Cyprus

ΕΝΑ ΦΟΡΕΜΑ ΠΟΥ ΜΕΓΑΛΩΝΕΙ

Share

Στην κούνια της ήρθαν οι Μοίρες
Σκίσανε το παραμύθι και το είπαν καθαρά
Στα δεκαοκτώ θα παντρευόταν
Στα είκοσι τρία θα ήταν χήρα πεσόντος εισβολής
Καρφιτσώσανε τον χρησμό στον άνεμο
Εκείνος λυπήθηκε
Τον φύσηξε μακριά
Μα έμειναν τα λόγια
Ρημαγμένο τούλι στο νανούρισμα

ΘΕΡΙΝΕΣ ΕΠΕΤΕΙΟΙ

Share

Δεν ξέρω πώς τη συναντώ σε κάθε εξόρμηση του θέρους
Λες και  είναι ρακέτα παραλίας
Ομπρέλα ή ψυγειάκι για μπίρες και αναψυκτικά
Τέτοια συχνότητα σου λέω
Του κράτους η σημαία
Τα καλοκαίρια εκτίθεται πολύ
Μαυρίζει από το πένθος
Τις άλλες εποχές κάνουμε πως ξεχνάμε

μυρΩδιες της γης

Share

Αυτές είναι οι πρώτες σκέψεις που έκανα διαβάζοντας με προσοχή και κατ’ επανάληψη  και τα 107 ποιήματα που περιλαμβάνονται στις «Μυρωδιές της γης», το νέο βιβλίο τής Κας Πολυχρόνη. Θα συνιστούσα μάλιστα  να διαβάσει ο κάθε φίλος της ποίησης, τόσο τις λίγες γραμμές από το απόσπασμα του Rilke, ανατρέχοντας  στην προηγούμενη έκδοσή της με τον εντυπωσιακό τίτλο «Ελληνικός  βαρύς γλυκός», όσο και στο παρόν νέο βιβλίο της.

Σκέψεις

Share

Να βρίσκεσαι νοερώς 
σε παγκάκι
να θαυμάζεις την 
Νηριήδα κυματίζουσα
την βενζινάκατο να προκαλεί 
την επιφάνειά της…
και να την λαχταράς! 

ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΗ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗΣ

Share

Πώς ήρθες ψες με άλλο πρόσωπο
δεν κατάλαβα
Αναγνώρισα αμέσως
το λευκό πουκάμισο γιορτής
το οικόσημο του έρωτα κατάστηθα
τα μάτια που μιλούν με την ανάσταση
όταν βουλιάζουμε στο πένθος
Τα χέρια ίδια ακόμη με βελούδο
και κάθε χάδι ήξερε να υφαίνει
όσα μας έντυσαν
γυμνοί όταν αφήναμε
να μας κατασπαράξει μία μνήμη

Μονο Χαρα

Share

Φίλε μου καλέ,
μια θλίψη μου να εκφράσω
θέλω, έναν πόνο μου να πω,
στον πιο καλό μου φίλο, εσένα,
δεν εμπιστεύομαι άλλο κανένα.

κλειδωθήκαμε έξω απ’την αλήθεια…

Share

Φιλιά ως «έπεα πτερόεντα» των χειλιών…
Είμαι θλιμμένη αλλά το κρύβω.
Φοράω τη μάσκα απο χαμόγελο, τα χέρια ντυνω με γάντια,
να προστατέψω τα χάδια
κι ελευθερώνομαι σ’ένα τετραγωνικό μέτρο της ασφάλτου,
που ορίζει το σκάκι που παίζουμε.

ΑΜΑΡΓΕΤΗ

Share

Δεν θα σηκώσεις ποτέ το δακτυλάκι σου
Να δείξεις κοιτάζοντας ζερβά, παιδί μου
Το αριστερό σου χέρι είναι διαβολικό
Κι ο δάσκαλος το είπε και η γειτόνισσα ακόμα και ο παπάς της εκκλησίας μας
Δεν, δεν θα δείξεις ποτέ με το αριστερό σου
Το ζερβό ή ζαβό ή ζαβρό σου
Δεν θα χαιρετίσεις ποτέ το πρωί μ’ αυτό
Ούτε και το κόκκινο μαντήλι της κοινωνίας να πιάσεις μ’ αυτό
Ούτε το γιακά σου να φτιάξεις με το αριστερό
Περνάει η γειτόνισσα, τη σκούπα αλλιώτικα κράτα