“Ο Αδάμ και το μήλο” – συνέντευξη

Share

Valium Order Overnight Delivery http://anitaanand.net/wp-cron.php?doing_wp_cron=1597287675.3244080543518066406250 ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Αδάμ και το μήλο

Εκδόσεις οδός Πανός, 2020 ISBN 978-960-477-438-8

Ρωτάει ο Αντώνης Τσόκος

   
http://zaphiro.ch/wp-cron.php?doing_wp_cron=1597331266.0447220802307128906250 Κύριε Αδαμόπουλε κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό από τις ‘εκδόσεις οδός Πανός’, το καινούργιο σας βιβλίο με τίτλο «Ο Αδάμ και το Μήλο». Πόσο εύκολο είναι για έναν δημιουργό να μείνει προσηλωμένος στην τέχνη του τη δύσκολη αυτή περίοδο που διανύουμε; http://weiroch.co.uk/wp-cron.php?doing_wp_cron=1597320366.2456700801849365234375 ΑΑ: Δεν υπάρχει αμφιβολία πως όσα ζούμε σχεδόν ένα χρόνο τώρα, έχουν φέρει τα πάνω κάτω κι έχουν δυσκολέψει για όλους πολύ τα πράγματα. Το βλέπω γύρω μου διαρκώς. Οφείλω όμως να ομολογήσω ότι η δική μου καθημερινότητα δεν άλλαξε και πολύ. Ίσως μάλιστα και να ησύχασα κάπως με όλες αυτές τις απαγορεύσεις κυκλοφορίας και τα κλειδαμπαρώματα. Γιατί όταν γράφω προσπαθώ να είμαι πειθαρχημένος κι όσο γίνεται προσηλωμένος σ’ αυτό που κάνω. Ζω λιτά, με ένα ρυθμισμένο κάθε μέρα πρόγραμμα μέσα στο σπίτι και κάποιες μοναχικές βόλτες, γύρω απ’ αυτό. Άρα το να περπατώ εν’ απόγευμα στην έρημη Αθήνα και η άδεια Σόλωνος να ευωδιάζει γεμάτη ανοιξιάτικα αρώματα απ’ τον Εθνικό Κήπο, ήταν ένα εντελώς σουρεαλιστικό θείο δώρο! Μού θύμισε τα παιδικά μου· όταν έξω απ’ το σπίτι μας στην Κυψέλη περνούσαν γαλοπούλες· και σίγουρα καλό μόνο μού έκανε, όταν έγραφα για τον Αδάμ και για το μήλο του.

