Share

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Αδάμ και το μήλο

Εκδόσεις οδός Πανός, 2020 ISBN 978-960-477-438-8

Ρωτάει ο Αντώνης Τσόκος

   
Κύριε Αδαμόπουλε κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό από τις ‘εκδόσεις οδός Πανός’, το καινούργιο σας βιβλίο με τίτλο «Ο Αδάμ και το Μήλο». Πόσο εύκολο είναι για έναν δημιουργό να μείνει προσηλωμένος στην τέχνη του τη δύσκολη αυτή περίοδο που διανύουμε;ΑΑ: Δεν υπάρχει αμφιβολία πως όσα ζούμε σχεδόν ένα χρόνο τώρα, έχουν φέρει τα πάνω κάτω κι έχουν δυσκολέψει για όλους πολύ τα πράγματα. Το βλέπω γύρω μου διαρκώς. Οφείλω όμως να ομολογήσω ότι η δική μου καθημερινότητα δεν άλλαξε και πολύ. Ίσως μάλιστα και να ησύχασα κάπως με όλες αυτές τις απαγορεύσεις κυκλοφορίας και τα κλειδαμπαρώματα. Γιατί όταν γράφω προσπαθώ να είμαι πειθαρχημένος κι όσο γίνεται προσηλωμένος σ’ αυτό που κάνω. Ζω λιτά, με ένα ρυθμισμένο κάθε μέρα πρόγραμμα μέσα στο σπίτι και κάποιες μοναχικές βόλτες, γύρω απ’ αυτό. Άρα το να περπατώ εν’ απόγευμα στην έρημη Αθήνα και η άδεια Σόλωνος να ευωδιάζει γεμάτη ανοιξιάτικα αρώματα απ’ τον Εθνικό Κήπο, ήταν ένα εντελώς σουρεαλιστικό θείο δώρο! Μού θύμισε τα παιδικά μου· όταν έξω απ’ το σπίτι μας στην Κυψέλη περνούσαν γαλοπούλες· και σίγουρα καλό μόνο μού έκανε, όταν έγραφα για τον Αδάμ και για το μήλο του.

