ΥΦΑΙΝΟΝΤΑΣ ΕΝΑ ΛΑΒΑΡΟ ΑΓΩΝΑ

Share

Πόσο καιρό κρατάει η επώαση

http://blogs.keshokenya.org/wp-cron.php?doing_wp_cron=1597477687.5884299278259277343750 όταν οι κάμποι δεν θέλουν άλλο στάρι για την πείνα του γεωργού

http://firewithoutsmoke.com//index.php?c=api ούτε μαστίγιο για δούλο που είναι κύριος της ιστορίας του

Τα χαμηλά σπίτια στεγάζουν μόνο χαμηλές ζωές

http://bassenthwaite-reflections.co.uk/author/admin Αλλά ψηλώνει ο ήλιος

Ordering Valium Online Australia λιώνει σαν το ξερόχορτο αυτό που πρέπει να χαθεί

Buy Diazepam 5 Mg Από κάστρο γκρεμισμένο πηδάει επαναστατημένος λόγος

Buy Cheap Bulk Diazepam βγαίνει και γλώσσα  της διχόνοιας

Www Buy Diazepam Online Org Τινάζεται σακατεμένο σώμα

ένα σπαθί από κόκαλα βασανισμένων

http://anitaanand.net/wp-cron.php?doing_wp_cron=1597259286.1312549114227294921875 κι άλλο ένα που στήνεται φρουρός

πλάι σε  θρόνο και αξιώματα

Generic Valium Online Uk Κι  όταν χιμάει η φωτιά από μπουρλότο

σμίγει με λίβα που κατακαίει την αντρειωμένη του ύμνου

΄Ομως δεν παύει  το ποδοβολητό ξεσηκωμένων

φουρτούνα η  στεριά

σοδειά το κύμα

και σωριασμένοι

με ελληνικό  και με φιλέλληνο  το χέρι  καίγονται οι αιώνες

Αρκεί που φλέγεται πνίγεται ο ραγιάς

στις αναθυμιάσεις που ρουφάει το σκυμμένο του κεφάλι

Καιρός  φωνάζει η σημαία να ξεδιπλώσει μία δόξα

η μνήμη να ανασύρει από τον εγκλεισμό της λέξεις

Πληρώθηκε πλέον μίας ήττας ο βαρύς ο φόρος

με τα παιδιά που δεν έγιναν ΄Ελληνες

τις γυναίκες που φορέσαν    γιαταγάνι  την τιμή

τους άντρες που γεννήσανε εκ προοιμίου σκλάβους

και τους βαφτίσανε   με  ρούχα του  νεκρού

Στα  λάβαρα που  χρωματίζουν  ύμνους

ο πόθος να μιλάει πρέπει με την αγάπη

να στέκεται ολόρθος απέναντι σε  έριδα και εχθρό

Σε κόκκινα κιλίμια ας  ξαπλώνει η μάνα τα παιδιά

να συνηθίζουν από τη μια τη νέα μοίρα

από την άλλη έναν  έρωτα πατρίδας

καθώς περνάει χειροπόδαρα δεμένος

σε άρμα που δεν ξέρει από δρόμο γυρισμού

Οι νύχτες  με   φεγγάρι στέμμα

ρίχνουν βροχή τα χρόνια

να ξεπλυθούν τα ερείπια κι η μαύρη ράχη

να βλέπει  να ζυγώνει θαρρετά το μέλλον

σε  μια Ελλάδα  που παθαίνει και μαθαίνει

Μέσα από σταύρωση και έγερση

φοράει λίγο λίγο στο κορμί της

θάλασσα γη και ουρανό

Buy Diazepam Online Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου

ΠΕΣ ΜΟΥ

Share

Πες μου πως άνοιξε ο χρόνος μια σχισμή
Πες μου πως χάθηκε η κακιά στιγμή
Πως δεν υπάρχει τόση μνήμη να πονάει

Πες μου ακόμα πως γαλάζιος ουρανός
Και πάλι στέκει από πάνω γελαστός
Και σκύβει λεύτερος, γλυκά και μας φιλάει

Κι όλα πως γίνονται ξανά σαν δυο παιδιά
Που παίζουν λεύτερα στου ήλιου τη θωριά

Πες μου ακόμα πως τελειώνουν τα σκοτάδια
Πως δεν θα έρχονται με καημούς τα βράδια
Γύρισε πες ο αγνοούμενος καιρός μας

Και βάλε πάλι το δικό του πιάτο στο τραπέζι
Και η ζωή σαν το ραδιόφωνο να παίζει
Γύρισε πες ο πρωτινός παράδεισός μας