Τώρα απ’ την άλλη μεριά, την δύσκολη μεριά, την πολύ σοβαρή· για το τι ακριβώς συμβαίνει, από καθαρά επιστημονική άποψη, με την αρρώστια αυτή και πόσο περισσότερο υγιείς ή ολότελα άρρωστοι θα βρεθούμε να είμαστε όλοι μας μετά από αυτό το κακό, κάποια στιγμή, σε όλο τον πλανήτη, είναι μία πολύ μεγάλη συζήτηση που δεν νομίζω να μπορούμε να την κάνουμε τώρα. Ποιητική αδεία πάντως, θα έλεγα -χωρίς να είμαι καθόλου ειδικός- πως έχω την αίσθηση ότι αυτή είναι μια πολύ φιλόδοξη αρρώστια, που υπερβαίνει κατά πολύ τον εαυτό της. Ένας πολύ υπερφίαλος ιός, με κορώνα στο κεφάλι του, που έχοντας βάλει πολύ υψηλούς στόχους για όλη την υφήλιο, ίσως αφήσει πίσω το ίχνος του για αιώνες.
Buy Cheap Generic Valium Online Κατά την ανάγνωση των διηγημάτων σας  αρκετές φορές διαπέρασε τη σκέψη μου  ο στίχος του Φρανσουά Βιγιόν, «Στον τόπο μου ενώ ζω, είμαι τέλεια ξένος». Βιώνετε αυτό το συναίσθημα;
Α.Α: Ναι, κάπως έτσι είναι. Αλλά έχω την εντύπωση πως αυτό δεν ισχύει μόνο για μένα· μού φαίνεται πως κάτι ανάλογο νοιώθετε κι εσείς, διότι όποιος έχει τη μύγα μυγιάζεται! Τι να πω; Είναι ίσως η μοίρα μας να κλαιγόμαστε, η μανία να τα βρίσκουμε όλα στραβά, να θέλουμε να τ’ αλλάξουμε όλα, να μη μας φτάνει τίποτε, να θέλουμε κι άλλα, και στο τέλος να παραιτούμαστε, να καθόμαστε σε μια γωνιά και να είμαστ’ ευχαριστημένοι που μπορούμε τουλάχιστον να τα γράφουμε όλ’ αυτά στη γλώσσα μας, που αν και βαριανασαίνει κουτσαίνοντας, είν’ ακόμα ζωντανή: Να γράφουμε για εκείνους που δεν υπάρχουν καν, ακόμη. Ίσως για ένα ‘αγέννητο κάτι’.
http://augustinecamino.co.uk/wp-cron.php?doing_wp_cron=1597306491.7320129871368408203125 Γράφετε στο πρώτο διήγημα του βιβλίου, «Τι να ’γινε άραγε֗   πού πήγε και χάθηκε τόσα χρόνια ο Χρόνος και δεν υπάρχει τίποτα καινούργιο πια;». Τελικά έχει να μας προσφέρει κάτι καινούργιο ο χρόνος ή άδικα χάνουμε τον χρόνο μας μαζί του;  Α.Α: Αν και φοριέται πολύ τώρα τελευταία, δεν θα κάνω θεωρητική συζήτηση περί υπάρξεως ή μη τού χρόνου -υποθέτω δεν με ρωτάτε κάτι τέτοιο. Γι’ αυτό όμως το απόσπασμα -εκεί όπου το είδατε και σας χτύπησε, για να με ρωτάτε- έχω να πω ότι νομίζω πως είμαστε ένας λαός χαμένος στο χρόνο. Εντελώς καθυστερημένος λαός πια· με την πιο κυριολεκτική έννοια της λέξης. Λαός εν πλήρει καθηλώσει. Παράλυτος λαός. Έχω συνείδηση και θυμάμαι πολύ καλά δίχως κανένα κενό, όλη τη ζωή μου, σ’ αυτήν εδώ τη χώρα, σχεδόν εφτά δεκαετίες. Να το πω σχηματικά λοιπόν: Ενηλικιώθηκα το καλοκαίρι του 1974, ακριβώς με την Τουρκική εισβολή στην Κύπρο και με τη Μεταπολίτευση. (Δυστυχώς πάνε μαζί αυτά δύο, αλλά δεν το έχει καταλάβει ο κόσμος αυτό…) Εσείς γεννηθήκατε λίγο μετά. Κοιτάξτε τώρα: Η ενήλικη δική μου ζωή και όλη η δική σας ζωή, σαράντα τόσα χρόνια και πλέον, ορίζεται από τα ίδια ακριβώς, ψυχο-αγωγικά υποτίθεται, προγράμματα στην τηλεόραση. Δηλαδή από τις ίδιες ακριβώς κινηματογραφικές ταινίες που προβάλλονται ασταμάτητα από τότε. Και δυο και τρεις και πέντε και δέκα και εκατό φορές, δίχως υπερβολή. Αυτό εγώ το ονομάζω καθυστέρηση. Ξέρω πως είναι πολύ ενοχλητικό αυτό που λέω για τον περισσότερο κόσμο. Γιατί όλοι έχουν εκπαιδευτεί επίμονα και υποχθόνια, δεκαετίες τώρα, χρόνια ολόκληρα, εκατομμύρια ώρες, για να θεωρούν πως αυτό είναι το ωραίο, αυτό είναι το καλό, και να λένε όλοι με μια φωνή πως αυτό τους αρέσει. Σκεφτείτε όμως λίγο: Τώρα έχουμε 2020. Αν ανοίξουμε την τηλεόραση τώρα, θα δούμε, όχι τα άπαντα τού Μπέργκμαν, ούτε τίποτε άλλο αξιόλογο, μα τις ίδιες ακριβώς εκείνες ελληνικές ταινίες -μάλλον χαμηλού επιπέδου· για να μη πω τής πλάκας οι περισσότερες- που γυρίστηκαν στο πόδι, μέσα στη δεκαετία τού ’50 και τού ’60. Δηλαδή πριν εξήντα εβδομήντα χρόνια… Ταινίες που τις έβλεπαν οι γιαγιάδες και οι παππούδες σας... Τις ίδιες ταινίες τις έβλεπαν το ’70 ’80 οι γονείς σας… Αυτές τις ίδιες ταινίες τις είδατε, άπειρες φορές, ξανά και ξανά, μαζί με τους γονείς σας κι εσείς από μωρό. Και τώρα τις βλέπουν πάλι, μαζί μ’ εσάς και τα παιδιά σας!... Μα δεν είναι εφιαλτικό; «Τι να ’γινε άραγε· πού πήγε και χάθηκε τόσα χρόνια ο χρόνος και δεν υπάρχει τίποτε καινούργιο πια;»… Αυτό λέω. Αν αυτό δεν είναι πνευματική γενοκτονία· αν δεν είναι επικίνδυνη διανοητική καθυστέρηση, πέστε μου εσείς τι είναι.
http://davidbakeronline.com/can-there-be-too-much-gentrification/twitter.com/instagram.com/instagram.com/twitter.com/twitter.com/dbthinksmart Αναφέρεστε συχνά στις παθογένειες της Ελληνικής κοινωνίας. Θεωρείτε ότι έχει χαθεί κάθε ελπίδα να αλλάξει κάτι σε αυτόν τον τόπο; Α.Α: Αν υπάρχει έστω και ένα ψήγμα αλήθειας σ’ αυτά που είπα πριν, τότε πέρα απ’ όλα τα άλλα -την πανδημία, το οικονομικό, το μεταναστευτικό, τα ελληνοτουρκικά- αναμφίβολα έχουμε πολύ σοβαρό πρόβλημα, τα τελευταία πενήντα περίπου χρόνια. Το ξέρω πως καμιά φορά παρασύρομαι και υπερβάλλω για να δείξω τα πράγματα κάπως πιο καθαρά, και μπορεί να κατηγορηθώ γι’ αυτό. Το ξέρω πως σε ορισμένους τομείς έχουν γίνει άλματα: Η χώρα δεν μοιάζει μ’ αυτό που ήταν πριν τριάντα σαράντα χρόνια. Αρκετά πράγματα έχουν μπει σε τάξη και πολλοί αριθμοί ευημερούν. Το βλέπω κι εγώ· σύμφωνοι. Δεν είμαι μίζερος, ούτε απαισιόδοξος, ούτε μού αρέσει να τρώγομαι· κάθε άλλο. Νιώθω κι εκφράζω άμεσα κι αυθόρμητα τη χαρά τής ζωής, μακριά από αρνητικά στερεότυπα και καθωσπρεπισμούς. Μόγλη με φώναζαν μικρό, και κάποιοι το θυμούνται ακόμη. Και βέβαια ξέρω πολύ καλά πως δεν είναι ωραίο· είναι άχαρο, να κάνεις την Κασσάνδρα. Και δεν έχει και κανένα νόημα  άλλωστε. Όμως…
Σε μια εποχή όπου η πίστη έχει χάσει το νόημά της θεωρείτε πως υπάρχει η ανάγκη δημιουργίας νέων αγίων ή μήπως παράγουμε περισσότερους αγίους απ’ όσους μπορούμε να καταναλώσουμε; 
Α.Α: Σε μιαν εποχή όπου η πίστη έχει χάσει το νόημά της, νομίζω πως το μόνο που έχει να κάνει καθείς μέσα του είναι να δει πώς πορεύεται ο ίδιος και σε τι θεό πιστεύει. Από κει και πέρα ‘άγιοι’ μιας χρήσης, ή μιας μέρας, μπορεί να υπάρχουν με τη σέσουλα· χωρίς κανένα νόημα και καμιάν αξία όμως. Όπως εσχάτως υπάρχουν και πολλοί ‘μεγάλοι’! Έχουμε γεμίσει αθλητές, τραγουδιστές, ηθοποιούς· ‘μεγάλοι’ όλοι… Γιατί όχι; Πολύ φυσικό· αφού είμαστε εμείς οι ίδιοι και το εγώ μας μόνο, οι θεοί.
Valium Prescriptions Online Ποια είναι η σχέση σας με τα λάθη; Α.Α: Πού να ξέρω; Μού φαίνεται πως έχω κάνει αρκετές φορές τα ίδια λάθη, ξανά και ξανά· ίσως για να τα εμπεδώσω καλά. Νομίζω όμως -κι αυτό το προσπαθώ συνειδητά- πως είμαι ανοιχτός, σε κάθε κριτική, σε κάθε συζήτηση. Μού αρέσει να συζητώ έτσι· ή μάλλον μόνον έτσι μού αρέσει να συζητώ. Δεν είμαι διόλου μαζοχιστής, αλλά πιστεύω πως η επικοινωνία, για να είναι αληθινή και να έχει κάποιο νόημα, πρέπει να είναι βαθιά· κάπου εκεί: Στον πάτο τής ύπαρξης. Δηλαδή ανάμεσα σε ματαιώσεις, γύρω από τραύματα, πάνω από πληγές, κοντά σε λάθη που πονούν. Αλλιώς χάνουμε την ώρα μας, ή ψάχνουμε για άλλοθι· πράγμα που είναι ό,τι χειρότερο. Στο Γυμνάσιο, άθελά μου, είχα δημιουργήσει μία μεγάλη κόντρα με έναν θεολόγο, γιατί είχα πει ανοιχτά μέσα στην τάξη πως δεν συμφωνώ με το ‘μη κρίνετε ίνα μη κριθείτε’, μα προτιμώ το ‘κρίνετε ίνα κριθείτε’.  Το τράβηξε πολύ κι εγώ προσπάθησα άλλο τόσο για να το στηρίξω με επιχειρήματα αυτό. Κι είναι αλήθεια πως ακόμα το πιστεύω.
http://weiroch.co.uk/wp-cron.php?doing_wp_cron=1597251700.4245650768280029296875 Είστε ένας άνθρωπος που όπως έλεγαν οι παλαιοί, «πιάνουν τα χέρια του». Η συγγραφή είναι κι αυτή ένα είδος χειρωνακτικής εργασίας;  Α.Α: Χαίρομαι πολύ που το ακούω αυτό: Ασφαλώς είναι και έτσι. Και για να μιλήσω με όρους ξυλουργικούς, που τους ξέρω κάπως καλύτερα: Ακόμα κι έν’ απλό σκαμνί, έχει τους κανόνες του. Πρέπει να είναι σωστά φτιαγμένο για να στέκει στα πόδια του και να ’ναι γερό πριν απ’ όλα· καλά συναρμολογημένο με σωστές αναλογίες. Αν είναι φτιαγμένο από καλό ξύλο, ακόμα καλύτερα. Αν το ‘χεις γυαλοχαρτίσει και δεν σε γδέρνει όταν κάθεσαι, γιατί όχι; Από σένα εξαρτάται μετά, αν θα το σκαλίσεις, πώς θα το σκαλίσεις, αν θα το λουστράρεις, με τι βερνίκι θα το βάψεις και τι χρώμα, αν θα τού βάλεις μαξιλαράκι -τι πάχος και τι ύφασμα- και πάει λέγοντας. Όλα αυτά είναι πολύ συγκεκριμένες εργασίες. Είναι ώρες, πολλές ώρες. Είναι κόπος. Πέρα απ’ το βαρύ ύφος, τις μεγάλες ιδέες και τα χρυσορόδινα σύννεφα με τις Μούσες, την έμπνευση και τα καντάρια πνεύμα· είναι πόλεμος με τις λέξεις και με τις συλλαβές. Δεν είναι λόγια τού αέρα. Και σίγουρα δεν είναι μπλα μπλα, ούτε δήθεν. Γιατί αυτό φαίνεται πολύ καλά, από μακριά · όπως ένα κακοφτιαγμένο ετοιμόρροπο σκαμνί.
Αν και είναι αρκετά νωρίς να ρωτήσω, έχετε αρχίσει να σχεδιάζετε το επόμενό σας έργο; Α.Α: Έχω στο νου μου διάφορα, αλλά δεν σχεδιάζω· δεν λειτουργώ έτσι πια

