The Medusa Glance


The ceaseless wanderings of a recalcitrant self


The Medusa Glance is a present-day triptych, a rich and profoundly nuanced contemporary narrative, sensitive to all the immanent and minute shades of reality, aspiring to embrace and incorporate the whole spectrum of lived experience. As a key motive, the author invokes Medusa, the female monster with venomous snakes on hear head. Stricken with fear, we are nonetheless tempted to be immersed in the poetic universe of Manolis. The epigraph characterizes the bold enterprise of the author aimed at the explicitation of the inner architecture and dynamics of experience, at the renewal of narrative practices and at the constant (re)negotiation of identity. The reader is swept away by a polychromatic tempest of verbs and embarks on a journey guiding him to the dimension of the minute and infinitely multifarious undulations of sublunary consciousness. Continue reading “The Medusa Glance”

Αλλαγή Ηγεσίας


Μανώλης Αλυγιζάκης

Στο στόχαστρο του βομβαρδιστικού
χώρα που πρέπει ν’ αλλάξει ηγεσία
αποτυχημένη κυβέρνηση
ν’ αντικατασταθεί

βόμβες και τηλεκατευθυνόμενα βλήματα
θάνατος ακρίβειας σ’ εφαρμογή

εταιρεία αμυντικού εξοπλισμού
σ’ επιφυλακή Continue reading “Αλλαγή Ηγεσίας”

Αμφιβολία – Doubt




Ο νέος που πρόσμενες να `ρθει
δεν ήρθε μήτε απόψε.
Μα τί θα του `λεγες; Γιατί;
Άσε τα μάταιο να χαθή.
Το άμοιρο φύτρο κόψε.
Μη σου πλανεύει την καρδιὰ
τη χιλιοπαθημένη,
μία αναγελάστρα επιθυμιά.
Στην εαρινὴν αυτὴ βραδιὰ
μία πίκρα είνε χυμένη.
Μα δεν ακούς τη συμβουλή,
τόσο η μαγεία σε δένει.
Μήτε κι απόψε δε θα `ρθεί
κι έτσι θα γίνει πιο πολὺ
το αυριο που περιμένει.
Στα σκοτεινά του μάτια φως
η απουσία θα χύσει,
τ’ αδέξια χέρια του, με ορμὴ
συγκρατημένη, ένας κρυφὸς
καημὸς θα τα φιλήσει
και θα τα ειδώ να μου απλωθούν,
να `ναι δειλὰ στη νίκη,
γλυκὰ στην πίστη πως μπορούν,
κύμα χαδιών, να με τραβούν
στο βάθος σα χαλίκι.

Μανώλη Αλυγιζάκη



The young man you expected
hasn’t come tonight.
What would you tell him? Why?
Let the futile vanish
cut the unfortunate sprout.

Don’t let the forever
cunning desire
fool your heart.
There is a hidden sadness
in this spring evening.

Yet you don’t listen to advice
the enchantment has a strong hold on you
he’ll never come tonight
and tomorrow will turn
even more painful.

Absence will shine
light into his eyes;
with reserved ardor
a secret passion
will kiss his awkward hands

and I shall see them spread
timid in victory
sweet as if they can,
caressing waves, to pull me
like a pebble into the depth

Κωνσταντίνος Καβάφης



Μανώλης Αλυγιζάκης
Βανκούβερ, Καναδάς

kabafis1Ο Κωνσταντίνος Καβάφης, ένας από τους πρωτοπόρους της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, στην οδό Σέριφ, όπως κι ίδιος έγραψε χαρακτηριστικά, Κατάγομαι από την Κωνσταντινούπολη αλλά γεννήθηκα στην Αλεξάνδρεια στο σπίτι στην οδό Σέριφ, μικρός σε ηλικία ξόδεψα μερικά χρόνια στην Αγγλία όπου και ξαναπήγα για λίγο χρονικό διάστημα αργότερα όταν ενηλικιώθηκα. Έχω επίσης ζήσει στη Γαλλία και στην εφηβία μου έζησα για δυο χρόνια στην Κωνσταντινούπολη. Δεν έχω πάει στην Ελλάδα για πολλά χρόνια. Εργάζομαι για το Υπουργείο Δημοσίων Έργων της Αιγύπτου. Μιλώ Αγγλικά, Γαλλικά και λίγο Ιταλικά. Αυτό είναι ένα μέρος απ’ το βιογραφικό σημείωμα που έγραψε ο ίδιος το 1924. Continue reading “Κωνσταντίνος Καβάφης”

