Author:

Το Μήλο της Έριδος

Share

Παίζανε πάλι όπως κάθε Κυριακή
μ’ ένα περήφανο μικρό πράσινο μήλο.
Το κυνηγούσανε παντού ώσπου λαχάνιασε
και στα φυλλώματα στριμώχτηκε σκιαγμένο.
Όμως αυτοί μεθοδικά το ανακάλυψαν
και το τιμώρησαν με δίβουλο φαρμάκι

Διαγωνίως

Share

Ανάμεσα στα δώρα, ένα σκάκι.
Ας ήταν οπαδός των τυχερών παιγνίων
-τι μ’ αυτό-
οι χορηγοί σκοπεύουν, ανεξίτηλα
τα ίχνη τους ν’ αφήσουν.
Εκείνος, που ποτέ δεν ξεγελάστηκε
από πλουμίδια βασιλέων ευτελή
κι από σαθρή βασιλισσών αλαζονεία
απ’ τις αλλόκοτες τροχιές των ιπποτών

slide

Οκτώ Χαϊκού

Share

Ποτάμι Κόκκινο
Οι παπαρούνες
Αψηφούν το άρωμα.
Ψηφίζουν χρώμα.

Αιθρία
Λέω να βγάλω
το κάπα απ’ τα κάστρα.
Να ξαστερώσει.

slide

Η Πτώση

Share

Έπεσε.
Η τιμή του βάμβακος.
Το αργό πετρέλαιο.
Το χρηματιστήριο.

Έπεσε.
Μια βροχή παράφορη.
Μάτωσε την άσφαλτο.
Ράγισε τη μέρα.

slide

Της Πλατείας

Share

Εντός, αυθαιρετούν οι αιρετοί.
Εκτός, αιρετικοί διαδηλώνουν.
Ενδιαμέσως, ρόπαλα και κράνη
τα θύματα στοιβάζουν στην αρένα.

Από τη μια, πολυτεχνίτες πωλητές
πολύχρωμοι πολίτες απ’ την άλλη.
Ενδιαμέσως, Άγνωστοι Στρατιώτες
συνθήματα θυμίζουν λαβωμένα.

slide

Οι Χαμαιλέοντες

Share

Εάν του κλάσματος οι όροι αντιστραφούν
και πολλαπλασιάσουμε αντί να διαιρούμε
το αποτέλεσμα τυπώνεται στην κάρτα μας:
Κουκουλοφόροι υπεράνω υποψίας.

Δεν πυρπολούμε τοκογλύφους κι απορρίμματα
μόνο του μέλλοντος σκορπίζουμε τις στάχτες
εντεταλμένοι ολετήρες-εμπρηστές
των πυκνοΰφαντων δασών που πλέκουν οι ιδέες.

slide

Η Πόλη

Share

Η πόλη είναι θάλασσα
έλεγε όσο ήταν παιδί.
Τα σπίτια αραγμένα καράβια
οι δρόμοι ζώνες ατσάλινες
χαραγμένες στο διάβα του ήλιου
κι οι άνθρωποι ανταριασμένα κύματα
κυκλώνες, που με σύμμαχο τον Αίολο
βράχους συντρίβουνε για το φιλί της άμμου.

Η πόλη είναι λαβύρινθος
άλλαξε το τροπάριο στα τριάντα.
Ταξίδι ανάμεσα σε αλλόκοτα τείχη
όλο σταυρόλεξα και σταυροδρόμια
με τα σημάδια να σε αδειάζουν
στην ίδια πάντα αφετηρία
μέχρι να παίξεις με τον Μινώταυρο
σε μια ζαριά, τον μίτο της Αριάδνης.

Ο Εκφωνητής

Share

Πλανιόταν η φωνή σου εκφωνητή
ελεύθερο πουλί πάνω απ’ την πόλη
καλώντας στου Νοέμβρη τη γιορτή
οράματα ζωσμένοι να ΄ρθουν όλοι.

Τα μάρμαρα τραγούδησαν ξανά
ανάψανε φωτιές στα παραθύρια
παλιές διχογνωμίες πουθενά
τα λόγια σου στεριώσανε γιοφύρια.