Author:

Ικεσία

Share

Κύριε,
σαν έρθ’ η μεγάλη ώρα
του μυστικού μας δείπνου
μην προδοθώ
όπως Εσύ
μ’ ένα φιλί στο στόμα,
ούτε πισώπλατα να ’ρθει
του αγγέλου το μαχαίρι.

Εκπέμπω S.O.S.

Share

Το φεγγάρι μάτωσε
κι απόψε
απ’ την απουσία σου.
Ύστερα πνίγηκε˙
ναυαγός
στ’ άγρια κύματα.
Άλικα
τώρα
τα νερά
και η απορία
στο «γιατί;»
των αθώων της απέναντι όχθης
αναπάντητη.

Επί τον τύπον των ήλων

Share

Το αγιάζι στην Ομόνοια ξυράφι
μα πιότερο κόβει η ερημιά του τοπίου
το άδειο που χάσκει πεινασμένο
η ενεδρεύουσα παντού απειλή.
Το ικρίωμα στημένο από νωρίς
καθώς το σούρουπο φάνηκε δειλά
με τους χαλκιάδες ν’ ακονίζουν τα μαχαίρια
σε κάθε απόμερη γωνιά.

Στη Μνήμη της Μαρίας…

Share

Πόσο βαθιά την πένα σου
βουτούσες στο μελάνι
κι οι λέξεις ήταν όμορφες
σαν βγαίνανε σεργιάνι.

Ρόδο Αμάραντο

Share

Όταν εσύ χαθείς, μέσα στο θάμπος της νυχτιάς
έν’ άλικο τριαντάφυλλο στο στήθος μου θ’ ανοίξει

Κύρους Κατάβαση

Share

Κι απ’ όλους
μονάχα οι ποιητές απόμειναν.
Σαν τους παλιούς ρεμπέτες
των καημών λυράρηδες έγιναν
αν και ρηχά τα αισθήματα του κόσμου.

slide

Θυσία Κωνσταντίνου Κουκίδη*

Share

Άργησε η Άνοιξη να ’ρθει εκείνον τον Απρίλη.
Παράπονα ο ουρανός έβρεχε κάθε δείλι.

Το γιασεμί ολάνθιστο μαράθηκε στην πάχνη,
θρυμματισμένα πέταλα έμειναν, μόνο, κι άχνη.

Άνοιξε τις φτερούγες του τ’ αγριοπεριστέρι,
πέταξε σ’ άλλους ουρανούς να βρει το Καλοκαίρι.

Όνειρο

Share

Κάθε βράδυ
στο ρημαγμένο σπιτικό μου
αγγέλου φτερά βάζω στους ώμους
και κινώ για τον άγνωστο πλανήτη «όνειρο»
με την ελπίδα να σε βρω κάποτε
στον απέραντο γαλαξία του ύπνου.

Πέταξα ως την άκρη των αστεριών
ακολουθώντας τα χνάρια σου.