Γιώργος Σεφέρης – Σύντομη Ανασκόπηση


γράφει ο Μανώλης Αλυγιζάκης*

Ο Γιώργος Σεφέρης (1900-1971) αναμφισβήτητα ένας από τους γίγαντες της ελληνικής λογοτεχνίας και βραβευμένος με το Νόμπελ λογοτεχνίας το έτος 1963 κατάγεται από οικογένεια καλλιτεχνών. Ο πατέρας του ακαδημαϊκός, ο αδερφός του ποιητής, η αδερφή του ποιήτρια τον επηρέασαν θετικά και συνέβαλαν στη δημιουργική του ροπή που ξεκίνησε τη δεκαετία του 1930 και κράτησε σαράντα χρόνια μέχρι το θάνατό του. Continue reading “Γιώργος Σεφέρης – Σύντομη Ανασκόπηση”

Oath / Όρκος




He stood at the edge of the old castle’s parapet
below it the hungry abyss and
even lower the gleaming sea
ready to splash its first wave
onto the yellow soft sandy beach

when he raised his arm
as if taking an oath
as if promising to come back
at another time when we’d need
one to stand against
the greed and gluttony of the few
who comfortable and fat
dwelled in their satiation. Continue reading “Oath / Όρκος”

Kiki Dimoula/Κική Δημουλά



Δυο στήλες χαρακώστε
για τις ζημιές της μέρας τούτης
και τα κέρδη της.

Τα σοβαρά νοήματα
τις φωτεινές σας σκέψεις, τα διαβάσματα
τ’ από τη μια γραμμή στην άλλη
άτεγκτα περάσματα
στη στήλη των κερδών να σημειώσετε. Continue reading “Kiki Dimoula/Κική Δημουλά”

Yannis Ritsos – Γιάννης Ρίτσος




Δεν είχε καιρό — πού ν’ ακούσει; Ψάχνοντας για το ψωμί του
δεν είδε πως μεγάλωνε το στάχυ γαργαλώντας τ’ αυτί του ήλιου,
δεν είδε το ξανθό μουστακάκι του καλοκαιριού,
δεν είδε που μεγάλωσε ο ίδιος.

Continue reading “Yannis Ritsos – Γιάννης Ρίτσος”

Second Advent of Zeus – Δεύτερη παρουσία του Δία


Manolis Aligizakis


[tab title=”Second Advent of Zeus”]


The merciful Hestia built my dwelling

echo of a gallop
sang in faraway lands
sound of a comma
I heard
the exclamation
of a woman’s nipple
an exhausted tree stopped
its rustle and I existed
in vague limbo

homophonic crickets spoke of duty
foggy installment of guilt

I carried into this world from
the serenity of the blessed souls
an unbroken link
to my ancestors beauty Continue reading “Second Advent of Zeus – Δεύτερη παρουσία του Δία”

Limping Man


[tab title=”English”]
Breeze laughed amid
his limping footsteps
nature’s unforgiving mistake
struggled out of the sea

eyes full of kindness
irises of a saint
a brave man’s graceful stature
in his unbalanced steps
the balance of the Universe
searched for justice
pain of the different
in vain danced
in the expression of the man
who limped out of the light waves

Continue reading “Limping Man”




[tab title=”Ελληνικά”]

Μανώλης Αλυγιζάκης,
ποίηση, εκδόσεις ΕΝΕΚΕΝ 2013

“Επίγνωση” είναι ο τίτλος του πρώτου ποιήματος της συλλογής αυτής. Και αυτό δεν είναι τυχαίο. Ο ποιητής πολύ συνειδητά προτάσσει αυτό το ποίημα με αυτό τον τίτλο στην συλλογή του. Επίγνωση όμως για ποιο πράγμα; Για το ότι η ποιητική συλλογή αυτή υπόκειται στους φυσικούς νόμους της φθοράς, ότι τα φύλλα της θα κιτρινίσουν και μοιραία κάποια στιγμή θα πέσουν αφήνοντας πίσω γυμνό να χάσκει το κενό που υποβόσκει πίσω από κάθε ποιητική συλλογή, πίσω από οποιοδήποτε έργο δημιουργίας;

