Το Άσπρο Σπίτι

Share

Το άσπρο σπίτι «εστέκετο εις τα περίχωρα των Πατρέων». Έτσι μήνυσε η Τασία στον αδερφό της τον Θανάση όταν του πρωτόγραψε για την αγορά του σπιτιού.
Ο Θανάσης είχε φύγει απ’ τα δεκάξι του για τη Νέα Υόρκη κι ενώ για δέκα χρόνια έστελνε κάθε μήνα χρήματα στις αδερφάδες του, μετά ούτε γράμμα ούτε γραφή. Οι δυο μεγαλύτερες είχαν καλοπαντρευτεί και τον είχαν ξεγράψει κι έμεινε η Τασία να μαζεύει τα δολάρια, αλλά μετά είπαμε, σταμάτησαν κι αυτά.
Η Τασία όμως δεν έλεγε να τον ξεχάσει. Ας μην απαντούσε πια στα γράμματά της, εκείνη συνέχιζε να του στέλνει τα νέα της κι εκείνα της γειτονιάς. Οι αδερφάδες της μέχρι να παντρευτούν και να φύγουν απ’ το δωμάτιο που έμεναν την είχαν «Τουρκίας νύφη», να τους πλένει και να τους σιδερώνει μέχρι να τυλίξουν η μία έναν υδραυλικό και η άλλη έναν μικροεργολάβο.  Ο Θανάσης ήταν ο μόνος άνθρωπος που της είχε χαρίσει ένα πατρικό χάδι όταν έγδερνε τα τρυφερά της γόνατα στην αυλή. Ο μόνος που την είχε παίξει και της διηγούνταν παραμύθια για πρίγκιπες και μακρινά βασίλεια.

Continue Reading →

Η Αδερφή Του Stradioti

Share

Η αλήθεια βρισκόταν κάπου στην μέση… Το Τζάντε, ή Φιόρο, όπως το ’λεγαν οι Βενετοί, είχε καταστραφεί μετά το μένος των Τούρκων εναντίον των Φράγκων κατακτητών του. Τώρα που ο Σουλτάνος δέχτηκε ν’ αναλάβουν οι Βενετοί, εκείνοι έψαχναν τρόπο να γεμίσει καινούργιες ψυχές το ερημωμένο νησί. Πρόσφεραν λοιπόν δωρεάν γη σε stradioti να χτίσουν την ζωή τους εκεί και μαζί και το νησί. Δεν θα πλήρωναν φόρους για τέσσερα χρόνια, όποτε όμως τους χρειάζονταν, θα ’πρεπε να πολεμούν για την Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας. Αυτό το τελευταίο ήταν που δεν είχε πει ακόμη στην αδερφή του.

Continue Reading →

Ο Έλληνας

Share

Ο σερβιτόρος πλησίασε υπάκουα τον ηλικιωμένο μάγειρα και κάθισε στο πλαστικό καφάσι πλάι του. Πήρε το τσιγάρο που του πρόσφερε ο άλλος και για λίγη ώρα κάπνιζαν αμίλητοι. Το βλέμμα του Νίκου ήταν καρφωμένο στην πόρτα του εστιατορίου. Με το που θ’ άνοιγε, θα πεταγόταν να επιστρέψει στην δουλειά του.
— «Ξέρεις πότε στράβωσε το πράγμα;» ρώτησε άξαφνα ο σεφ.

Continue Reading →

Σαν τον Μεγαλέξανδρο

Share

Ο Σταύρος έριξε μια στενοχωρημένη ματιά στην παραλία. Το Μπράιτον είχε άμμο κι όχι βότσαλα όπως το Δερβένι, και η μοναδική καφετέρια που υπήρχε εκεί γύρω είχε κλείσει εδώ και ώρες. Όσο για κόσμο, ήταν άδεια εκτός από μια οικογένεια Μουσουλμάνων που είχε ξεμείνει απ’ το απογευματινό τους μπάνιο.

Continue Reading →

Βόηθα, Γέρο!

Share

«Απ’ το πρωί κλαίει πως είναι το τελευταίο καρβέλι που ζύμωσε στην Ελλάδα!» είπε αγανακτισμένος και στρεφόμενος προς την γυναίκα του, την αγρίεψε: «Τι κλαίς, μου λες; Κι εδώ να μέναμε, το τελευταίο δεν θα ’ταν;»

Τα κοφτά του λόγια συνέφεραν αμέσως την γυναίκα. Σκούπισε βιαστικά μάτια και μύτη και στράφηκε προς το παράθυρο και το τοπίο που έφευγε συνέχεια. Δεν θα ’ταν πολύ μεγαλύτερη απ’ την Άννα. Είκοσι πέντε, είκοσι εφτά. Κάπου εκεί. Στο μεταξύ, το κοριτσάκι που γέμιζε το κενό στο κάθισμα ανάμεσά τους είχε κολλήσει στην μάνα του και πιπιλούσε τον αντίχειρα ρίχνοντας πλάγιες φοβισμένες ματιές στον πατέρα της. Το ήξερε καλά αυτό το βλέμμα η Άννα. Μ’ αυτό ξεκινούσαν την ζωή τους οι δειλοί.

Continue Reading →

Άπικο (Apiko)

Share

«Μα, όλους τους λένε έτσι, κυρ Παναγιώτη..;» αντέδρασε η κυρά Μαρίτσα που κι αυτή είχε συγγενείς τ’ αντρός της στη Μελβούρνη αλλά τέτοιο πράμα δεν είχε ξανακούσει.

Ο παππούς μου την κοίταξε αυστηρά και το μάτι του έπαιξε. Δεν του άρεσε να τον αμφισβητούν, πολύ περισσότερο όταν επρόκειτο για γυναίκα. Άγγιξε με τ’ ακροδάχτυλα το κίτρινο τζόκεϊ του κι έγειρε το σώμα μπροστά.

Continue Reading →