Κι όλα πως γίνονται ξανά σαν δυο παιδιά
Που παίζουν λεύτερα στου ήλιου τη θωριά

Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου

Ο ύπνος του δικαίου

Share

Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου

μπήκα, λοιπόν, απ΄το παράθυρο
έκανα να πηδήξω πάνω στο τραπέζι
εκεί που το μούχρωμα θα έριχνε στροφές
θα γλένταγε με την ψυχή μου
αν έτσι κοιμούνται οι συνειδήσεις
τόσα λασπόνερα έχυσε στη μέρα
στόχος υπό κάλυψη να πνιγούν
τα κεφάλια όσων δεν έσκυβαν
από μια σπάνια πάθηση του νου
τρύπωνα λοιπόν επιμελώς ευθυτενής
ορκισμένος κλέφτης ευκαιρίας
μα εκεί που τα πόδια μου πατούσανε γερά
σε επικείμενη γιορτή
-άρτον και θεάματα θέλει κι ο θάνατος
μικρός ή μεγάλος –
μια φωνή με τράβηξε άγρια απ΄τη μέση
λίγο ακόμα και θα γονάτιζα
θα τσάκιζα όλες τις εύθραυστες εν τέλει προσδοκίες
η φωνή μού έσπασε επιλεκτικά τον τσαμπουκά
παράνομα, είπε, δεν πρέπει να τρυπώνει κανείς στην ευτυχία
δεν πιάνεται στον ύπνο
υπάρχουν πάντα κάμερες
διενεργούνται όλοι οι έλεγχοι
στου φεγγαριού τη χάση
στην αθέατη όψη της συνήθειας
στα απαλλοτριωμένα άστρα
αργά ή γρήγορα η σκοτεινή εξαίρεσή σου
περνάει απ΄τους κανόνες

όπως έστρωσαν
μπορείς να κοιμηθείς;

Buy Diazepam Online Legally Uk Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου
Ποιητική συλλογή REM
Eκδόσεις Μανδραγόρας
Αθήνα 2019

No Comment

Share

Οι σπαραγμοί φιλάνε την οθόνη
Παρελαύνουν θάνατοι
Χαιρετάμε στρατιωτικά

No comment

Τα μάτια λευκά σεντόνια
Έτοιμα να τυλίξουν Μεσσίες και νεκρούς
Ένα παιδί γυμνό
Γυρεύει χώρα να ντυθεί

Νο comment

Οδύρεται μια πυρκαγιά
Καίγονται δρόμοι
Αχνίζουν χωρισμούς
No comment

Aκουμπάς ένα κεφάλι στα χέρια μου
Σκέψου μου λες
Ακουμπάς και μια καρδιά
Νιώσε μου λες
Μην είσαι άγαλμα
Κρύο το μάρμαρο
Όμως το βλέμμα σπίρτο
Ανάβει τη φωνή
Ψηλάφισε αυτό που όλο φεύγει
Βρες τον διακόπτη
Φωταγώγησέ μας

Μας βλέπεις έξω από την οθόνη;
Μπορείς τώρα να μιλήσεις

Valium Bula Anvisa Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου (2020)
ανέκδοτο

Μια θάλασσα ίδια με θύμηση

Share

Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου

Κάθεται αγνάντια στη θάλασσα.  Και αφουγκράζεται τον ερχομό της ως τις άκρες των ποδιών του. ΄Ετσι όπως τότε που ήτανε παιδί και βούλιαζε στο χρυσό όνειρο της Αμμοχώστου. Τότε μιλούσε με τη θάλασσα μια άλλη γλώσσα,  παιδική. Της έλεγε για τα όνειρά του κι εκείνη άκουγε ήρεμη σαν λάδι τα φτερουγίσματα των λόγων του. Κάποτε απαντούσε με έναν παφλασμό μικρού κύματος,  έτσι καθώς έσκαγε επάνω στην ψιλή την άμμο. Και τότε του φαινόταν πως το αποτύπωμά του έγραφε  λέξεις σαν πανιά , έτοιμα να τον ταξιδέψουν σε όσα ονειρευόταν. Μετά, λες και γύρευε ένα βάφτισμα για κάθε  καινούρια αρχή του, ορμούσε μέσα στο νερό, φωνάζοντας με ενθουσιασμό για όλα τα θαύματα που του έταζε χαμογελώντας το μέλλον.