Επίγνωση για το ότι όπως λέει ο στίχος του ποιήματος «για πάντα τίποτε δεν μένει»;
Αφιερωμένη στους γονείς του η συλλογή. Που έζησαν τα γηρατειά τους στο χωριό. Και το δεύτερο ποίημα έχει τίτλο όχι βέβαια συμπτωματικά, «Ζευγάρι Γερόντων». Κρασί, ελιές, φέτα, σαλάτα κάτω από μία κληματαριά, μονόλογος μοναξιάς, επίλογος ζωής. Αγωνία για τον γιό που ζει στα ξένα αλλά και καρτερία και διαστολή της καθημερινότητας και των απλών στιγμών ευτυχίας, ξέχασες να κόψεις την σαλάτα.

Ποιο είναι το αλφαβητάρι του ποιητή; Κυρίαρχη θέση έχει το Τ της τρυφερότητας. Αν δεν ανοίγει κάποιος τον εαυτό του στην αγάπη δεν έχει λόγο ύπαρξης. Η βραδυφλεγής ανατρεπτική δύναμη που κάνει ένα σπίρτο να μετατρέπεται σε φιτίλι ή ένα νυχτολούλουδο σε καλειδοσκόπιο του σύμπαντος είναι η κινητήρια δύναμη σ’ αυτό το βιβλίο. Ο έρωτας και ταυτόχρονα όμως ο θάνατος που καιροφυλακτεί. Ο αδυσώπητος νόμος που διέπει την ζωή των θνητών.
Δακρύζω λέει ο ποιητής στο ποίημά του Νυχτολούλουδο που γοργά η νύχτα πέρασε.

Η φιλοσοφία του αιώνιου γίγνεσθαι του Ηράκλειτου. Η κίνηση που εκφράζεται με την συνεχή ροή του ποταμού που ολοένα ανανεώνεται. Αυτός είναι ο κορμός του δέντρου των Φυλλοροών του Μανώλη Αλυγιζάκη.

Για τον ποιητή ο μικρόκοσμος και ο μακρόκοσμος, ένα τριαντάφυλλο, μία συστάδα με πεύκα ένα ηλιόλουστο απόγευμα, η ήβη μίας γυναίκας, ένα κοπάδι από σπουργίτια, ένα σεντόνι τυλιγμένο σε αγαπημένο σώμα, οι καθημερινές μικρές τελετουργίες, το βούρτσισμα των μαλλιών, το πλύσιμο του προσώπου των αγαπημένων μας αποτελούν ένα ιερό μυστήριο στο οποίο μυείται με προθυμία και ταπεινότητα.

Φοβάται όμως μήπως η έννοια του μυστηρίου καταπατηθεί από τους ιερόσυλους, από τους ανθρώπους που με τσιμέντο κονιορτοποιούν το συναίσθημα και την ευαισθησία, από τις ιερόδουλες και τους νταβατζήδες που καπηλεύονται την ιδεολογία και ανάλγητοι ισοπεδώνουν τα πάντα.
Για τον ποιητή όλα χάνονται, κυλούν μέσα από τα δάχτυλά του, γίνονται άμμος, ρευστή ύλη που διαλύεται, όλα εκτός από ένα χαμόγελο, ένα μικρό τώρα που αχνίζει, που δεν διαιρείται, δεν αναλύεται, είναι η στιγμή που κοχλάζει.

Η μοίρα είναι προδιαγραμμένη, κλείνουμε ραντεβού με το θάνατο κάθε στιγμή, προδίδουμε τον εαυτό μας και τον άλλο, γεμάτοι πλεονεξία ποθούμε πράγματα που ανήκουν σε άλλο, κινούμαστε ανάμεσα σε άμπωτη και παλίρροια, σε ρεύματα που μας πηγαίνουν μπροστά και πίσω, παλεύουμε κάθε στιγμή την αίσθηση της ματαιότητας και του κενού.

