Δεν αργούμε…

Share

Δεν αργούμε…
Φτάσαμε, σχεδόν…

Οι μάντρες ξηλώθηκαν
και τα καρφιά
σκόρπια στο έδαφος
κείνται.
Μακριές αρρωστιάρες…
γλώσσες κρέμονται
άφοβες, αδιάντροπες.
Οι πετεινοί λαλήσαν
τρεις φορές.

Σπίτια σπιτάκια…ΙΙΙ

Share

Όμως και σήμερα πιστεύω τα παρόμοια. Τα σπίτια μοιάζουν με τους ανθρώπους που τα κατοικούν. Γιατί σπίτια και άνθρωποι, άψυχα και έμψυχα, συμμετέχουν στις χαρές και στις λύπες. Χαρούμενοι άνθρωποι, χαρούμενα σπίτια…

Σπίτια σπιτάκια… ii

Share

Μέρος 2ο ©Πιπίνα Δ. Έλλη (P.D.Elles) Από το βιβλίο …και ο θεός έπλασε τον άντρα…(2006) Για την αφεντιά μου, πέρα από αυτές τις παρατηρήσεις μου για τις ανθρώπινες συμπεριφορές, ιδιαίτερη σημασία είχε και το εσωτερικό του όποιου σπιτιού. Αυτό, από μόνο του, κι όταν ακόμη δεν είχα τρόπους να γνωρίζω τους […]

Σπίτια Σπιτάκια… Άνθρωποι

Share

Σκεφτόμουν με δέος συχνά, πόσα εκατομμύρια χρόνια πήρε τον άνθρωπο -αρσενικόν ή θηλυκόν- ν’ αλλάξει κι από κυνηγός ζώων να γίνει κυνηγός της όποιας νομισματικής μονάδας, στερημένος τον καθαρό αέρα και την ελευθερία κινήσεων. Τώρα, όλα έχουν μπει σε λούκι και ο φουκαράς ο άνθρωπος –φαινομενικά κολλημένος- τραβάει με καταπληκτική ταχύτητα κατά το χαμό.

Μία μάσκα, Ένα κενό

Share

Στο πανάρχαιο
και πρώτο θέατρο
του Δωδωναίου Διός
οι μαντείες σχετίζονται
με το ανέμισμα των φύλλων
της φηγού!
Και ο τραγωδός λαλεί
στη γλώσσα των πουλιών
που αέναα
με την πτήση τους
της γης τη φλούδα
ματιάζουνε από ψηλά!
Η μάσκα του στοχεύει
στην ένταση του κενού
που δημιουργείται πίσω της
και ανήκει σε αυτόν
στον ‘υποκριτή’
στον τραγωδό.

Η γης μου του ανέλπιδου!

Share

Χαράζει η μέρα και πίσω από τα βουνά
ορμά το άρμα του πάλαι ασυμβίβαστου
Απόλλωνα.
Εξαϋλώνοντας τα νοητά σκοτάδια
και τα άλλα, της απουσίας του,
αναρριχάται ακάθεκτος,
συγκρατώντας την παμφάγα δύναμή του
στο περίγραμμά της
και την συμβολή του στην ύπαρξη ζωής.
Το διττό χαμόγελό του
-τόσο φωτεινό όσο και η πυρκαγιά
του λίθινου αυχένα-
πυρπολεί ανελέητα.
Ανατέλλει, και η λατρευτή πολιτεία
εμβαπτίζεται στην φλόγα του.

Koύρos… Kouros… Koύρos…

Share

Χάραζε. Η ώρα είχε ξεπεράσει τις πέντε και μισή. Από το ανοιχτό παράθυρο του στούντιο, έμπαινε δροσερό το καλοκαιρινό αεράκι του Αυγούστου. Ο Κούρος είχε ξυπνήσει απότομα, πάνω στο όνειρο. Ένιωσε λέει να πέφτει… Τώρα, ύστερα από τον «γλυτωμό», κοίταζε με μάτια μισόκλειστα, θολά από τον ύπνο, τον ουρανό, που στο χάραμα ταίριαζε μέσα στη μαυριδερή ορθογώνια κορνίζα του παραθύρου.

Άνθρωποι μονάχοι…

Share

Τα λόγια συναρμονίζονται με τη μουσική και με τη φωνή της γυναίκας. Ο άντρας ακούει καπνίζοντας. Έχει περάσει το σπαραξικάρδιο στάδιο της ανακάλυψης ότι είναι ολομόναχος στον κόσμο. Κάποτε είχε σύντροφο και μπόλικη συντροφιά. Τώρα… αυτό το ρημάδι «το τώρα» είναι τόσο έρημο, όσο αυτός.