίο «Τα όχι τού ΝΑΙ» (εκδόσεις Οδός Πανός 2019) όπου μας μιλά για την πολύ βαθιά όσο και δύσκολη φιλία του με την Μαργαρίτα Καραπάνου, εισήλθα τώρα στον παράδεισο τού τωρινού, σπονδυλωτού, έργου του, «Ο Αδάμ και το μήλο» με ευλάβεια. Ούτε σαν φίδι, ούτε σαν Εύα, μα ούτε σαν Θεός: Μόνον σαν ένας ταξιδιώτης τής γραφής, περιπλανώμενος στη χώρα των σελίδων, έχοντας πάντα τις ίδιες εμμονές· να γυρεύω απ’ τη γραφή να καταγράφει αληθινά τις στιγμές και να δίνει ανάσα και μορφή σε ό,τι υπήρξε και φεύγει.

Όπως φαίνεται από την πρώτη κιόλας αράδα τού κειμένου, τα είκοσι τέσσερα σύντομα κεφάλαια τού μάλλον μικρού αυτού βιβλίου, καλύπτουν σχεδόν μισόν αιώνα δημιουργίας τού Αδαμόπουλου· πράγμα βέβαια που σε καμία περίπτωση, δεν μπορεί να υποψιαστεί ο αναγνώστης, όσο κι αν είναι διαφορετικά τα θέματα και ο τρόπος γραφής τού καθενός. Ξεδιπλώνουν όμως όλα, αμέσως, μπροστά στα μάτια μας, το  υφαντό του γράψιμο: Με τις χρυσοκλωστές των συλλαβών, τα ράμματα και τις πληγές, τα θαύματα, τις πολύ προσεκτικά επιλεγμένες Λέξεις, τα απεγνωσμένα όνειρα και τις αδικαίωτες βαθιές επιθυμίες μιας ολόκληρης γενιάς. Και αφήνουν, μόνο με την αύρα τους και με την δίχως περιστροφές ωμή αμεσότητά τους, ένα άγγιγμα από μνήμες συλλογικές· ολονών μας: Συνειρμούς, πάθη, αδιέξοδες εμμονές. Μα και νάματα προσδοκίας, μιας εντέλει αισιόδοξης γραφής· παρ’ όλο τον απέραντο ζόφο στον οποίο δεν διστάζει να μάς βυθίζει κάποιες στιγμές.

Μέσα από τις σελίδες τού πολύτιμου αυτού βιβλίου, που χωρίς να μοιάζει με τίποτε διαβάζεται απνευστί -μα θα μπορούσε να είναι και αντικείμενο πολύ σοβαρής μελέτης- ιχνογραφούνται με τεράστια πυκνότητα αλλά και με αξιοζήλευτη λογοτεχνική μαστοριά, πράγματα υλικά και άυλα, φυσικά και μεταφυσικά, δημόσια και ιδιωτικά. Ενυπάρχουν πυκνά νοήματα και σχεδόν αδιόρατα υπονοούμενα, θύμησες, αλήθειες, πίκρες, ιστορία. Περνούν μπροστά στα μάτια μας, σαν μαγικό τρενάκι, ενδιαφέρουσες μορφές ανθρώπων, ιστορικές μορφές, πολύτιμες στιγμές, κρίσιμες καταστάσεις, άγνωστες λεπτομέρειες. Σελίδες θλίψης, χαράς, στεναγμών, λαχανιασμένες αναζητήσεις, πονεμένες ματαιώσεις, σκανταλιές, παιδικά γέλια. Όλη η ζωή περνά! Και μένει και η στυφή γεύση τού σήμερα, μ’ έναν ‘Κύκλο που δεν κλείνει’, με μιαν απογοήτευση στα χείλη των καιρών, που μας σκεπάζει όλους. Μα συνάμα -κι αυτό είναι το εξαιρετικά ενδιαφέρον- μένει και ένα βαθύ θετικό συναίσθημα τού ίδιου τού συγγραφέα· κατάδικό του, για ό,τι πιο υψηλό, όμορφο κι αληθινό, τον διακατέχει και που το μοιράζεται απλόχερα μ’ εμάς τους αναγνώστες: Ο Αδαμ(όπουλος) και το πνεύμα του, και το χιούμορ του και η αγωνία του, για την δημιουργία τού κόσμου του, στο συνταίριασμα ακόμη και των πιο μικρών λεπτομερειών· σε έναν Παράδεισο, όπου συμβιώνουν άνθρωποι, πατρίδα, έρωτες, σκέψεις, Άγιοι, ζώα, παιχνίδια, Αγάπες, παιδιά, χρόνος, Θεοί. Εύγλωττα ταξίδια· όχι τόσο προς τα έξω, μα εντός μας κυρίως: ‘Στον πάτο της Ύπαρξης’ όπως λέει ο ίδιος.