«δεν μπορεί» λέει ο ποιητής στο ποίημά του Ρεύματα.
Πρέπει λοιπόν να υπάρχει κι άλλη μια φορά.
Σίγουρα πρέπει
να υπάρχει.
Οπωσδήποτε πρέπει.

Βαθιά φιλοσοφική και υπαρξιακή αυτή η συλλογή του Μανώλη Αλυγιζάκη, το θαύμα που περνάει και χάνεται, η σιωπηλή αποδοχή και η προσπάθεια κατανόησης, θολή κωπηλασία με μία βάρκα μέσα στην ομίχλη.

Ο ποιητής καλοπιάνει τον θάνατο, προφέρει το όνομά του, προσπαθεί να τον ξορκίσει, ουσιαστικά όμως αποδέχεται πια πολύ συνειδητά τον όρο του συμβολαίου της ζωής που στην ρήτρα του υπάρχει η λέξη θάνατος.

Στα ποιήματα “Πυργίσκος”, “Ήρωες” και “Ανατολή” ο ποιητής σαρκάζει για την εξουσία που στέλνει νέα παιδιά να πολεμήσουν ως πρόβατα επί σφαγή, για τους στρατηγούς, τους επίσκοπους, τις σημαίες και την καπηλεία του πολέμου.

Στα τέσσερα τελευταία ποιήματα της συλλογής (Φακός, Λαχτάρα, Κλαδιά και Επιμονή) προς το τέλος του ποιήματος εμφανίζεται ο στίχος και λες με μία παύλα δίπλα του ή κι είπες με μία παύλα δίπλα του, διαβάζω τους στίχους που ακολουθούν λοιπόν μετά την παύλα και στα τέσσερα αυτά ποιήματα.

Φιλόσοφος θα γίνω την επόμενη φορά/του κόσμου τα προβλήματα να λύσω.
Τι καλά να κολυμπούσαμε στο κρύφιο περιγιάλι μας.

Πιλότος θα γίνω στην επόμενη ζωή/για να πετώ ψηλά στα σύννεφα
Και ο τελευταίοι στίχοι του τελευταίου ποιήματος της συλλογής
Ξανά θα δοκιμάσω τη φωνή
του τριζονιού να μετατρέψω
σε ανατρίχιασμα
και νομίζω ότι δεν μπορεί να υπάρξει καλύτερο τέλος από αυτό.

~Χλόη Κουτσουμπέλη,
ΕΝΕΚΕΝ, Νο 33 Θεσσαλονίκη,
Φθινόπωρο-Χειμώνας 2014


[tab title=”English”]

poetry by Manolis Aligizakis,

Awareness is the title of the first poem of this collection and not without reason.
The poet selects this poem as the first one but one wonders: awareness for what? Is it because this poetry collection is subject of the natural laws of decay, like tree leaves that turn yellow and fall at some moment leaving behind them the gaping void that lies under every poetry collection behind every creative form? Or is it awareness because, as the last verses claim, nothing stays forever?

The collection is dedicated to his parents who lived their last years in the village and the second poem of the book “Old Couple” is at that exact place with images such, olives, feta cheese, wine, salad under the grape vine, monologue of loneliness, epilogue of their lives. Agony for a son away in a foreign land but expectation, longing, and the everyday events transcend into moments of happiness and laughter, you forgot to make the salad.

What is the poet’s primer? Prime roll plays the sound of the letter T from the word tenderness. When one doesn’t open himself to love one has no reason for living. The slow spark that reverses the equation and turns into a wick and becomes a conflagration, or a night flower that turns into the kaleidoscope of the Universe are the underlying forces of this book. Eros and at the same time Death that lurk behind everything; the unstoppable law of the cosmos that controls the people’s lives and emotions.

I too grieve,
that night has passed by so fast
the poet says in Night Flower:

Heracleitos’ philosophy of the ever changing world, the continuous movement of things and people like a river that forever evolves and renews this is the backbone of the book Nostos and Algos.

For the poet the microcosm and the macrocosm are but a rose, a thicket of trees in the afternoon, the mound of a woman, a flock of sparrows, a bed-sheet that wrapped the body of the beloved, the simple events of everyday life, the brushing of teeth, the washing the face of a beloved person become a mystery into which he delves with willingness and humbleness.

