H Monique

Share

http://bassenthwaite-reflections.co.uk/viagra-international-shipping-order «Όχι». Ένα ξερό όχι. Πώς όχι; Δεν μπορεί· δεν θα κατάλαβε: Μια βδομάδα τώρα, τού εξηγούσε τού πατέρα του για μια τεράστια επενδυτική ευκαιρία, στο κέντρο της Λωζάννης, με αστείους όρους -πληρωτέα με λίρες Αιγύπτου, στο Κάιρο· αν είναι δυνατόν!- κι ο γέρος απ’ το γραφείο του τηλεγραφεί «Όχι». Ξαναστέλνει μήνυμα: «Όχι» πάλι. Στέλνει αμέσως κι άλλο: «Γιατί;» «Διότι θα λησμονήσεις την φιλτάτην Σάμον»… Ε άει σιχτίρ! Όχι ρε γαμώ το! Εδώ θα μπορούσε να χτίσει, μέσα στην Avenue d’ Ouchy, ολόκληρη πολυκατοικία με το τίποτα, κι ο άλλος να τού λέει αρλούμπες. Ε όχι! Πολύ φουρκίστηκε. Πήγε αμέσως να κλείσει εισιτήριο, να κατέβει αύριο κιόλας στην Αλεξάνδρεια, μα τον σταμάτησε η μάνα του: «Αφού τον ξέρεις τον πατέρα σου· αν τού κολλήσει μια ιδέα, πάει τέλειωσε, αυτό είναι».

Η κούκλα

Share

Οι οδηγίες τού Πλοιάρχου ήταν σαφείς: Μέσα σε τρεις μήνες· το αργότερο αρχές Δεκεμβρίου, έπρεπε να ’χει τελειώσει ο έλεγχος στο Τμήμα Νοσηλίων: Κανένα ρέστο και μηδενική ανοχή πάνω σ’ αυτό. Η θέση χήρευε κάνα χρόνο και τώρα· μόλις ανέλαβα, έπρεπε να βγάλω εγώ το φίδι απ’ την τρύπα και σε τρεις μήνες να ελέγξουμε δαπάνες νοσηλίων δεκατριών μηνών. Βέβαια, η μετάθεσή μου εκεί, ήταν πολύ καλή γιατί είχα αποφύγει να πάω σε κάποιο πλοίο, και με είχαν στείλει κατ’ ευθείαν στο Αρχηγείο, όπου υποτίθεται θα πέρναγα καλά, όλη την υπόλοιπη θητεία μου ως Επίκουρος Σημαιοφόρος: Προϊστάμενος λέει στο Τμήμα Ελέγχου Νοσηλίων. Μαζί με την παλιά καραβάνα την κυρία Βασιλείου, λίγο πριν βγει στη σύνταξη, τον Χρίστο τον ναύτη, που όμως δε μέτραγε· αφού δεν έκανε δουλειά γραφείου, μα ουσιαστικά ήταν ορντινάντσα του Πλοιάρχου, και την αφελή νεαρή Ελένη· νιόπαντρη μαμά μιας τρίχρονης κόρης, που έπρεπε ντε και καλά να μαθαίνουμε όλοι τι σκανταλιά έκανε και τι καινούργιο είπε χθες.

Οι καινούργιοι άγιοι

Share

(Από τη συλλογή ‘Ψέματα πάλι’
εκδόσεις ΑΓΡΑ, ISBN 960-325-307-3)

Where Can I Buy Real Valium Όταν ξεχάστηκαν πια οι παλιοί σκυθρωποί άγιοι που γιορταζόταν άλλοτε καθένας κάθε μέρα και οι άνθρωποι δεν είχανε πια γιορτές και δεν υπήρχαν άγιοι μα χρειαζόντανε γιορτές· σκέφτηκαν, οι σοφοί τού ‘Οργανισμού για τα δικαιώματα της ζωής’, να βρούνε καινούργιους άγιους για να υπάρχουνε γιορτές.

Buy 1000 Valium Online Και κάποιος έριξε την ιδέα να γιορτάζουνε τους εαυτούς τους. «Ωραία ιδέα, μα δεν θα μας πιάνει όλους.» είπε ένας. «Καλύτερα γενικά.» είπε ένας άλλος. «Ναι, γενικά.» συμπλήρωσαν άλλοι δυο. «Ναι, ναι γενικά κι αφηρημένα.» είπαν και συμφώνησαν όλοι.