Δεν θέλω να πω κι άλλα· -που σίγουρα τ’ αξίζουν τα «μεγάλα, τα ελεύθερα, τα γενναία, τα δυνατά»–  γιατί κάθε πρόταση, κάθε λέξη, μέσα στα διηγήματα αυτά, αν μπορώ να τα ορίσω έτσι, είναι αρχιτεκτονημένη αριστοτεχνικά, ώστε το κείμενο να στέκει μπροστά μας σαν μια ζωντανή φέτα ζωής,  μια ολοκληρωμένη στάση ζωής των ηρώων· φανταστικών ή πραγματικών. Το κάθε διήγημα είναι κι ένα ξέφωτο! Μια στάση ζωής τού ίδιου τού συγγραφέα, εν τέλει· που μάχεται για το φως και την αλήθεια, στο μοναχικό ταξίδι των Λέξεων!

 «Βιογραφία ενός ανθρώπου, είναι ό,τι γίνεται μέσα του» έχει ειπωθεί πολύ εύστοχα. Κι όταν τούτη η βιογραφία μεταγγίζεται, έτσι απλά και άμεσα κι ευχάριστα, στον αναγνώστη, τότε μετουσιώνεται σε αξία, σε όρθρο αυγινό, σε κοινωνία τού εσώτατου κόσμου της ψυχής: Γίνεται αληθινή ‘Ξαναρχή’

Πόσο δίκιο είχε ο Stéphane Mallarmé όταν έγραψε πως «Ο κόσμος φτιάχτηκε για να κλειστεί σε ένα βιβλίο»… Το «Ο Αδάμ και το μήλο» όσο είναι ένα μικρό βιβλίο, άλλο τόσο είναι κι ένας ολόκληρος κόσμος!

©Τζένη Κουφοπούλου
tkoufopoulou@yahoo.com

Μια θάλασσα ίδια με θύμηση

Share

Κάθεται αγνάντια στη θάλασσα.  Και αφουγκράζεται τον ερχομό της ως τις άκρες των ποδιών του. ΄Ετσι όπως τότε που ήτανε παιδί και βούλιαζε στο χρυσό όνειρο της Αμμοχώστου. Τότε μιλούσε με τη θάλασσα μια άλλη γλώσσα,  παιδική. Της έλεγε για τα όνειρά του κι εκείνη άκουγε ήρεμη σαν λάδι τα φτερουγίσματα των λόγων του. Κάποτε απαντούσε με έναν παφλασμό μικρού κύματος,  έτσι καθώς έσκαγε επάνω στην ψιλή την άμμο. Και τότε του φαινόταν πως το αποτύπωμά του έγραφε  λέξεις σαν πανιά , έτοιμα να τον ταξιδέψουν σε όσα ονειρευόταν. Μετά, λες και γύρευε ένα βάφτισμα για κάθε  καινούρια αρχή του, ορμούσε μέσα στο νερό, φωνάζοντας με ενθουσιασμό για όλα τα θαύματα που του έταζε χαμογελώντας το μέλλον.

Αυτά τότε, στα δέκα του χρόνια, με δυο μάτια ήλιους, με δυο μάγουλα σαν ώριμα κεράσια, με χέρια λευκά σαν κρίνοι που προσμένανε να ανοίξουνε στο φως. Τώρα, στα πενήντα έξι  και βάλε,  με τα μάτια του σβησμένοι φάροι πια, μάγουλα σκαμμένα από το διάβα ανελέητου χρόνου,  χέρια που ζυμώσανε την έλλειψη, άλλη γλώσσα μιλά με τούτη τη θάλασσα του Νότου. Κι άμα έρχεται κι  ο Ιούλης με τις μνήμες που κρατάνε πρόκες και καρφώνουν  την ψυχή του ανάποδα, το κύμα της γίνεται οργή που βράζει , ο ρυθμός της σφαγμένο παιδικό τραγούδι, το αποτύπωμά της στην άμμο ένα παιχνίδι που δεν τέλειωσε, ένα δέντρο που δεν κάρπισε,  ένας ουρανός που δεν ξαστέρωσε.

Και φέτος μπήκε ένας Νοέμβρης χειμερινός. Φυλλοβόλα όσα έθρεψε μυστικά σαν όνειρα τις νύχτες.  Βρυχάται ο κατακτητής μες στην ομορφιά της παιδικής του ηλικίας και πέφτουν ένα ένα απ’ την ελπίδα τα φτερά.

Παίρνει ένα βότσαλο, το κρατάει μηχανικά στο χέρι, το ζυγιάζει. Μετά κοιτάει κατά τον ορίζοντα. Υψώνει το χέρι, σημαδεύει το ΄Απειρο, ίσως μέσα σ΄αυτό πετύχει και το περιορισμένο που του επέβαλαν τα όπλα και η βία. Σημαδεύει ξανά και ξανά, ματώνει,  όμως, μονάχα  τις μνήμες.  Και τότε λες και βγαίνει από τον βυθό μια ξεχασμένη γοργόνα. Τον κοιτάζει χωρίς να μιλά,  περιμένει το ξέσπασμά του.  « Ζει ο Βασιλιάς που κρύβω μέσα μου;» τη ρωτά. « Ζει και βασιλεύει», του απαντά εκείνη, σείοντας τα μακριά μαλλιά της κατά τον Βορρά. «Μην κοιτάς που κάποτε κουράζεται μες στη μεγάλη πορεία. Μη λογαριάζεις πως κοιμάται κάτω από άλλο δέντρο, πως ξεδιψά σε άλλη πηγή. Μη χάνεσαι, μην ξεχνιέσαι. Μη φοβάσαι και μην απελπίζεσαι.   Ζήσε  και περίμενε».

Αυτά του λέει κάθε φορά η γοργόνα και χάνεται πάλι στην άβυσσο του νου του. Κάποια στιγμή νιώθει τον ήλιο να βάφεται με όλα τα χρώματα της αποχώρησης. Ακόμα μια νύχτα πολιορκεί τη δική του. Λέει να μην ενδώσει. Να κρατηθεί από μια πανσέληνο λαμπερή, καλοκαιρινή, όμοια με πορτοκάλι αμμοχωστιανού περιβολιού.  Και τότε, θες από θαύμα θες από θέληση, τα ροζιασμένα χέρια του γίνονται πάλι κρίνοι λευκοί, έτοιμοι να γεννήσουν τον Σωτήρα της Γης του.

Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου

ΕΚΚΟΛΑΨΗ

Share

Έχει γεννήσει πάλι η πεθυμιά. Αέναος νόμος που συντηρεί την επιβίωση. Πολλές μικρές ανομολόγητες ευχές σαν βάτραχου αυγά, που με το πλήθος τους εξορκίζουνε την εξαφάνιση. Πόση θέρμη χρειάζεται από μια σκέψη κλώσσα να βγούνε από τούτες τις ευχές όλα τα θέλω; Με μακριά χέρια σαν κλόουν σε τσίρκο που αντιστρέφουμε και γίνεται κορίτσι, με ένα ιώτα στο τέλος ως κατάληξη όλων των ουδετέρων συμφωνιών μας. Εκεί που λες πως εκτελέστηκες από ένα Τέλος, εκεί που μία πόρτα έκλεισε με πάταγο εμπρός σου αφήνοντάς σε να περιθάλπεις τη ματωμένη αξιοπρέπεια, εκεί ακριβώς βλέπεις κάτω απ’ τη χαραμάδα να γλιστράει ένα καινούριο μήνυμα. Μία ακόμα σελίδα, επίμονα λευκή, πρόκληση για την ανίατη εγρήγορσή σου.

Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου

Ποιητική Συλλογή:   “ Η Αφηρημένη Τέχνη του ΄Εψιλον”

                                 Εκδόσεις Μανδραγόρας

                                  Αθήνα 2020