Τώρα απ’ την άλλη μεριά, την δύσκολη μεριά, την πολύ σοβαρή· για το τι ακριβώς συμβαίνει, από καθαρά επιστημονική άποψη, με την αρρώστια αυτή και πόσο περισσότερο υγιείς ή ολότελα άρρωστοι θα βρεθούμε να είμαστε όλοι μας μετά από αυτό το κακό, κάποια στιγμή, σε όλο τον πλανήτη, είναι μία πολύ μεγάλη συζήτηση που δεν νομίζω να μπορούμε να την κάνουμε τώρα. Ποιητική αδεία πάντως, θα έλεγα -χωρίς να είμαι καθόλου ειδικός- πως έχω την αίσθηση ότι αυτή είναι μια πολύ φιλόδοξη αρρώστια, που υπερβαίνει κατά πολύ τον εαυτό της. Ένας πολύ υπερφίαλος ιός, με κορώνα στο κεφάλι του, που έχοντας βάλει πολύ υψηλούς στόχους για όλη την υφήλιο, ίσως αφήσει πίσω το ίχνος του για αιώνες.
Κατά την ανάγνωση των διηγημάτων σας  αρκετές φορές διαπέρασε τη σκέψη μου  ο στίχος του Φρανσουά Βιγιόν, «Στον τόπο μου ενώ ζω, είμαι τέλεια ξένος». Βιώνετε αυτό το συναίσθημα;
Α.Α: Ναι, κάπως έτσι είναι. Αλλά έχω την εντύπωση πως αυτό δεν ισχύει μόνο για μένα· μού φαίνεται πως κάτι ανάλογο νοιώθετε κι εσείς, διότι όποιος έχει τη μύγα μυγιάζεται! Τι να πω; Είναι ίσως η μοίρα μας να κλαιγόμαστε, η μανία να τα βρίσκουμε όλα στραβά, να θέλουμε να τ’ αλλάξουμε όλα, να μη μας φτάνει τίποτε, να θέλουμε κι άλλα, και στο τέλος να παραιτούμαστε, να καθόμαστε σε μια γωνιά και να είμαστ’ ευχαριστημένοι που μπορούμε τουλάχιστον να τα γράφουμε όλ’ αυτά στη γλώσσα μας, που αν και βαριανασαίνει κουτσαίνοντας, είν’ ακόμα ζωντανή: Να γράφουμε για εκείνους που δεν υπάρχουν καν, ακόμη. Ίσως για ένα ‘αγέννητο κάτι’.
Γράφετε στο πρώτο διήγημα του βιβλίου, «Τι να ’γινε άραγε֗  πού πήγε και χάθηκε τόσα χρόνια ο Χρόνος και δεν υπάρχει τίποτα καινούργιο πια;». Τελικά έχει να μας προσφέρει κάτι καινούργιο ο χρόνος ή άδικα χάνουμε τον χρόνο μας μαζί του;  Α.Α: Αν και φοριέται πολύ τώρα τελευταία, δεν θα κάνω θεωρητική συζήτηση περί υπάρξεως ή μη τού χρόνου -υποθέτω δεν με ρωτάτε κάτι τέτοιο. Γι’ αυτό όμως το απόσπασμα -εκεί όπου το είδατε και σας χτύπησε, για να με ρωτάτε- έχω να πω ότι νομίζω πως είμαστε ένας λαός χαμένος στο χρόνο. Εντελώς καθυστερημένος λαός πια· με την πιο κυριολεκτική έννοια της λέξης. Λαός εν πλήρει καθηλώσει. Παράλυτος λαός. Έχω συνείδηση και θυμάμαι πολύ καλά δίχως κανένα κενό, όλη τη ζωή μου, σ’ αυτήν εδώ τη χώρα, σχεδόν εφτά δεκαετίες. Να το πω σχηματικά λοιπόν: Ενηλικιώθηκα το καλοκαίρι του 1974, ακριβώς με την Τουρκική εισβολή στην Κύπρο και με τη Μεταπολίτευση. (Δυστυχώς πάνε μαζί αυτά δύο, αλλά δεν το έχει καταλάβει ο κόσμος αυτό…) Εσείς γεννηθήκατε λίγο μετά. Κοιτάξτε τώρα: Η ενήλικη δική μου ζωή και όλη η δική σας ζωή, σαράντα τόσα χρόνια και πλέον, ορίζεται από τα ίδια ακριβώς, ψυχο-αγωγικά υποτίθεται, προγράμματα στην τηλεόραση. Δηλαδή από τις ίδιες ακριβώς κινηματογραφικές ταινίες που προβάλλονται ασταμάτητα από τότε. Και δυο