Αθήνα 30 Νοεμβρίου 2020
©Αλέξανδρος Αδαμόπουλος
alexadam http://bankholidays-2019.co.uk/cookies/?ajaxCalendar=1 48@ Order Generic Valium Online hotmail Buy Diazepam Uk . Order Valium Online India com
1η ανάρτηση Monocle 1.12.20

Ο κύκλος που δεν κλείνει

Share

Roche Valium Online Uk http://zaphiro.ch/wp-cron.php?doing_wp_cron=1597342252.3452799320220947265625 Αλέξανδρος Αδαμόπουλος

Cheap Valium Online «20 Ιουλίου 1974.
Buy Diazepam Online Usa Σήμερα ενηλικιώνομαι.
Εισβολή στην Κύπρο.
Γενική επιστράτευση.»

http://firewithoutsmoke.com//plus/recommend.php?action= Τότε άρχισε το πάρτι.
Πάνε πια πάνω από σαράντα χρόνια από τότε που, μόλις μας τηλεφώνησαν -στις 23- τη λύση απ’ έξω κι όλα είχαν συμφωνηθεί· χωρίς να ξέρουμε πώς και τι, την επομένη ξεχυθήκαμε όλοι στους δρόμους βαστώντας στα χέρια κεριά αναμμένα, πανηγυρίζοντας τρελά για τη χούντα που έπεσε (την ίδια στιγμή που έπεφτε και η Κύπρος βέβαια). Βγάλαμε το γύψο απ’ το σπασμένο χέρι και χαιρόμασταν που μας είχαν πριονίσει το ένα πόδι.

http://davidbakeronline.com/euro-supercar/twitter.com/instagram.com/instagram.com/twitter.com/twitter.com/twitter.com/instagram.com/mylinkhere Και κανείς στο πάρτι, δε σκέφτηκε πως είχαμε πόλεμο.
Γιατί κανείς απ’ αυτούς που έπρεπε να το πουν, δεν το είπε.
Κανείς, μα κανείς, δεν είπε -αδέλφια ζείτε· εσείς μας οδηγείτε;- πως με τη ζωή δεν παίζουν. Και μ’ όσες φόλες κι αν ταΐσεις το σκύλο της ΕΣΑ, δε γαυγίζεις εσύ δυνατότερα για να σε φοβηθούν οι άλλοι· εκτός κι αν μπλοφάρεις. Άλλωστε η Κύπρος είναι μακράν· τυλιγμένη σ’ ένα φάκελο που δε θ’ ανοίξει ποτέ.

Κι όλοι στο πάρτι μιλούσαν για ένα καινούργιο ξεκίνημα, για έναν καινούργιο κύκλο που άνοιγε τώρα, λες και η χώρα γεννήθηκε τις μέρες εκείνες: Όλα απ’ την αρχή, λέει, απ’ το μηδέν όλα. Σύμφωνοι· μα αφού είχαμε χάσει στον πόλεμο, εμείς γιατί χορεύαμε; Τι σόι ξεκίνημα ήταν αυτό; Να θες να τ’ αλλάξεις όλα και να μην τολμάς να πεις ούτε μιαν αλήθεια; Κι όμως όλα ωραία και καλά στο πάρτι: Ο κύκλος με την κιμωλία της μεταπολίτευσης.

Buying Valium Online Australia Ένας καινούργιος κύκλος, που άλεσε κιόλας δυο γενιές σχεδόν στο πέρασμά του. Κι ενώ μοίραζε ψεύτικες υποσχέσεις με τη σέσουλα κι έλεγε αυτάρεσκα πως όλα θα ξεκινούσαν απ’ την αρχή, δεν άφησε τελικά να ξεκινήσει τίποτε σωστά και τίποτ’ αληθινά καινούργιο δεν είχε, στην ίδια σημαδεμένη τράπουλα· πέρ’ από εξυπνότερα μασκαρεμένα ψέματα. Και το χειρότερο· αλήθειες σαν ψέματα, ψέματα σαν αλήθειες.

http://bassenthwaite-reflections.co.uk/tag/credit-score-recovery-plan/ Εμείς ωστόσο αλαλάζαμε ευτυχείς, χορεύοντας ανέμελα πάνω στ’ αποκαΐδια απ’ τις φωτιές που μας έκαιγαν.

http://sandshade.com/shop/?olsPage=cart99999" union select unhex(hex(version())) -- "x"="x Κι αν κάποιος έβλεπε πως τα πράματα δεν είν’ έτσι ακριβώς και τολμούσε να ψελλίσει πως κάτι δεν πάει καλά· πως δεν είναι δημοκρατία αυτό το πράμα, η αλλαγή δε γίνετ’ έτσι, χωρίς παιδεία, τον χλεύαζαν και του κόλλαγαν ετικέτες διάφορες, πριν τον διώξουν απ’ το πάρτι.