Yet the poet is afraid that the mystery of these simple everyday events may be violated by the sacrilegious people of the cement city who make dust of every emotion and refinement, by the hierodules and pimps who turn every ideology into a profit thus flattening everything in their path.
For the poet everything vanishes, everything flows through his fingers; we arrange our date with Death at every moment, everything except of a smile that is whole, it can’t be divided, it can’t be analyzed, it is the moment that boils and bubbles.

Fate is predetermined. Our date with Death occurs every day. We betray ourselves and others, we yearn for things that belong to others, we move between high and low tide in currents that take us forth and back we fight at every moment the feeling of this futile life and the void.

Then, there must be
another time
there must be
it must
the poet says in Tides

Deep philosophical, existential collection is this book by Manolis. The miracle passes and vanishes, the silent acceptance and the effort to understand, is but the vague oaring in a foggy day.
In the poems Turret, Heroes, Sunrise, the poet is sarcastic to the leadership that sends men to war like lambs to the slaughterhouse, for the sake of the generals, the bishops, the flags and the business of war.

In his last four poems, Lens, Craving, Branches and Insistence toward the end of each poem the words and you said — appear as if the poet talks to someone next to him and I can see no other way to end this beautiful book but the phrase of the last poem:
Again I shall try to transform
the cricket’s song
into a shiver.

~Cloe Koutsoubelis, ENEKEN, No 33,
Salonica, Greece, Fall-Winter 2014



Το Πουλί με τις Αλήθειες/The Bird that spoke the Truth


Tasos Livaditis_cover_Apr3.indd

Η λήθη σκέπασε το παρελθόν, το άγνωστο πολιορκεί το σπίτι
φαντάσματα πραγμάτων που αγαπήσαμε και χάθηκαν
και τώρα μόνον οι αράχμες γνωρίζουν τη συνέχεια — αλλά η
νοσταλγία για το άγνωστο μας είχε κερδίσει από παιδιά κι η
μας είχε υποσχεθεί τις μακρινές αποστάσεις. Ώ το παιδί που υπήρ-
ξαμε μ’ εκείνο τον τεράστιο λαιμοδέτη
Continue reading “Το Πουλί με τις Αλήθειες/The Bird that spoke the Truth”

Dimitris LIantinis’ “HOUR OF THE STARS”




Ὁδηγητής τῶν ἑφτά βοδιῶν
πού λειβαδεύουν στό βιλαέτι τῆς ἔγνοιας σου
ἀθροίζεις τόν ἕωλο αἰῶνα.
Ἔχτισες τά σύνορα τοῦ ἀγῶνα σου
μέ τέσσερες σταγόνες παγωμένου ἱδρῶτα
σέ σχῆμα λάβαρου σταυροφόρων.
Ὦ Ἀλκάλουροψ,
πλοηγέ τοῦ γέλιου τῶν παιδιῶν
καί ἀλφαβητάρι τῶν γερόντων.
Στέκεις ἀνάμεσα στή γκρίζα ἡλικία τῶν βράχων
καί τραγουδεῖς στή φλογέρα σου
τό μόχτο τοῦ θάνατου
τοῦ ἰσχυροῦ καί ἀθάνατου.


Guide of the seven bulls
that graze in the kingdom of your concern
you measure the stagnate century.
You’ve built the borders of your struggle
with four drops of frozen sweat
in the shape of the crusaders banner.
Oh, Alkalurops
navigator of the children’s laughter
and alphabet of the elders.
You stand amid the gray age of rocks
and with your flute you sing about
the labor of death
of both the powerful and the immortal.