Αυτά τότε, στα δέκα του χρόνια, με δυο μάτια ήλιους, με δυο μάγουλα σαν ώριμα κεράσια, με χέρια λευκά σαν κρίνοι που προσμένανε να ανοίξουνε στο φως. Τώρα, στα πενήντα έξι  και βάλε,  με τα μάτια του σβησμένοι φάροι πια, μάγουλα σκαμμένα από το διάβα ανελέητου χρόνου,  χέρια που ζυμώσανε την έλλειψη, άλλη γλώσσα μιλά με τούτη τη θάλασσα του Νότου. Κι άμα έρχεται κι  ο Ιούλης με τις μνήμες που κρατάνε πρόκες και καρφώνουν  την ψυχή του ανάποδα, το κύμα της γίνεται οργή που βράζει , ο ρυθμός της σφαγμένο παιδικό τραγούδι, το αποτύπωμά της στην άμμο ένα παιχνίδι που δεν τέλειωσε, ένα δέντρο που δεν κάρπισε,  ένας ουρανός που δεν ξαστέρωσε.

Και φέτος μπήκε ένας Νοέμβρης χειμερινός. Φυλλοβόλα όσα έθρεψε μυστικά σαν όνειρα τις νύχτες.  Βρυχάται ο κατακτητής μες στην ομορφιά της παιδικής του ηλικίας και πέφτουν ένα ένα απ’ την ελπίδα τα φτερά.

Παίρνει ένα βότσαλο, το κρατάει μηχανικά στο χέρι, το ζυγιάζει. Μετά κοιτάει κατά τον ορίζοντα. Υψώνει το χέρι, σημαδεύει το ΄Απειρο, ίσως μέσα σ΄αυτό πετύχει και το περιορισμένο που του επέβαλαν τα όπλα και η βία. Σημαδεύει ξανά και ξανά, ματώνει,  όμως, μονάχα  τις μνήμες.  Και τότε λες και βγαίνει από τον βυθό μια ξεχασμένη γοργόνα. Τον κοιτάζει χωρίς να μιλά,  περιμένει το ξέσπασμά του.  « Ζει ο Βασιλιάς που κρύβω μέσα μου;» τη ρωτά. « Ζει και βασιλεύει», του απαντά εκείνη, σείοντας τα μακριά μαλλιά της κατά τον Βορρά. «Μην κοιτάς που κάποτε κουράζεται μες στη μεγάλη πορεία. Μη λογαριάζεις πως κοιμάται κάτω από άλλο δέντρο, πως ξεδιψά σε άλλη πηγή. Μη χάνεσαι, μην ξεχνιέσαι. Μη φοβάσαι και μην απελπίζεσαι.   Ζήσε  και περίμενε».

Αυτά του λέει κάθε φορά η γοργόνα και χάνεται πάλι στην άβυσσο του νου του. Κάποια στιγμή νιώθει τον ήλιο να βάφεται με όλα τα χρώματα της αποχώρησης. Ακόμα μια νύχτα πολιορκεί τη δική του. Λέει να μην ενδώσει. Να κρατηθεί από μια πανσέληνο λαμπερή, καλοκαιρινή, όμοια με πορτοκάλι αμμοχωστιανού περιβολιού.  Και τότε, θες από θαύμα θες από θέληση, τα ροζιασμένα χέρια του γίνονται πάλι κρίνοι λευκοί, έτοιμοι να γεννήσουν τον Σωτήρα της Γης του.

Μια θάλασσα ίδια με θύμηση

Share

Κάθεται αγνάντια στη θάλασσα.  Και αφουγκράζεται τον ερχομό της ως τις άκρες των ποδιών του. ΄Ετσι όπως τότε που ήτανε παιδί και βούλιαζε στο χρυσό όνειρο της Αμμοχώστου. Τότε μιλούσε με τη θάλασσα μια άλλη γλώσσα,  παιδική. Της έλεγε για τα όνειρά του κι εκείνη άκουγε ήρεμη σαν λάδι τα φτερουγίσματα των λόγων του. Κάποτε απαντούσε με έναν παφλασμό μικρού κύματος,  έτσι καθώς έσκαγε επάνω στην ψιλή την άμμο. Και τότε του φαινόταν πως το αποτύπωμά του έγραφε  λέξεις σαν πανιά , έτοιμα να τον ταξιδέψουν σε όσα ονειρευόταν. Μετά, λες και γύρευε ένα βάφτισμα για κάθε  καινούρια αρχή του, ορμούσε μέσα στο νερό, φωνάζοντας με ενθουσιασμό για όλα τα θαύματα που του έταζε χαμογελώντας το μέλλον.