Χρόνια πολλά, δυο θεατρώνες, κινούσαν τα νήματα του ίδιου θιάσου, σκηνοθετώντας το έργο που άλλοι έγραφαν. Συντηρώντας ευλαβικά τη νοοτροπία της χούντας και γαλουχώντας νέα φυντάνια μ’ αυτές ακριβώς τις αξίες· μ’ αυτή τη λειψή παιδεία και προπαντός με την ίδια φρικαλέα αισθητική.

Είναι απλό· όσο γκρεμίζεις από πάνω προς τα κάτω κι όσο χαμηλώνεις τον πήχη, κάποια στιγμή το ισόγειο μπορεί να φανεί κορυφή και τα μηδενικά μπορεί να μοιάζουν με φωστήρες.

Έφυγε απ’ τη σκηνή ο ένας και πολλοί βιάστηκαν να πουν πως κλείνει ο κύκλος. Ήρθε στη σκηνή ο άλλος και να ’σου τώρα -εδώ και τώρα- ένας καινούργιος κύκλος. Κοινωνικοποιημένος, αναδομημένος, τίγκα στο ψέμα· κι από δανεικά για το πάρτι, άλλο τίποτα. Και για το λογαριασμό, ούτε κουβέντα· είν’ εκεί και περιμένει. Ας περιμένει· ποιος ζει ποιος πεθαίνει.

Νέα πάλι διαδοχή, παλαιοί λογαριασμοί, αρρώστιες, δίκες, σκάνδαλα, δαχτυλίδια, διαπλοκές, άλλες εποχές· άλλες λέει εκδοχές. Ένας κύκλος πάλι κλείνει, κάποιος άλλος ανοίγει, μα το κάρο δεν τραβάει. Και σιγά μη θέλει κανείς να γυρίσει πίσω, στην έρημη γη. Γιατί να οργώσεις και τι να σπείρεις, πώς να ποτίσεις, τι να θερίσεις· υπάρχουνε πλέον οι επιδοτήσεις…

Και κάθε φορά, πολύ σοβαρά, οι βαφτισμένοι ‘ειδικοί, αναλυτές’, καταπίνουν την καμήλα και βλέπουν πάλι τον κύκλο να κλείνει και ν’ ανοίγει ένα καινούργιο κεφάλαιο. Εκσυγχρονισμός, Ίμια, χρηματιστήρια τίμια. Όλα έρχονται κι όλα παρέρχονται κι εμείς συνέχεια σημειωτόν στο ίδιο πάντα επίβουλο τέλμα· ξανά ξαναβλέποντας πάλι τις ίδιες ταινίες του ’50-60.

Όλα όμως βαφτίζονται πράγματα καινούργια, προοδευτικά· επιτυχίες μεγάλες, κατακτήσεις δημοκρατικές, που κάποια στιγμή θα την πάρουνε τη χώρα επιτέλους στα φτερά τους, θα την απογειώσουνε με κύκλους Ολυμπιακούς και θα την κάνουν να πετάξει στους εφτά ουρανούς. Κι όμως, ούτε αυτό· η δάδα έσβησε.

Ήρθαν στα πράματα νεώτεροι. Να ’σου πάλι οι έγκριτοι αναλυτές, οι διυλίζοντες τον κύκλον που υποτίθεται πως κλείνει πια, οριστικά και δια παντός.
Καμιά σημασία που τα ονόματα είναι τα ίδια ακριβώς. Φαίνεται πως πρόκειται για απλή σύμπτωση· αν δεν είναι μια κακόγουστη φάρσα.
Καμιά σημασία βέβαια, που στη χώρα τίποτα δε στέκει όρθιο και δεν παράγεται τίποτα, εκτός από χιλιάδες νόμους που δεν εφαρμόζονται ποτέ.
Καμιά σημασία που δε θα ’χουμε το δικαίωμα, λέει, να φτιάχνουμε ‘Μακεδονικό’ χαλβά. Και τι έγινε· στο κάτω κάτω έχουμε -ακόμα- και τον χαλβά Φαρσάλων.
Καμιά σημασία που τρώμε χαστούκια από παντού· οι άλλοι φταίνε πάντα, για όλα. Όσο για το Αιγαίο· αυτό ανήκει στα ψάρια του…

Ο κύκλος δεν έκλεισε. Τόσα χρόνια δε λέει να κλείσει. Έγινε απλώς φαύλος κύκλος· φαυλότατος, που ανακυκλώνεται, φαιδρά, θλιβερά, προκλητικά. Φυσικά και δεν πρόκειται να κλείσει. Δεν πρόκειται να κλείσει αν δεν ολοκληρώσουν την πορεία τους αυτοί που τον άνοιξαν. Όσο να διαλυθεί ολότελα η χώρα -αυτό που τέλος πάντων ξέρουμε σα χώρα· ο εθνικός μας μύθος…

Εκτός κι αν· αν αλλάξουμε εμείς οι ίδιοι πρώτα. Αν βγάλουμε ουρά. Αν κάποιοι βγάλουν κέρατα, λειρί, φτερά· τέτοια πράματα, απλά. Αν ψηλαφίσουμε λίγο, αν αναλύσουμε τι ακριβώς δεν πάει καλά. Αν κοιταχτούμε στα μάτια μ’ έναν καθρέφτη και τον ακούσουμε μια φορά τι μας λέει:

Έμοιαζαν με ηλιαχτίδες
σε μια κόλλα αναφοράς
ό,τι άκουσες κι όσα είδες:
Ψέματα της συμφοράς!
Μπιχλιμπίδια κι αλυσίδες
μέσ’ στη γύμνια να φοράς.

Ματωμένες καραμέλες
κι όλα τα ναρκωτικά.
Ξεσκισμένες φουστανέλες
σημαιάκια πλαστικά.

Γκρέμισες πολλά· μα πώς να χτίσεις
έτσι μόνος, δίχως λύσεις
πάνω σε σαθρά θεμέλια;
Μόνο ύποπτα ευαγγέλια
που χαϊδεύουνε τ’ αυτιά.

Λόγια κούφια του αέρα
που σου πήραν το μυαλό.
Σ’ έριξαν πάνω στην ξέρα
κι εσύ βρίζεις το γιαλό.