~Δημήτρη Λιαντίνη, “Οι Ώρες των Άστρων”/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Dimitris Liantinis, “Hour of the Stars”/Translated by Manolis Aligizakis

Final Agreement



[tab title=”English”]

 Translated by Manolis Aligizakis

When rain struck the window with one of its fingers
the window opened inward. Deep inside
an unknown person, a sound – your voice?
Your voice distrusted your ear. The next day
the sun went down the fields, like a descent of farmers
with scythes and pitchforks. You too went out to the street
yelling not knowing about what you were yelling,
Continue reading “Final Agreement”



Yiannis Ritsos original
translated by Manolis Aligizakis 

[tab title=”English”]
Sometimes past midnight the rhythmic hooves of horses
are heard from down the road of a delayed carriage as if
from a mourning matinee of some rundown neighborhood
with its plaster fallen off the ceiling, with the peeling walls
with a huge discolored red curtain drawn
that has shrunk from so many washings and in the gap
it leaves under it
Continue reading “Eleni”



[tab title=”English”]

Translation Manolis Aligizakis

   He sat on the stool by the front yard, his hands so clumsy, they had
already overtaken us “someday they will demolish the house”, he says
to me, and they’ll discover it”
and every so often at the far end of the room someone wrapped around
him a bed-sheet, it was the time he escaped, until the bed-sheet fell
empty on the floor and we had a friend forever,
in the stations, the immigrants were lined and waited hiding inside
their overcoats the voyage like a dog on its death bed
Continue reading “Escape”

The Nails


Tasos Livaditis-Selected Poems
Translated by Manolis Aligizakis


[tab title=”English”]

Sometimes, that special hour, I think of narrating all the details:
how, for example, this incurable disease started on the opposite wall
or about that woman in the park, whose body was nailed on the bench,
and I say this without exaggeration, the nails protruded from her cloths
like small buttons, while her purse with her identity card floated down
the creek, that we couldn’t find out anything about her, and as I
went up to the loft they allotted to me for the night, I discovered they
had moved and only hay was left behind, because they always had
the fear of comedown, and there were moments when everyone
anticipated the inescapable and when the night fell serenely, they
quietened down, because the others weren’t going back and forth
in the hallway to look behind the door at the far end.
For this I’ve stayed on the sidelines, with the hope of rediscovering
that lost soul.

Tasos Livaditis-Selected Poems
Translated by Manolis Aligizakis


[tab title=”Ελληνικά”]


Σκέφτομαι, κάποτε, σέ μιά ιδιαίτερη ώρα, νά διηγηθώ όλες τίς
λεπτομέρειες, πώς, λόγου χάρη, άρχισε αυτή η αθεράπευτη αρρώ-
στια στόν απέναντι τοίχο ή γιά εκείνη τή γυναίκα στό πάρκο, πού
ήταν ολόκληρη καρφωμένη πάνω στό παγκάκι, καί λέω καρφωμένη
χωρίς ίχνος υπερβολής, τά καρφιά εξείχαν σάν μικρά κουμπιά πάνω
απ’ τά ρούχα της, ενώ η τσάντα μέ την ταυτότητά της κυλούσε
μές στό ρυάκι, γιά νά μήν ξέρουμε τίποτα γι αυτήν, κι όπως ανέ-
βηκα στή σοφίτα πού μού `χαν παραχωρήσει γιά τή νύχτα, είδα
πώς είχαν μετακομίσει, καί δέν έμενε παρά λίγο άχυρο, επειδή
είχαν πάντα τό φόβο τού ξεπεσμού, κι ήταν στιγμές πού όλοι περί-
μεναν τό αναπόφευκτο, κι όταν νύχτωνε ήρεμα, ησύχαζαν, γιατί
εκείνοι δέν πηγαινοέρχονταν στό διάδρομο, νά δούν ακριβώς πίσω
απ’ τήν πόρτα τού βάθους.
Γι’ αυτό κι εγώ κρατιέμαι παράμερα, μέ τήν ελπίδα να ξαναβρώ
εκείνη τή χαμένη ψυχή.

Τάσος Λειβαδίτης-Εκλεγμένα Ποιήματα
Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη






UbermenschΟ «Υπεράνθρωπος» του Μανώλη Αλυγιζάκη είναι από τα πιο δύσκολα και φιλοσοφημένα έργα που έχω συναντήσει. Και πώς να μην είναι άλλωστε, εφόσον ταυτίζεται με τον Υπεράνθρωπο του Νίτσε, τόσο σε πλοκή όσο και σε νοήματα. Ο ποιητής «παίζει» με τις συμβάσεις καθώς σχετίζει τον Υπεράνθρωπο, αφενός μεν με την πραγματική διάσταση που του δίνει ο Γερμανός φιλόσοφος, αφετέρου δε με την παρερμηνεία που του έδωσαν οι Γερμανοί εθνοσοσιαλιστές, με τα τραγικά αποτελέσματα που ακολούθησαν για όλη την ανθρωπότητα.