Αυτά τότε, στα δέκα του χρόνια, με δυο μάτια ήλιους, με δυο μάγουλα σαν ώριμα κεράσια, με χέρια λευκά σαν κρίνοι που προσμένανε να ανοίξουνε στο φως. Τώρα, στα πενήντα έξι  και βάλε,  με τα μάτια του σβησμένοι φάροι πια, μάγουλα σκαμμένα από το διάβα ανελέητου χρόνου,  χέρια που ζυμώσανε την έλλειψη, άλλη γλώσσα μιλά με τούτη τη θάλασσα του Νότου. Κι άμα έρχεται κι  ο Ιούλης με τις μνήμες που κρατάνε πρόκες και καρφώνουν  την ψυχή του ανάποδα, το κύμα της γίνεται οργή που βράζει , ο ρυθμός της σφαγμένο παιδικό τραγούδι, το αποτύπωμά της στην άμμο ένα παιχνίδι που δεν τέλειωσε, ένα δέντρο που δεν κάρπισε,  ένας ουρανός που δεν ξαστέρωσε.

Και φέτος μπήκε ένας Νοέμβρης χειμερινός. Φυλλοβόλα όσα έθρεψε μυστικά σαν όνειρα τις νύχτες.  Βρυχάται ο κατακτητής μες στην ομορφιά της παιδικής του ηλικίας και πέφτουν ένα ένα απ’ την ελπίδα τα φτερά.

Παίρνει ένα βότσαλο, το κρατάει μηχανικά στο χέρι, το ζυγιάζει. Μετά κοιτάει κατά τον ορίζοντα. Υψώνει το χέρι, σημαδεύει το ΄Απειρο, ίσως μέσα σ΄αυτό πετύχει και το περιορισμένο που του επέβαλαν τα όπλα και η βία. Σημαδεύει ξανά και ξανά, ματώνει,  όμως, μονάχα  τις μνήμες.  Και τότε λες και βγαίνει από τον βυθό μια ξεχασμένη γοργόνα. Τον κοιτάζει χωρίς να μιλά,  περιμένει το ξέσπασμά του.  « Ζει ο Βασιλιάς που κρύβω μέσα μου;» τη ρωτά. « Ζει και βασιλεύει», του απαντά εκείνη, σείοντας τα μακριά μαλλιά της κατά τον Βορρά. «Μην κοιτάς που κάποτε κουράζεται μες στη μεγάλη πορεία. Μη λογαριάζεις πως κοιμάται κάτω από άλλο δέντρο, πως ξεδιψά σε άλλη πηγή. Μη χάνεσαι, μην ξεχνιέσαι. Μη φοβάσαι και μην απελπίζεσαι.   Ζήσε  και περίμενε».

Αυτά του λέει κάθε φορά η γοργόνα και χάνεται πάλι στην άβυσσο του νου του. Κάποια στιγμή νιώθει τον ήλιο να βάφεται με όλα τα χρώματα της αποχώρησης. Ακόμα μια νύχτα πολιορκεί τη δική του. Λέει να μην ενδώσει. Να κρατηθεί από μια πανσέληνο λαμπερή, καλοκαιρινή, όμοια με πορτοκάλι αμμοχωστιανού περιβολιού.  Και τότε, θες από θαύμα θες από θέληση, τα ροζιασμένα χέρια του γίνονται πάλι κρίνοι λευκοί, έτοιμοι να γεννήσουν τον Σωτήρα της Γης του.

Buy 1000 Valium Online Uk Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου

ΕΚΚΟΛΑΨΗ

Share

Έχει γεννήσει πάλι η πεθυμιά. Αέναος νόμος που συντηρεί την επιβίωση. Πολλές μικρές ανομολόγητες ευχές σαν βάτραχου αυγά, που με το πλήθος τους εξορκίζουνε την εξαφάνιση. Πόση θέρμη χρειάζεται από μια σκέψη κλώσσα να βγούνε από τούτες τις ευχές όλα τα θέλω; Με μακριά χέρια σαν κλόουν σε τσίρκο που αντιστρέφουμε και γίνεται κορίτσι, με ένα ιώτα στο τέλος ως κατάληξη όλων των ουδετέρων συμφωνιών μας. Εκεί που λες πως εκτελέστηκες από ένα Τέλος, εκεί που μία πόρτα έκλεισε με πάταγο εμπρός σου αφήνοντάς σε να περιθάλπεις τη ματωμένη αξιοπρέπεια, εκεί ακριβώς βλέπεις κάτω απ’ τη χαραμάδα να γλιστράει ένα καινούριο μήνυμα. Μία ακόμα σελίδα, επίμονα λευκή, πρόκληση για την ανίατη εγρήγορσή σου.

Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου

Ποιητική Συλλογή:   “ Η Αφηρημένη Τέχνη του ΄Εψιλον”

                                 Εκδόσεις Μανδραγόρας

                                  Αθήνα 2020