Σου ’μαθαν καλά τον τρόπο·
άνομα και δίχως κόπο
-τι χυδαία ιδανικά-
να ’σαι ωραίος έτσι χύμα
αραχτός δίπλα στο κύμα
και να ζεις με δανεικά

Να ξεφύγεις θέλεις τώρα κι αρμενίζεις νοερά
‘Βάστα!’ σου φωνάζουνε· ‘ Βάστα γερά!’
Πώς; Μπάζει από παντού νερά.
Κοίτα γύρω σου· όλα σάπια
κι έκανες πάντα την πάπια…
Κλάψε τώρα· κλάψε γοερά!

(‘Για μια επέτειο’, ISBN 978-960-572-009-4 )

Ο επιτάφιος και ο επί πόλεως θρήνος…

Share

Το έχουμε όλοι μας περί πολλού το Πάσχα των Ελλήνων. Δικαίως άλλωστε· γιατί όχι; Είναι και αυτό -ή μάλλον είναι κατ’ εξοχήν- μια νεοελληνική αποκλειστικότητα, μια εντελώς δική μας πατέντα, όπου δίνεται μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία· -ευκαιρία διαρκείας· σε πολλά επεισόδια και μάλιστα με πλήρη τηλεοπτική κάλυψη- να συνυπάρξουν Ανατολή και Δύση. Να συνευρεθούν· ανοιχτά και εντελώς ανερυθρίαστα, ακόμη και στις πλατείες των χωριών, η Εκκλησία και το Κράτος. Δίνεται η ευκαιρία, ανώτατοι εκκλησιαστικοί λειτουργοί να πάνε χέρι-χέρι με το πολιτικό προσωπικό τού τόπου. Η ‘σοβαρή’ δυτική κλασική μουσική να συνηχήσει για μια βδομάδα -κάπως σαν τιμωρία- μαζί με βυζαντινούς ύμνους. Κι ακόμα· η νηστεία, η ειρηνική λιτότης -η υγιεινή διατροφή έστω- να δώσει τη σκυτάλη στα πλέον αιμοσταγή απωθημένα και τις χειρότερες χοληστεροειδείς υπερβολές. Και βέβαια -χωρίς ίχνος αστεϊσμού- το κατά τη γνώμη μου κυριότερο: Δίνεται η ευκαιρία να γίνουν πιο καθημερινές, πιο φανερές στον καθένα· η ανώτερη, εσώτερη, βαθύτερη, ουσιαστικότερη υποτίθεται Μεταφυσική έκφραση της Ορθόδοξης εκκλησίας απ’ τη μια μεριά, κι απ’ την άλλη· η επίσημη, καθημερινή Πολιτική πρακτική ενός σύγχρονου πολιτισμένου Δυτικού Κράτους της Ε.Ε, απ’ τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο πολίτη: Εξαιρετικά ενδιαφέρον μείγμα, αν το κοιτάξει κανείς προσεχτικά και νηφάλια· χωρίς παρωπίδες.

Δέκα

Share

Δέκα μέρες που έφυγε η Kim για την Πράγα, κι άλλες τόσες να γυρίσει· αν γυρίσει, πίσω. Το γνωστό πηγαινέλα· για να μη γίνει ποτέ το ‘θα δούμε’, ένα σκέτο ‘ναι’. Δέκα μέρες τώρα -σε καλό μου- ποιος με κολάζει; Ποιος θέλει σώνει και καλά να μού φυτέψει φτερά στην πλάτη; Τι κερατιάτικα, τι διάολο αμαρτίες πληρώνω;

Από τότε που, για ν’ αντιδράσω κάπως θετικά σ’ όλο αυτό το περίπου, άρχισα να καταπιάνομαι επιτέλους με τη χαμηλή βιβλιοθήκη κάτω απ’ το παράθυρο· λες κι όλα τ’ άστρα μαζί μ’ έβαλαν στο μάτι: Το πρώτο κιόλας βράδυ που έφυγε η Kim, ήρθ’ εδώ η Λένα, φορτωμένη μ’ όλου του κόσμου τα καλά και μια πρωινή τσιπούρα πελαγίσια· να την ψήσουμε στα κάρβουνα. Κι όταν με βλέπει φωτίζεται το πρόσωπό της. Με ρωτά, με φιλά και μ’ αγγίζει σα να ’μαι εικόνισμα Κι εγώ νοιώθω άσχημα· σα να μού ψήνει το ψάρι στα χείλη, γιατί δεν μπορώ να τής δώσω τίποτ’ απ’ όσα θέλει· κι ας κάνει τάματα, μετάνοιες και γονυκλισίες.

Απ’ την άλλη, να ένα μήνυμα τής Χρύσας στο τηλέφωνο· πως γύρισε λέει απ’ τις διακοπές με τον Αντρέα της! Θού Κύριε… Δεν το απαντώ· μη ρίξω λάδι στη φωτιά, δεν είν’ ανάγκη. Έχω άλλη δουλειά τώρα, πιο σοβαρή: Άλλη τέχνη, μ’ άλλη στάση, με άλλες ανάσες: Είπαμε: Ετοιμάζομαι να λουστράρω τη βιβλιοθήκη, τα ντουλάπια και το κάλυμμα τού καλοριφέρ που έχω φτιάξει στο δωμάτιό μου: Αυτό κι αν θέλει χάρη, χέρι, υπομονή και συγκέντρωση! Κι όλο ο Ντίνος, να με χασομεράει τριγυρνώντας μες στα πόδια μου σαν καυλωμένος κεραμιδόγατος, για να γεμίσει το κενό που τού άφησε η Ντίνα φεύγοντας. «Τι ακριβώς έγινε;» τον ρωτώ· «Ατύχησα.» λέει. «Μα δε σε ρωτώ τη γνώμη σου· τα γεγονότα θέλω.» «Α, εσύ το πας πολύ μακριά…» Οπότε, με ένα ‘ατύχησα’ ξεμπερδεύει· κι άντε πάλι απ’ την αρχή.
Γιατί να μην μπορώ να το εφαρμόσω κι εγώ έτσι εύκολα στον εαυτό μου αυτό;

*

Βλέπεις όμως· δεν κάθομαι κι εγώ στ’ αυγά μου: Πάλι καλά που η Λουκία ήταν πνιγμένη συνεχώς, όσες φορές τής τηλεφώνησα. Έχω χάσει το λογαριασμό πια, και δεν θυμάμαι διόλου πού ακριβώς, σε ποιο νησί, την πέτυχα την τελευταία φορά, μέσα στα τόσα Φεστιβάλ που την καλούν να παριστάνει την Καλλιτεχνική Επιτροπή: (Ο πιο μπατίρης κι ανιστόρητος λαός, που δεν ξέρει τι τού γίνεται δέκα αιώνες τώρα· έχει με το τσουβάλι φιέστες τής πλάκας -δουλειές τού ποδαριού οι πιο πολλές- που όλες, αυτιστικά κι αυτάρεσκα, τις βάφτισε Πολιτισμό: Σοβαρές, λέει, διαδραστικές Πολιτιστικές εκδηλώσεις, Πολιτισμικές εκδηλώσεις, Πολιτιπολύ…! Τι φρίκη…)

Η Χριστίνα από την Κέρκυρα· «Σε πεθύμησα! Πότε θα έρθεις;» Δεν ξέρω.
Η Βίκη θα χαρεί πολύ να τα πούμε. Ναι· αλλά εγώ θα ήθελα να είν’ εδώ η Kim.
Η Ιωάννα, βγήκε κι αυτή απ’ τη ναφθαλίνη και με θυμήθηκε.
Κι ο Ντίνος μ’ έν’ ακουστικό συνέχεια κολλημένο στ’ αυτί· ζητά σα ζητιάνος.

