ΑΕΡΑ

Share

Ήμουν πρωτοετής στο σχολείο, δηλαδή στην πρώτη τάξη.
Μας είχαν ντύσει με μπλε στολή δίκοχο και το στέμμα, ΕΟΝ  κάναμε παρελάσεις σηκώναμε το δεξί χέρι ψηλά χαιρετώντας φασιστικά.

Buy Valium Diazepam 10Mg Uk Aν θυμάμαι καλά μας ονόμαζαν σκαπανείς… Οι τοίχοι ήταν γεμάτοι με μεγάλες φωτογραφίες του τότε Κυβερνήτη Ι. Μεταξά να παροτρύνει τους αγρότες ” Ούτε μια σπιθαμή γης να μην μείνει ακαλλιέργητη”.

http://bankholidays-2019.co.uk/?ajaxCalendar=1 Κατά κάποιον τρόπο ήταν όλα τα πράγματα σε μια τάξη, υπήρχε τάξη στο κράτος, τραγουδάγαμε τον ύμνο της νεολαίας, (Στην γλυκeιά μας την πατρίδα την τρανή και ιστορική Συ απόμεινες ελπίδα νεολαία Ελληνική…)

http://zaphiro.ch/wp-content/uploads/2020/03/Logo3rd_Zaphiro-picto_RGB.png Ξάφνου ακούσαμε τις καμπάνες να χτυπούν, Πόλεμος νίκη των Ελλήνων, τα καφενεία γέμισαν με αφήσεις και τη νικήτρια λέξη ΑΕΡΑ… κάθε μέρα που περνούσε καινούριες κωδωνοκρουσίες, τα τραγούδια της Σοφίας Βέμπο στη μόδα κι εμείς τα πιτσιρίκια τραγουδάγαμε …Και μια νύχτα με φεγγάρι την Ελλάδα πάει να πάρει! Βρε το φουκαρά!!!…

http://sandshade.com/wp-cron.php?doing_wp_cron=1597265170.0993990898132324218750 Τι αναπολώ;

Valium 10Mg Buy Online Μα την παιδική αθωότητα
αυτή που χάθηκε!

Buy Diazepam Roche Γαβριήλ Παναγιωσούλης

http://blog.leedsforlearning.co.uk/laravel/.env Νέα Υόρκη

India Valium Online [youtube dR6aaToAaWM]

Το Δάκρυ

Share

Ένα δάκρυ κύλησε, έπεσε χάμω,  ανοίχτηκε σα σε στυπόχαρτο, λέρωσε τη μνήμη, τότε αυτή ξαναζωντάνεψε.

Αν  προλάβαινε η μάνα της Αγγελικής να πήγαινε στο Αργοστόλι με τα πόδια μια απόσταση 35 χιλιομέτρων να φέρει το φάρμακο ίσως να γλύτωνε, ήταν μόλις 7 χρονών κοριτσάκι, δεν πρόλαβε όμως. Στο χωριό είχε πέσει μια επιδημία δυσεντερίας, μετά έφυγε ο συμμαθητής μου ο Νίκος, μετά μας ήρθε ο άνθρακας, μετά η ευλογιά, η Ιλαρά,  ο κοκίτης, ο τύφος, ο τριχοφάγος, η ραχίτιδα όλα αυτά στα μικρά παιδιά. Στους μεγάλους βασίλευε το χτικιό και ο φόβος να μην αγγίξουμε τίποτα, να μην κολλήσουμε.

Του Πατέρα το όνειρο

Share

Από το λιμάνι του νησιού ξεκινούσαν δυο δρόμοι, ο ένας έσκιζε κατ’ ευθεία τον κάμπο στα δυο πήγαινε για την πρωτεύουσα, ο άλλος πήγαινε για το βουνό. Πήρα το δρόμο που ήταν ανήφορος. Ήταν Μάης, εποχή που ανθίζουν οι παπαρούνες, ένα κόκκινο θέαμα ξεπετιόταν από   τους βράχους σαν αίμα από μαχαιριές θεών.

Κάποιος περπατούσε πλάι μου, φαινόταν να με απόφευγε.

Η Λαμπρή, το Πάσχα, η Κοινωνία

Share

Η μάνα  μας είχε μάθει, τη μεγάλη εβδομάδα θα πηγαίναμε στην εκκλησία, την μεγάλη Πέμπτη θα ακούγαμε τα 12 ευαγγέλια,   από νωρίς μαζεύαμε κληματόβεργες, ολόκληρα δεμάτια, τα στήναμε σαν πυραμίδα,  στην κορυφή βάζαμε το ομοίωμα του Ιούδα, τη νύχτα βάζαμε φωτιά «καίγαμε τον Ιούδα» έξω από την εκκλησία. Την μεγάλη Παρασκευή  η περιφορά  του Επιταφίου, τα κορίτσια έψαλλαν  Η ζωή εν τάφω…,   ‘Ω γλυκύ μου έαρ…’

Αααχ!!! Μισή ώρα ανάσα.

Share

Εργαζόμουν σε εστιατόριο ακριβώς απέναντι από το Presbyterian Hospital in New York,  10:30 με 11 πρωινή ήταν η δική μου,  μισή  ελεύθερη ώρα, ώρα για φαγητό,  μπορούσα να κάνω το σώμα μου ότι ήθελα, συνήθως έβγαινα έξω να πάρω καθαρό αέρα ή ας πούμε να μου φύγει από πάνω μου αυτό το αίσθημα της καταπιεστικής σκλαβιάς. Άλλοι άνθρωποι δεν το καταλάβαιναν  ή τους άρεσε, εμένα με πέθαινε,  γυρνώντας στο σπίτι, η  κούραση μου αφαιρούσε κάθε πρωτοβουλία, γινόμουν ένα κινούμενο πτώμα,   αλλά υποχρεωτικά έσκυβα το κεφάλι στο δεκάωρο εργασίας  έπρεπε να βγει ο επιούσιος.

Απόμαχος Ναυτικός

Share

Κάθε δάκρυ του γέρου που πέφτει,
ένα μπλε τριαντάφυλλο ανοίγει,
κάθε του ροδοπέταλο ένας καθρέφτης,
π’ αντανακλά μια ναυτική ιστορία.

Σκύβει ο γέρος  να μαζέψει δάκρυα
με αρώματα της νιότης ποτισμένα,
φουρτούνες, αγάπες, αναμνήσεις,
σε ροδοπέταλα τυλιγμένα.

Ο Νοσταλγός, γιος της Γης

Share

Ο  άνθρωπος όταν έρχεται στον κόσμο δεν έχει  επιλογή, γεννιέται γυμνός, με ένα μόνο φύλο, ανήκει  σε μια φυλή, σε μια εποχή που ο ίδιος δεν διάλεξε.  Απ’  την στιγμή που γεννήθηκε το σώμα  αρχίζει  να  φθείρετε, ο νους παρθένος, άγουρος, σα σφουγγάρι απορροφά   ότι  είναι γύρω του, ότι τον δίδασκαν, ακόμα του έδωσαν ένα όνομα, τον βάφτισαν σε μια  θρησκεία, αυτή που  ήθελαν, δεν τον ρώτησαν.

Αναμένει  κάτι καινούργιο, σα μια ελπίδα στο αύριο, αυτό που ποτέ δεν έρχεται, πάντοτε είναι σήμερα,  η φθορά του χρόνου  τσάκισε το σώμα, χάθηκαν οι φίλοι  αυτοί που μόνο  εντυπωσιαζόταν από το σφρίγος του σώματος. Παρέμεινε ο νους μοναδικός σύντροφός του, έτσι όπως  τον πρωτογνώρισε ‘γυμνό’.