και τρεις και πέντε και δέκα και εκατό φορές, δίχως υπερβολή. Αυτό εγώ το ονομάζω καθυστέρηση. Ξέρω πως είναι πολύ ενοχλητικό αυτό που λέω για τον περισσότερο κόσμο. Γιατί όλοι έχουν εκπαιδευτεί επίμονα και υποχθόνια, δεκαετίες τώρα, χρόνια ολόκληρα, εκατομμύρια ώρες, για να θεωρούν πως αυτό είναι το ωραίο, αυτό είναι το καλό, και να λένε όλοι με μια φωνή πως αυτό τους αρέσει. Σκεφτείτε όμως λίγο: Τώρα έχουμε 2020. Αν ανοίξουμε την τηλεόραση τώρα, θα δούμε, όχι τα άπαντα τού Μπέργκμαν, ούτε τίποτε άλλο αξιόλογο, μα τις ίδιες ακριβώς εκείνες ελληνικές ταινίες -μάλλον χαμηλού επιπέδου· για να μη πω τής πλάκας οι περισσότερες- που γυρίστηκαν στο πόδι, μέσα στη δεκαετία τού ’50 και τού ’60. Δηλαδή πριν εξήντα εβδομήντα χρόνια… Ταινίες που τις έβλεπαν οι γιαγιάδες και οι παππούδες σας... Τις ίδιες ταινίες τις έβλεπαν το ’70 ’80 οι γονείς σας… Αυτές τις ίδιες ταινίες τις είδατε, άπειρες φορές, ξανά και ξανά, μαζί με τους γονείς σας κι εσείς από μωρό. Και τώρα τις βλέπουν πάλι, μαζί μ’ εσάς και τα παιδιά σας!... Μα δεν είναι εφιαλτικό; «Τι να ’γινε άραγε· πού πήγε και χάθηκε τόσα χρόνια ο χρόνος και δεν υπάρχει τίποτε καινούργιο πια;»… Αυτό λέω. Αν αυτό δεν είναι πνευματική γενοκτονία· αν δεν είναι επικίνδυνη διανοητική καθυστέρηση, πέστε μου εσείς τι είναι.
Αναφέρεστε συχνά στις παθογένειες της Ελληνικής κοινωνίας. Θεωρείτε ότι έχει χαθεί κάθε ελπίδα να αλλάξει κάτι σε αυτόν τον τόπο; Α.Α: Αν υπάρχει έστω και ένα ψήγμα αλήθειας σ’ αυτά που είπα πριν, τότε πέρα απ’ όλα τα άλλα -την πανδημία, το οικονομικό, το μεταναστευτικό, τα ελληνοτουρκικά- αναμφίβολα έχουμε πολύ σοβαρό πρόβλημα, τα τελευταία πενήντα περίπου χρόνια. Το ξέρω πως καμιά φορά παρασύρομαι και υπερβάλλω για να δείξω τα πράγματα κάπως πιο καθαρά, και μπορεί να κατηγορηθώ γι’ αυτό. Το ξέρω πως σε ορισμένους τομείς έχουν γίνει άλματα: Η χώρα δεν μοιάζει μ’ αυτό που ήταν πριν τριάντα σαράντα χρόνια. Αρκετά πράγματα έχουν μπει σε τάξη και πολλοί αριθμοί ευημερούν. Το βλέπω κι εγώ· σύμφωνοι. Δεν είμαι μίζερος, ούτε απαισιόδοξος, ούτε μού αρέσει να τρώγομαι· κάθε άλλο. Νιώθω κι εκφράζω άμεσα κι αυθόρμητα τη χαρά τής ζωής, μακριά από αρνητικά στερεότυπα και καθωσπρεπισμούς. Μόγλη με φώναζαν μικρό, και κάποιοι το θυμούνται ακόμη. Και βέβαια ξέρω πολύ καλά πως δεν είναι ωραίο· είναι άχαρο, να κάνεις την Κασσάνδρα. Και δεν έχει και κανένα νόημα  άλλωστε. Όμως…
Σε μια εποχή όπου η πίστη έχει χάσει το νόημά της θεωρείτε πως υπάρχει η ανάγκη δημιουργίας νέων αγίων ή μήπως παράγουμε περισσότερους αγίους απ’ όσους μπορούμε να καταναλώσουμε; 
