Ιφιγένεια

Share

Στη σκέψη μου έρχεται συχνά μια κοπέλα που γνώρισα πριν πολλά χρόνια σε ένα προάστιο της Μελβούρνης, στα νότια του ποταμού Γιάρρα. Τί να γίνεται άραγε; Βρήκε τελικά την ευτυχία;

Τη λέγανε Ιφιγένεια και είχε δυό παιδάκια, την Ειρήνη και τον Άρη που πήγαιναν στο Δημοτικό σχολείο της περιοχής.

Είχε τελειώσει τα ψώνια της στη κοντινή αγορά και ήρθε στο σχολείο πιό νωρίς απ’ ότι συνήθιζε. Καθόταν μόνη σε ένα παγκάκι στην αυλή του σχολείου και περίμενε τα παιδιά της να σχολάσουν. Το απλανές της βλέμμα ήταν στραμμένο προς τον ουρανό και στο πρόσωπο της είχε ένα θλιμμένο ύφος, σαν κάτι να τη βασάνιζε. Φαινόταν να βρίσκεται πολύ μακριά από την ασφαλτοστρωμένη αυλή του σχολείου με τον ψηλό, σιδερένιο φράχτη.

Ο κυρ Νοτιάς κι η Θύελλα

Share

IMG_0439

Απόψε ο κυρ Νοτιάς λυσσομανάει
τραβάει τα ρούχα του και σκάει
κι είναι σαν καυγάς να έχει αρχίσει
στο σπιτικο του να ξεσπάει

Βοές, στριγκλιές, σφυρίγματα
φοβέρες κουβαλάει πάλι
κι άλλα πολλά που δεν χωράνε πιά
στο φουσκωμένο του παχύ τσουβάλι

Κι η κυρά Θύελλα ξεθύμανε κι αυτή
κι απ’ το κακό της πάει να σκάσει
και τον καημό της τον πικρό κοιτάει
κάπου να βρεί να τον σχολάσει

Επάγγελμα Πατρός: Ορφανή

Share

Πολλές φορές σεργιάνισες
στα δρομάκια της ψυχής μου, πατέρα

Σε είδα να χαμογελάς, να στέκεσαι στο κεφαλόσκαλο
ορθός, ηλιοκαμένος με τη δυνατή του Ιούλη αχτίδα
να χαστουκίζει το πρόσωπό σου

Σε είδα κάτω απ’ την κληματαριά με το ροδοκόκκινο
τσαμπί στο χέρι να μοιράζεις αγάπη και ζωή
κι η μάνα δίπλα να μετράει τη χαρά της

Σε είδα να στριφογυρίζεις με τ’ αλέτρι
να γυρνάς απ’ το κηνύγι με το θήραμα στους ώμους
και με το μακρόσυρτο τραγούδι στα χείλια

Σαν και σένα

Share

Τη θάλασσα τη γαλανή την αφροκυματούσα
πήγα να δω τ’ απόγευμα και κει που περπατούσα

στο μυρωμένο δειλινό και στη ξανθή την άμμο
ένα κογχύλι πάτησα το μάζεψα απο χάμω

Σε πέτρα επάνω κάθισα να δω τις ομορφιές του
πώς τάχα να γινήκανε στο σώμα οι πληγές του;

Ακολούθησε το Ποτάμι

Share

Άσε άλλο ένα χρόνο
να καθήσει στους ώμους σου
μαζί με τόσους άλλους που πέρασαν

Έχεις πολλά να πεις
τις κρύες νύχτες του Χειμώνα
με τη μουσική του χτες
στους κτύπους της καρδιάς σου

Συνέχισε τον δρόμο σου

A Lonely Life

Share

I saw him again yesterday afternoon when I was riding my bike along the beach.

He was sitting on a bench gazing at the horizon, oblivious of what was going on around him. I noticed he had a sad expression on his face.

Steve is tall and skinny with a rugged face and short grey hair. He is seventy five but looks much older.  As usual, he’s smartly dressed, wearing grey gabardine pants with a matching vest, white shirt and a navy blue cardigan. He looks as if he’s again living in his own dream world, a world full of memories from the distant past; happy memories from his childhood in a small village in Greece where he was surrounded by his extended family of mother, father, brothers, sister and grandparents.  He remembers the joy of his wedding day when he married his childhood sweetheart. 

Then there were unhappy memories of his wife’s long illness and consequent death and the heartache of having an estranged only son.

Peace

Πάμε Βόλτα

Share

Μεσάνυχτα! Ο παλιός καλός μου φίλος, ο ασημένιος ολοστρόγγυλος δίσκος, ήλθε και με βρήκε εδώ στην εξοχή αυτή τη φορά.

Κατηφόρησε το βουνό, έφεξε σκοτεινά βοσκοτόπια, μύρισε καπνό απ τις καμινάδες, γεύτηκε την αλμύρα του Ωκεανού, χάιδεψε φυλλωσιές δένδρων, πιάστηκε στης Άνοιξης τη μυρωμένη αγκάλη και ήλθε και στάθηκε στην αυλή μου. Τον είδα απ’ το παράθυρο να παραφυλάει πίσω απο την ανθοστόλιστη, φουντωτή ακακία.

Έτρεξα έξω με χαρά κι αυτός προχώρησε προς το μέρος μου. “Θυμάσαι που ήλθα  στο σπίτι σου στην πόλη να πάμε μαζί βόλτα στη θάλασσα που τόσο αγαπάς και συ δεν θέλησες γιατί ήταν πολύ αργά;  Αυτή τη φορά θα ήθελα πολύ να έρθεις μαζί μου. Είναι τόσο όμορφα απόψε! Θα χαρείς, είμαι σίγουρος. Έλα, σε περιμένω”.