Αγάπη

Share

άπιαστη και μακρινή
σαν τα βασιλικά ελάφια
βόσκεις αμέριμνη στους κήπους
από τα βόλια των ανθρώπων.
Πάντα ωραία
πάντα δοξαστική
πάντα ολόφωτη

Έξοδος

Share

Ψυχή μου,
απόψε θα σε πάρω από το χέρι
και θα σε σεργιανίσω
σε όλες σου τις ηλικίες.
Εκεί παιδί που υποσχέθηκες να σιωπάς
τις Ώρες τις μεγάλες.
Την “ξηρανθείσα” σου συκή
θα ξανανθίσω στα κατώφλια των πορνείων.
Τα βουλευτήρια εντός θα σου θυμίσω
απ’ τις μεγάλες προδοσίες.

Ο άντρας είναι ο Ουρανός και η γη του είμαι εγώ

Share

Χαλί του συμποσίου απλώθηκε μπροστά της.
“Εγώ είμαι του αγαπημένου μου κι αυτός είναι δικός μου” τραγουδούσε.
Τα μάτια της λιβάδια, τα στήθη της λόφοι μικροί, δοχεία μυρεψού.
Ο κήπος της, όαση στη Νεφούντ, άνυδρα χείλη ξεδιψούσε.

Τέχνη Υποκριτική

Share

Κάθε μέρα πρόβαρε τους ρόλους
με το νου της «παρά τους πόδας»
τον έρωτα.

Εκ δεξιών
η οδός της ευθύτητας,
η αγαθή μερίδα της μαθητείας,
ο νάρδος της ταπείνωσης,
τα χυμένα μαλλιά της απόσμηξης
και τα δάκρυα, έρμα ειρήνης .

slide

Εσείς έχετε τριζόνια;

Share

Νύχτα στον Κίσαβο. Το φθινόπωρο εν όψει. Έναστρος ουρανός και μια κάθετη πλαγιά να προσγειώνεται στα πόδια μου. Με το κεφάλι ριγμένο πίσω, σαν τον Τζακ μπροστά στη φασολιά του, αντίκριζα τους αιωνόβιους κορμούς χωμένους στο βαθύ πράσινο σκηνικό, αδιαπέραστο στο βλέμμα από την πυκνότητα της βλάστησης.

slide

Σπίτια Παλιά

Share

Σπίτια παλιά στο δρόμο μου
φρουροί της νιότης μου της πρώτης
αγροικούνε.

Στις γρίλιες τους
το μάτι μου καρφώνω
να κλέψω μιας γιορτής τη μέθη.
Λόγια και χάχανα και στοιχειωμένοι χώροι
φορτίο οι υποσχέσεις τους
και σταυρωμένοι πόθοι.

slide

Του Απρίλη

Share

Θα ‘ναι ξημέρωμα
όταν ο έρωτας
δε θα μας εύρη πια μαζί.
Εσύ σε νιότης μάτια
-ακύμαντα γαλάζια-
θα υψώνεις τα πανιά.
Κι εγώ στη μοναξιά μου
το λόγο θα ξορκίζω
-χειρόγραφα ευαγγέλια-
θα ρίχνω στην πυρά.

slide

Η κυρία του Μπαλκονιού

Share

Κάθε που ξημέρωνε, οι οικείοι της γινόταν θεατές του ίδιου τελετουργικού: την έβλεπαν με σερνάμενες τις παντόφλες και το κορμί της προτεταμένο, σα φουσκωμένο πανί που το ’σπρωχνε ο άνεμος, να κινείται βιαστικά προς το μπαλκόνι της. Τραβούσε με ορμή την κουρτίνα και κρεμούσε, θαρρείς, το σώμα της με μια επικίνδυνη ταλάντωση στα κάγκελα. Έπαιρνε μια βαθειά αναπνοή, έμενε καρφωμένη για λίγα λεπτά στο κενό κι αφού ρουφούσε όσο οξυγόνο χωρούσαν τα κουρασμένα της πνευμόνια, τραβούσε ξανά την κουρτίνα κι έμπαινε αδιαμαρτύρητα στο διαμέρισμα για τα καθημερινά της «διακονήματα»: σκούπισμα, σιδέρωμα, μαγείρεμα, πλύσιμο…