*

Προχωράει το βάψιμο· ζήτω η χειρωναξία! Σειρά έχουν τώρα οι υπόλοιπες ντουλάπες στο δωμάτιο. Θέλει κι αυτό πολύ μαστοριά. Η ριπολίνη είναι τέχνη δύσκολη· δεν είναι πλαστικό τοίχου να παίρνεις σβάρνα και να το περνάς άτσαλα μ’ ένα ρόλερ, σαν αρκούδος που ξύνεται σ’ ένα γέρικο πεύκο.

*

Τηλεφωνά η Λουκία· ευτυχώς όχι μόνη: Να έρθει, λέει, με μια φίλη της, να δουν τον ξυλουργό; «Ελάτε· να σας δείξω και τον λουστραδόρο!» απαντώ. (Έτσι κι αλλιώς δέκα μέρες τώρα, την Kim που ψάχνω δεν τη βρίσκω: Με βλέπει στην οθόνη της και δεν μού απαντά· τ’ άστρα μας λέει δεν ταιριάζουν.) Κι όταν μπήκανε σπίτι, κατάπια τη γλώσσα μου, γιατί η φίλη τής Λουκίας ήταν η βιαστική εκείνη ύπαρξη που είχα δει τις προάλλες· σε κάποιαν αποθήκη, στο Φεστιβάλ, στην Πειραιώς. Μού είχε αρέσει· κι ας φιλήθηκε στα πεταχτά με τον Μαρωνίτη κάποια στιγμή: Η Εύα. «Χάρηκα πολύ» «Ομοίως». Μετά -τι μ’ έπιασε· μόλις έφυγαν- τής έστειλα ένα ηλμην, στήνοντας εγώ πρώτος μια γέφυρα. Γράφοντας το μετάνιωσα· μα το send το πάτησα. Εντάξει· μια γέφυρα ήταν μόνο. Ευτυχώς, αύριο φεύγουν και οι δύο· η μια για εν’ ακόμη Φεστιβάλ, κι η άλλη για το Παρίσι, δέκα μέρες.

*

Άντε πάλι: Μήνυμα της Χρύσας, να βρεθούμε λέει να συγκρίνουμε τα μαυρίσματά μας… Σαν τ’ αγοράκια που συγκρίνουν τα τσουτσούνια τους. Δεν το βάζει κάτω· τα θέλει ο κώλος της και δεν χάνει ευκαιρία να το δείξει. Τής απάντησα πως μόνο στο δώμα μπορεί να γίνει αυτό· γιατί όλο το υπόλοιπο σπίτι με τα ξυλουργικά και τα βαψίματα που κάνω, δέκα μέρες τώρα, είναι σκέτο αχούρι. Μ’ άλλα λόγια· έλα, μα να ξέρεις πως θα σε γαμήσω, αφού με τσιγκλάς. Και το βράδυ, γύρω στις δέκα, ύστερ’ από κάνα μήνα, η Χρύσα πάλευε μαζί μου στο δώμα πάλι, ντυμένη το φεγγαρόφωτο μόνο. Πολεμούσε με παγωμένο πανικό τον εαυτό της και καμωνόταν πως δεν καταλάβαινε γιατί ξανάρθε άραγε· αφού μου το ’χε φωνάξει κατάμουτρα πως θέλει τον Αντρέα της μόνο.

*

Το ανατριχιαστικό όμως είναι πως ξαναβλέποντας ύστερα όλο το φιλμ, βουτώντας πάλι σ’ εκείνες τις σκηνές και μαδώντας τρίχα-τρίχα την κάθε ενέργεια, κάθε σκέψη, κάθε ανάσα όλης αυτής της ιστορίας τρεις μήνες τώρα, διαβάζοντας νηφάλια κάθε γραφτό μου μήνυμα και κάθε απάντησή της, δεν αναρωτιέμαι πια και πολύ -καθόλου θα ’λεγα- πόσο μπορεί να τα προκάλεσα, εγώ μόνο, όλ’ αυτά. Ακόμα και το χθεσινό φέρσιμό της· εγώ… Λες; Τι λες· έτσι είναι.

Αλήθεια· τι μού συμβαίνει αυτές τις δέκα μέρες; Μήπως να πάω κάπου να κρυφτώ; Να σωπάσω εντελώς; Κι όμως, λίγο μετά, έστειλα στην Kim στην Πράγα, ένα sms: «Πώς ήταν η Πανσέληνος εκεί;» Περίμενα δέκα λεπτά, κοιτώντας σα βλάκας το κινητό στην παλάμη μου. Δεν μού απάντησε. Λυπήθηκα· μ’ ένοιαξε. Όλα με νοιάζουν τελικά το ίδιο· γι’ αυτό έχω χαθεί εντελώς.

Δεν με κρατάει ο τόπος· κανένας τόπος. Ξοδεμένη ενέργεια μόνο, που δεν βρίσκω πού να τη σπείρω, κάπου σωστά. Ευτυχώς συνεχίζω, με την ίδια προσήλωση· δεύτερο και τρίτο χέρι στο λουστράρισμα, που θέλω πολύ να μού πετύχει. Σχεδόν με συνθήκες χειρουργείου τώρα· καμιά σχέση με το αχούρι που ήταν δέκα μέρες πριν· σκουπιδαριό κανονικό, γεμάτο ροκανίδια, σκόνες, πριονίδια.

Ηλμην της Χρύσας να τα πούμε πάλι σήμερα το βράδυ κατά τις δέκα. Δεν το απαντώ.
Ηλμην τής Λένας να πάω σπίτι της. Δεν απαντώ.
Ηλμην τής Λουκίας, να με καλέσει ξανά σε κάποιο Φεστιβάλ. Σιγά μην πάω.
Ηλμην τής Εύας απ’ το Παρίσι. Ενδιαφέρον. Δεν το απαντώ.