«Πέπη, κουμπώσου!»

Share

http://blog.leedsforlearning.co.uk/wp-cron.php?doing_wp_cron=1597240015.0512099266052246093750 Ο θείος Κωνσταντίνος απ’ το 1930 κάτι, ήτανε, λέει, παντρεμένος, γιατί ‘Δεν γινόταν αλλιώς’… Σε έναν μάλλον δυστυχισμένο γάμο· με τη Θεία Πέπη. Ούτε λόγος βέβαια για διαζύγιο εκείνα τα χρόνια. Δεν είχαν παιδιά. Ζούσαν και δεν ζούσαν μαζί. Πάντως όταν γεννήθηκα εγώ, τότε με τους σεισμούς τού Ιονίου, ο θείος ήταν ήδη Υπουργός και για 4-5 χρόνια έμενε μόνος του, στο σπίτι μας στην Αθήνα. Μετά, ζούσαν μαζί πάλι. Μία πολύ παράξενη σχέση δηλαδή, που ίσως και να φανέρωνε μια κρυφήν αγάπη.

Επενδύσεις…

Share

Αλέξανδρος Αδαμόπουλος

Buy Diazepam Ampoules Οι τηλεφωνικές οχλήσεις τού εξάδελφου Θάνου, παραδόξως, είχαν πυκνώσει πολύ τώρα τελευταία. Χθες μόλις, βρέθηκε επιτέλους κι ο νεαρός υπομηχανικός, που συμφώνησε να πάμε να τού δείξω το χτήμα στη Λυγιά, για να μού κάνει ένα τοπογραφικό, να το ’χω, μπας και φανεί κάποιος επενδυτής και θέλει ν’ αγοράσει· ποτέ δεν ξέρεις. Σήμερα η μέρα ήταν πολύ καλή. Οπότε πρωί-πρωί ξεκίνησα κι εγώ να πάω στο πατρικό μου στο Δερβένι, που είχα να τού μιλήσω απ’ τα τέλη τού  Νοέμβρη, όταν βρεθήκαμε εκεί, μ’ έναν Λιβανέζο: Μεσίτης λέει· λήσταρχος, δολοφόνος κανονικός, που γυρίζει εδώ κι εκεί, ψάχνοντας θύματα, στοχεύει, κι αγοράζει μπιρ παρά. 

http://augustinecamino.co.uk/wp-cron.php?doing_wp_cron=1597293270.4748840332031250000000 Έφτασα γύρω στις εννιά το πρωί. Πανέμορφη μέρα, πλημμυρισμένη μέσα στο φως τού ήλιου. Νέκρα όμως στο χωριό. Απόλυτη ερημία, εκεί που άλλοτε έσφυζε από ζωή τέτοιαν ώρα. Πόρτες και παράθυρα παντού κλειστά. Σιωπή. Ακινησία. Ούτε μαθητές στον δρόμο, ούτ’ ένα τίποτε απλωμένο στα μπαλκόνια, να πάρει μια στάλα ήλιο.  Στα σκοτεινά, σαν σκιές εδώ κι εκεί, σιωπηλά, σαν τα ποντίκια, σαν κατσαρίδες πίσω απ’ το πάγκο τους, κάποιοι μαγαζάτορες κοιτούν απ’ το βάθος, παραπονιάρικα, τον έρημο δρόμο έξω.

Ο Θάνος, εντελώς ημίπληκτος, πολύ γερασμένος, αφού φρέναρα σχεδόν πάνω του, τη στιγμήν ακριβώς που ξεπρόβαλε τρεκλίζοντας πάνω στο μπαστούνι του, απ’ τη γωνιά τού σπιτιού του -δίπλα στο δικό μου- και τού κόρναρα κιόλας χαιρετώντας τον, αναβοσβήνοντας ακόμη και τα φώτα για να τον βγάλω απ’ τον λήθαργό του, κρίθηκε να με αναγνωρίσει. Σα να ’μουν κάποιος ολότελα άγνωστος.