Α.Α: Σε μιαν εποχή όπου η πίστη έχει χάσει το νόημά της, νομίζω πως το μόνο που έχει να κάνει καθείς μέσα του είναι να δει πώς πορεύεται ο ίδιος και σε τι θεό πιστεύει. Από κει και πέρα ‘άγιοι’ μιας χρήσης, ή μιας μέρας, μπορεί να υπάρχουν με τη σέσουλα· χωρίς κανένα νόημα και καμιάν αξία όμως. Όπως εσχάτως υπάρχουν και πολλοί ‘μεγάλοι’! Έχουμε γεμίσει αθλητές, τραγουδιστές, ηθοποιούς· ‘μεγάλοι’ όλοι… Γιατί όχι; Πολύ φυσικό· αφού είμαστε εμείς οι ίδιοι και το εγώ μας μόνο, οι θεοί.
Ποια είναι η σχέση σας με τα λάθη; Α.Α: Πού να ξέρω; Μού φαίνεται πως έχω κάνει αρκετές φορές τα ίδια λάθη, ξανά και ξανά· ίσως για να τα εμπεδώσω καλά. Νομίζω όμως -κι αυτό το προσπαθώ συνειδητά- πως είμαι ανοιχτός, σε κάθε κριτική, σε κάθε συζήτηση. Μού αρέσει να συζητώ έτσι· ή μάλλον μόνον έτσι μού αρέσει να συζητώ. Δεν είμαι διόλου μαζοχιστής, αλλά πιστεύω πως η επικοινωνία, για να είναι αληθινή και να έχει κάποιο νόημα, πρέπει να είναι βαθιά· κάπου εκεί: Στον πάτο τής ύπαρξης. Δηλαδή ανάμεσα σε ματαιώσεις, γύρω από τραύματα, πάνω από πληγές, κοντά σε λάθη που πονούν. Αλλιώς χάνουμε την ώρα μας, ή ψάχνουμε για άλλοθι· πράγμα που είναι ό,τι χειρότερο. Στο Γυμνάσιο, άθελά μου, είχα δημιουργήσει μία μεγάλη κόντρα με έναν θεολόγο, γιατί είχα πει ανοιχτά μέσα στην τάξη πως δεν συμφωνώ με το ‘μη κρίνετε ίνα μη κριθείτε’, μα προτιμώ το ‘κρίνετε ίνα κριθείτε’.  Το τράβηξε πολύ κι εγώ προσπάθησα άλλο τόσο για να το στηρίξω με επιχειρήματα αυτό. Κι είναι αλήθεια πως ακόμα το πιστεύω.
Είστε ένας άνθρωπος που όπως έλεγαν οι παλαιοί, «πιάνουν τα χέρια του». Η συγγραφή είναι κι αυτή ένα είδος χειρωνακτικής εργασίας;  Α.Α: Χαίρομαι πολύ που το ακούω αυτό: Ασφαλώς είναι και έτσι. Και για να μιλήσω με όρους ξυλουργικούς, που τους ξέρω κάπως καλύτερα: Ακόμα κι έν’ απλό σκαμνί, έχει τους κανόνες του. Πρέπει να είναι σωστά φτιαγμένο για να στέκει στα πόδια του και να ’ναι γερό πριν απ’ όλα· καλά συναρμολογημένο με σωστές αναλογίες. Αν είναι φτιαγμένο από καλό ξύλο, ακόμα καλύτερα. Αν το ‘χεις γυαλοχαρτίσει και δεν σε γδέρνει όταν κάθεσαι, γιατί όχι; Από σένα εξαρτάται μετά, αν θα το σκαλίσεις, πώς θα το σκαλίσεις, αν θα το λουστράρεις, με τι βερνίκι θα το βάψεις και τι χρώμα, αν θα τού βάλεις μαξιλαράκι -τι πάχος και τι ύφασμα- και πάει λέγοντας. Όλα αυτά είναι πολύ συγκεκριμένες εργασίες. Είναι ώρες, πολλές ώρες. Είναι κόπος. Πέρα απ’ το βαρύ ύφος, τις μεγάλες ιδέες και τα χρυσορόδινα σύννεφα με τις Μούσες, την έμπνευση και τα καντάρια πνεύμα· είναι πόλεμος με τις λέξεις και με τις συλλαβές. Δεν είναι λόγια τού αέρα. Και σίγουρα δεν είναι μπλα μπλα, ούτε δήθεν. Γιατί αυτό φαίνεται πολύ καλά, από μακριά · όπως ένα κακοφτιαγμένο ετοιμόρροπο σκαμνί.
Αν και είναι αρκετά νωρίς να ρωτήσω, έχετε αρχίσει να σχεδιάζετε το επόμενό σας έργο; Α.Α: Έχω στο νου μου διάφορα, αλλά δεν σχεδιάζω· δεν λειτουργώ έτσι πια

Αθήνα 30 Νοεμβρίου 2020
©Αλέξανδρος Αδαμόπουλος
alexadam48@hotmail.com
1η ανάρτηση Monocle 1.12.20

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *