Μια Γλυκιά Αλανιάρικη Νότα

Share

Ταξίδι χωρίς πισωγύρισμα
σ’ αχαρτογράφητες κακοτοπιές,
καρδιά μου πώς ταλαντώνεσαι
σε ουτοπίες καί σε λειψά
φεγγάρια,σ’αδιάφορες καί
παγερές ματιές
ακροβατώντας επικίνδυνα
στού ανεκπλήρωτου την κόψη.
Τυφλός τιμονιέρης τ’ όνειρο
πού σε ταξιδεύει στίς χίμαιρες
γαντζωμένο σε σανίδα ναυαγού,
σα φάλτσα ψηλομύτα συγχορδία
πού κατρακυλά καί ξεψυχά
στό πεντάγραμμο.
Μα πώς εξηγείται πάλι σαν βραδιάζει
μια γλυκιά αλανιάρικη νότα
πού αναβλύζει θαρρείς
από γιουκαλίλι μεθυσμένο
να σού ξαναγεννά τ’ όνειρο…

Εκεί θα με βρεις

Share

Στην άκρη της λίμνης
που άξαφνα πάγωσε
στο ποτάμι που στέρεψε
στη στέρφα και άνυδρη γη
που δεν μπόρεσε να με χορτάσει.
Εκεί θα με βρεις το δίχως άλλο.

Τα ιδανικά μας

Share

– Ήρθαν οι χρόνοι,
κι είπαμε να δούμε
τα ιδανικά της φλογερής
της νιότης μας,
να γίνονται αλήθειες.

– Φθάσαν οι χρόνοι,
μα ήλθαν σιγά σιγά
και έγιναν τα ιδανικά
κρεμούλες και τυρόγαλα,
σαν ανιαρές συνήθειες.

slide

Θύμηση

Share

Ώ πνεύμα ακατάβλητο,
τώρα κάλπασε με τo λευκό
τής θύμησης το άτι,
εκεί στά χλοερά λειβάδια
στο παρελθόν στην νιότη,
στις περασμένες μου χαρές
σ’άγιες τών ρόδων ευωδιές,
μέσ’την πλανεύτρα φύση.

slide

Η χώρα της σιωπής

Share

Σκοτεινιά σκεπάζει
ως τα τρίσβαθα
την χώρα της σιωπής.
Χαράζει κάποτε δειλά,
μα δεν τολμά να φέξει
σαν σκοτεινιά σκεπάζει
την χώρα ετούτη της σιωπής.

Με το κρασί της πίστης

Share

Με κόκκινο κρασί
έβαψαν τις ψυχές τους,
βάλαν στα όνειρα φωτιές
άναψαν τα φυτίλια.
Σώμα και πνεύμα σε τροχιά
στα κεραμίδια τ’ ουρανού
χορεύουνε στ’ αστέρια,
πλανήτες χαίρουν και γελούν
φεγγάρια τραγουδάνε.

Δεμένοι στο πόδι τού Θεού
με βήματα πελώρια
διαβήκανε τα απέραστα
και φθάσαν παραπέρα.
Νικήσανε τη λογική
αδράξανε την πλάση,
απάτητες βουνοκορφές
θανατηφόρες παγανιές
διλήμματα μεγάλα.

slide

Το βιβλίο της ζωής

Share

Ένα δάκρυ κύλησε αργά
και σφράγισε την ελπίδα
πού ξεψύχησε πάλι στά σωθικά μου.
Η ματιά πού φτερούγησε ολούθε
κυοφόρησε ονείρατα καινούργια
κι είπε να κάνω λίγο κουράγιο ακόμη
γιατί οι ελπίδες είναι επτάψυχες,
κι υπάρχουνε μέχρι να πέσει η αυλαία.

slide

Πέταγες

Share

Πέταγες κι είχες εμπρός σου ουρανούς
κι ο νους ο ονειράρης
σκόπευε προς την αθανασία.
Οι ελπίδες οι δειλές γενήκανε κολώνες,
δαυλοί βάψαν με φως τις σκοτεινιές,
δεν σκούζεις πια σ’ ανηφοριές
ζωγράφισες χαμόγελο στα χείλη.
Στην γλάστρα ανθεί ο βασιλικός
κι ο Αύγουστος βάζει φωτιά στ’αμπέλια,
γλυκό κρασί στα σωθικά
και περισσά τα μέλια.