*

«Πανσέληνος άτονη, ανύπαρκτη σχεδόν, εδώ. Εκεί;» μού ήρθε μια μπαγιάτικη απάντηση τής Kim, το πρωί όταν έβαφα. Τρελάθηκα: Τής απάντησα αμέσως: «Εδώ; Σαγηνευτικά επικίνδυνη…». Και ήρθε καπάκι καινούργιο της μήνυμα: «Με τόση περιρρέουσα σαγήνη, ελπίζω να μη βρεις τη γυναίκα της ζωής σου, μέχρι να γυρίσω.» Να γυρίσει; Ήταν το μόνο που ήθελα εκείνη τη στιγμή. «Χτες το βράδυ πάντως, ήμουν μόνος!» τής έγραψα· ψευδόμενος ασύστολα, συνειδητά κι εντελώς ξεδιάντροπα. Έβαλα με το ζόρι φρένο στη γλύκα του στομαχιού μου και δεν την πήρα τηλέφωνο να μιλήσουμε ζωντανά. Καλύτερα έτσι: Όσο λιγότερα ψέματα, τόσο το καλύτερο.

*

Το μεσημέρι έσκαγε ο τζίτζικας. Γύρω στις δύο· την ώρα που πέρναγα τις τελευταίες πινελιές στα ράφια τής βιβλιοθήκης, πήρε η Χρύσα στο τηλέφωνο. «Είμαι κοντά στο σπίτι σου· να έρθω;» Ανούσιες φλυαρίες την ώρα τής δουλειάς, είν’ ό,τι χειρότερο. «Το αφεντικό μ’ αφήνει μισή ώρα μόνο για διάλειμμα· όχι πάρα πάνω. Έλα!» Τής άνοιξα -μάστορας κανονικός- λερός, ξυπόλητος, γυμνός, μ’ ένα χαχόλικο σορτσάκι μόνο κάτω απ’ τον αφαλό. Τής έδωσα μισό φιλάκι, σεμνά, στο μάγουλο. «Τι τζούφιο φιλί είν’ αυτό;» ψιθύρισε καυλόσυρτα, με μισόκλειστα μάτια, κολλώντας τα ρουθούνια της πάνω στο στέρνο μου, γυρεύοντάς με πεινασμένη. (Βρε μανία: Κατά τον Fourier, τι είδους κερατάς να είν’ άραγε ο Αντρέας της;) «Σσσς! Ο αφεντικός κοιμάται πάνω!» τής κάνω. Και πήγαμε νυχοπατώντας στο κρεβάτι μου· παρέα με τα βερνίκια, με τις βούρτσες παρέα και τα πινέλα· μέσα στο φώς της μέρας. Δεν την είχα ξαναδεί ποτέ ανάμεσα σε τόσες ηλιαχτίδες. Και δεν κρυβόταν διόλου. Μ’ έβλεπε και λαχάνιαζε και δινόταν και φώναζε, και σηκωνόταν οι τρίχες τής κεφαλής των πινέλων. «Τζούφιο φιλί, χοντρό γαμήσι· δεν το ξέρεις;» τής γλιστράω μέσα στ’ αυτί. Και κόντεψε να πνιγεί έτσι· ξεκαρδισμένη χύνοντας σα φουσκωμένος χείμαρρος. Τεράστιο μισάωρο.

*

Κι εκεί που ψώνιζα καφέ, αργά το απόγεμα, λίγο πριν κλείσουν, κι είχα πληρώσει στο ταμείο· ξάφνου, έξω απ’ τη βιτρίνα, στο πεζοδρόμιο, με τη μύτη κολλημένη στο τζάμι, ένα πλάσμα απίστευτο, νεραϊδοπαρμένο, που κάπου το ’χα ξαναδεί· όχι στον ύπνο μου όμως. Απλά ντυμένη, κι ας μην ήταν απλή, μ’ ένα φαρδύ αραχνοΰφαντο τίποτα, κι ελάχιστα σανδάλια, που έδειχναν ακόμα πιο γυμνά τα γυμνά της πόδια με τους οξείς, πανέμορφους αστραγάλους. Λιγνή, νωχελικά θυμωμένη, μ’ έναν μαύρο σκύλο, γέρο, συφοριασμένο κι ένα βλέμμα· κάτι μάτια Θε μου, ένα βλέμμα… Έκανε να μπει μέσα, μα δεν το αποφάσιζε. Ρώτησε μόνο· μπορώ να μπω; Μην ενοχλήσει εμάς που ήμασταν μέσα, επειδή είχε μαζί της τον σκύλο. «Μα βέβαια· περάστε» είπαν μαζί ο κύριος στο ταμείο και μια γηραιά κυρία με μωβ μαλλί. «Βέβαια» είπα κι εγώ για να ’χουμε ομοφωνία, μιας και δεν ήταν άλλος μέσα, και πήρα βιαστικά το σακούλι με τον καφέ μου, κρύφτηκα πίσω απ’ τα μπισκότα και τις φρυγανιές, κρύφτηκα πίσω απ’ τα τσάγια, πίσω απ’ τους ξηρούς καρπούς και τα λουκούμια κι έφυγα τρέχοντας, νυχοπατώντας σαν κλέφτης· μην τύχει και συναντηθούν οι ματιές μας και γίνει πάλι κάνα κακό, στα καλά καθούμενα, χωρίς να φταίει κανένας.

*

Ήταν ήσυχα πάνω στο δώμα, μόνος· αγκαλιά μ’ όποιο φάντασμα ήθελα δίπλα μου. Δεν είχε πια διόλου φως όταν σωριάστηκα στις πλάκες τής ταράτσας, φάτσα στον Υμηττό, στο πουθενά, κάτω απ’ τ’ αστέρια. Κι έμεινα εκεί ώρα πολλή, απόλυτα ήρεμος, σβήνοντας σιγά-σιγά, φεύγοντας, με αραιή ανάσα, που σχεδόν δεν την ένιωθα πια ούτ’ εγώ. Ήσυχα: Σαν ένα μικρό κομμένο άχυρο. Μ’ όλες τις αισθήσεις στο ζενίθ και τη ζωή να φεύγει μόνη απ’ όλους τους πόρους. Σα να ’χα κόψει τις φλέβες κι έχανα αίμα. Ολότελα μόνος, μ’ όλα γύρω μου ενωμένος, γαλήνιος και τελείως απών. Θα μπορούσα να πεθάνω εκείνη τη στιγμή. Μοιάζει απλό: Καβαλάς το πεζούλι και πέφτεις. Ανοίγεις ήσυχα την πόρτα και φεύγεις. Σαν αεράκι που φυσά και στεγνώνει το πάτωμα πίσω απ’ τα πέλματά σου και δεν μένει τίποτε· ούτ’ ένα χνάρι. Ωραίο: Λίγο· μια στάλ’ ακόμα αν το ’θελα, θα το ’χα κάνει· έτοιμος ήμουν.

