Επειδής ήταν πόλεμος και η ώρα αργά

Share

Επειδής ήταν πόλεμος και η ώρα αργά
είπα να γυρίσουμε σπίτι μη και μας βρει η περίπολος
κι η συμφορά. Εκείνος σαν να γέλασε,
κάτι σαν μαρμαρωμένος λυγμός στην παγωνιά
του μισοφέγγαρου. “Σιγά, μή βιάζεσαι αδελφέ,
ξεχνάς πως έχω χρόνια ν’ ανεβώ αυτές τις σκάλες.
Κι έπειτα, δεν είναι αυτός ο δρόμος που θυμάμαι.

slide

Η παραγγελία

Share

Απ’ τη μεγάλη και φημισμένη σας πολιτεία
φεύγω με κάποιες εντυπώσεις ομορφιάς:
τα λαμπρά μάρμαρα, τα θέατρα, ο πλούτος
στα καταστήματα. Ωστόσο, τον πίνακα
τόνε θέλω παλαιότερης σχολής, αληθινό,
και γι’ αυτό σας προτίμησα, να μου θυμίζει
τη δική μου βολή, κάτι σαν πειθαρχία

slide

Νυχτερινό

Share

Γριά γυναίκα τώρα, πρόσφυγας
απ’ τα παλιά της νιάτα.
Χαριεντιστός γιαλός στην πόρτα της
και πέρα τα θαμπά βουνά
της χαμένης πατρίδας.

slide

Αναβολή

Share

Λέω να σταματήσω τα μάγια που μου φτιάξανε
κείνες οι σουβλερές, ποντικομούρες γριές
εκεί στ’ ασβολερό τυος άντρο.
Κι από το δώμα μου να διώξω τα πουλιά
που ορίσανε να περετούν την κάθε μου ανάγκη –
κοράκια, νυχτοπούλια, νυχτερίδες,
γιδοβυζάστρες και καρακάξες,
που μαγαρίζουν τις αυλές μου και ξελογιάζουν
τον ύπνο μου με τον παράφνό τους σαματά.

slide

Της Αυγής

Share

Θαλασσινές ανεμώνες τα μαλλιά της
κυμαίνονται ιριδίζοντας
στο ύφαλο κύμα
μεταξύ πέρκας και σαργού
εκεί στα βράχια με τις γούρνες
της χρυσαυγής

slide

Της Λυγερής

Share

Φτερούγες κόρακα ιριδίζοντας
στην αντηλιά
λουσμένα δεντρολίβανο τα μαλλιά της

περήφανα ωραία

κυπαρισσένια σε νησιώτικη πλαγιά
κυματιστή στα μάτια των ανθρώπων
να προβαίνεις

slide

Μια μέρα βροχερή

Share

Επειδή μέρωσε βροχή και φώς μολύβι
είπα να μην πάω στη δουλειά,
να κάτσω εδώ να συγυρίσω το σπίτι
όπως τότε που σε περίμενα.

slide

Καντηλοσβέστης

Share

Καμιά φορά στο σπίτι μου το δειλινό
θολώνει τα πράματα μια ξένη αντάρα,
και τότε βγαίνω στο μπαλκόνι και κάθομαι
με τα ξερά γεράνια, και μες στ’ αποβασίλεμα
ψάχνω μπας και φανεί περαστικός κανένας φίλος
απ’ τα παλιά, συντροφιασμένα χρόνια.