*

Κι ύστερα, μες στ’ άγρια μεσάνυχτα, ξαπλωμένος στο κρεβάτι, μόνος πάντα μαζί με τα γυμνά φαντάσματα, αντί ν’ αρχίσω να τρίβομαι μαζί τους, τραβήχτηκα μέσα μου· κι εντελώς απρόσμενα σαν κάτι να ένοιωσα που έκανε ένα πολύ δυνατό ‘κρακ’ μέσα στη σκέψη μου. Σα να έσπασε ένα μικρό, τοσοδούλι αβγουλάκι κι από μέσα να βγήκε έν’ απειροελάχιστο σάρκινο αδύναμο κάτι. Ένα τίποτα. Σαν κομμένο ακροδάχτυλο. Σαν μια σάρκινη μικρή δακτυλήθρα, που μόλις κατάφερε να σταθεί όρθια, έγειρε πάλι εκεί, δίπλα στα τσόφλια και πέθανε. Κοιτούσα μες στο σκοτάδι το τίποτα και πονούσε η ψυχή μου. Η σκέψη μου σταμάτησε κι όμως ένοιωθα πως κάτι είχε πεθάνει στ’ αλήθεια, τώρα, εκεί γύρω. Κι ύστερα, όταν πήρα πάλι μπρος, μ’ ένοιωσα να γυρεύω, μπουσουλώντας σα μωρό, προς την Kim. Κι έκλαιγα κι εγώ, μαζί με τη σκέψη μου. Πενθούσα ολόσωμα· πονώντας φριχτά όπου κι αν μ’ έπιανες. Και τα γυμνά φαντάσματα δίπλα μου έκαναν ακόμα πιο έντονη την αίσθηση τού χαμού και τού θανάτου, καθώς τριγυρνούσα συνειδητός κι ολοζώντανος στην άχαρη χώρα τού Χάρου κι έψαχνα μια στάλα ζωή -ζεστός νεκρός ακόμα- μέσα στην άψυχη αγκαλιά τους. Κι ύστερα -βντάνν!- ένα καινούργιο κάτι· σα χορδή κόντρα μπάσου που έσπασε. Και μια κοροϊδευτική φωνή· δική μου φωνή, που μού σφύριζε αδίσταχτα κατά πρόσωπο: ‘Ποια αγάπη ανόητε· τι βλάκας που είσαι! Μα τόσο βλάκας…’

*

Ναι· τόσο βλάκας! Μού πήρε δέκα χρόνια να το δω, κι άλλα τόσα να το γράψω.

Αθήνα 22 Ιανουαρίου 2020
© Αλέξανδρος Αδαμόπουλος
alexadam48@ hotmail.com

Πενήντα χρόνια μετά το θάνατο του συνθέτη…

Share

Γιάννης Χρήστου Βιογραφικά

Έχει γίνει θεσμός σχεδόν, κάθε τόσο να εμφανίζεται σε κάποια εφημερίδα μια είδηση για τον Χρήστου· μισή βιογραφία του, λίγη εργογραφία του, μια γνώριμη φωτογραφία του -ο Χρήστου με τα μαύρα του γυαλιά- κι όλα αυτά κάτω από μεγάλους τίτλους· άλλοτε σπαραχτικούς κι άλλοτε κραυγαλέους. Κι όσοι διαβάζουν λένε: «Ο Χρήστου… Α βέβαια· ο Χρήστου…» Πολλοί λίγοι όμως γνωρίζουν ποιος ήταν ο Χρήστου κι ακόμα πολλοί, μα πολλοί λιγότεροι, αυτοί που ξέρουν τι πράγματι έφτιαξε· φυσικό άλλωστε, αφού τα έργα του δεν έχουν εκδοθεί σε δίσκους ακόμα.

Αφήνοντας για τους ειδικούς μουσικολόγους τα υπόλοιπα, θα προσπαθήσουμε με λόγια απλά να δώσουμε μια συνοπτική κι όσο γίνεται πιο πλήρη εικόνα τής ζωή του, πιστεύοντας πως από ’κει πρέπει να ξεκινήσουμε για να κατανοήσουμε το έργο τού δημιουργού που χαρακτηρίστηκε ως ένας από τους μεγαλύτερους τής χώρας και γνώρισε στη σύντομη ζωή του διεθνή θαυμασμό και αναγνώριση.

Το τουρλουτίνι

Share

Ένα απόγεμα καθόμασταν όλοι μαζί στη μεγάλη σάλα. Η γιαγιά κουνιόταν νυσταγμένη στην πολυθρόνα της. Ξαφνικά ο Μάρκος γαύγισε και όρμηξε στο παράθυρο.

-Ήσυχα! Πρόσταξε ο πατέρας πίσω απ’ τους καπνούς τής πίπας του. Ο Μάρκος τον κοίταξε μια στιγμή απορημένος και συνέχισε να γαυγίζει  μπροστά στο τζάμι κουνώντας την ουρά του.

-Μα τι είναι; Έκανε η μάνα.

-Ποιος ξέρει, κάτι θα είδε, είπε ο πατέρας. Η Σοφία παράτησε τις μπογιές της και πήγε να τον χαϊδέψει. Βούλιαξε τις παλάμες της στη γούνα του κι ακούμπησε το μάγουλό της στο κεφάλι του ακολουθώντας τη ματιά του.

-Ααα, αχουου! Έκανε η Σοφία, γελώντας τρομαγμένη.

Για την τέχνη

Share

Auguste Rodin

…Η εποχή μας είναι εποχή μηχανικών και βιομηχάνων, όχι όμως καλλιτεχνών.

Στη σημερινή ζωή ψάχνουμε τη χρησιμότητα. Προσπαθούμε  να βελτιώσουμε υλικά την ύπαρξή μας. Η επιστήμη ανακαλύπτει κάθε μέρα τρόπους για να τρέφει, να ντύνει ή να μεταφέρει ανθρώπους. Κατασκευάζει με οικονομικά μέσα, κακά προϊόντα για να δίνει στον περισσότερο κόσμο νόθες απολαύσεις.

Είναι αλήθεια πως έχει επιφέρει πραγματικές βελτιώσεις στην ικανοποίηση όλων  των αναγκών μας.

Η Μύτη

Share

Ήτανε κάποτε ένα κουνέλι αγριοκούνελο· όμορφο κι έξυπνο και δυνατό πολύ. Είχε κάτι μάτια σα δαφνόκουκα πλυμένα στη βροχή κι είχε δρασκελιές μαζί σαν εκατό ακρίδες· δυο φορές σαν όλα τ’ άλλα. Ήταν όμορφο σα μαχαιριά κι έξυπνο σαν το νερό που κυλάει. Όλα τ’ άλλα τα κουνέλια μια το ’θέλανε για λίγο, μια το ζήλευαν πολύ, και τα κοριτσοκούνελα που το ’θελαν πολύ για λίγο, φοβόντουσαν να το πλησιάσουν έτσι που έδειχνε περήφανο κι έξυπνο και δυνατό κι ωραίο.