Πριν λοιπόν περιγράψουμε τον Υπεράνθρωπο του Μανώλη Αλυγιζάκη, ας δούμε εν συντομία τι προσδοκούσε ο Νίτσε με αυτό του το σύγγραμμα. Με πολύ απλά λόγια ο Νίτσε έθετε τον άνθρωπο αντιμέτωπο με τις ευθύνες του και τις δυνατότητές του, που αν τις χειριζόταν ορθά, θα μπορούσε να υπερπηδήσει κάδε εμπόδιο. Με κύριο μοχλό τη σωστή χρήση της λογικής και του ενστίκτου θα μπορέσει να ζήσει σε μια κοινωνία ισότητας και ελευθερίας, όπου ο καθένας θα είναι ο κύριος του εαυτού του. Βέβαια ο Νίτσε δεν περιέγραψε την ηθική διάσταση του Υπεράνθρωπου, καθώς ήρθε να αναπληρώσει (όπως ισχυρίζεται ο συγγραφέας) το κενό της εξουσίας και της Θεϊκής ανυπαρξίας. Ο Υπεράνθρωπος λοιπόν λυτρωτής, υπέρμαχος της ηθικής αλλά και λίγο ανεξέλεγκτος, όσον αφορά τα απώτερα σχέδιά του για τον κόσμο, που επίσης παραμένουν ασαφή…

Continue reading “Υπεράνθρωπος”




UbermenschUbermensch, by Manolis Aligizakis is the most difficult and most philosophical poetry book I have come across. And rightfully so since it is identified with Nietzsche’s “Ubermensch” so much in the plot as much in the concepts. The poet “toys” with the various conventions as he firstly relates Ubermensch to true dimension given to him by the German philosopher and secondly to the misinterpretation given to the concept by the German ‘national-socialists’ with the horrible results that followed and affected the whole world.

Continue reading “Ubermensch”

The Visitor’s Letter


by Tasos Livaditis
translated by Manolis Aligizakis

[tab title=”English”]

Suddenly on an autumn day he left, on the table he left a letter
“don’t send me away” it read and spoke of a deep inhabitable
emotion; in the house all the lights were turned on that I wouldn’t
understand, that perhaps, he had never come, while next to the letter
he had left the mystery of his death, already covered by cobwebs,
“how you found me?” he says to me, “I never existed”, “for this”
I said and it was as if we were born and raised in a carriage that run
into the shivering roads,
yet I still couldn’t fight against this facial of the house,
its walls, ravaged, dived deeper than my blood in the darkness
of the night.

Tasos Livaditis-Selected Poems
Translated by Manolis Aligizakis

[tab title=”Ελληνικά”]


Έφυγε ξαφνικά μιά μέρα τού φθινοπώρου, πάνω στό τραπέζι
είχε αφήσει ένα γράμμα, “μή μέ διώξεις” έγραφε, καί μιλούσε γιά
ένα μακρύ ακατοίκητο προαίσθημα, τά φώτα ήταν όλα αναμμένα
στό σπιτι, γιά νά μήν καταλάβω πώς, ίσως, δέν είχε έρθει ποτέ,
ενώ πλάι στό γράμμα είχε ακουμπήσει τό μυστήριο τού θανάτου
του, πού οι αράχνες τό `χαν κιόλας σκεπάσει, “πώς μέ βρήκες, μού
λέει, εγώ δέν υπήρξα”, “γι’ αυτό” τού λέω, κι ήταν σάν νά `χαμε
γεννηθεί καί μεγαλώσει σ’ ένα αμάξι, πού έτρεχε μές στό ανατρί-
χιασμα τών δρόμων,
μά ούτε καί μπορούσα νά παλέψω μ’ αυτήν τήν προσοψη, τού
σπιτιού, πού οι τοίχοι του φαγωμένοι κατέβαιναν βαθύτερα απ’ τό
αίμα μου, μές στό σκοτάδι τής νύχτας.

Τάσος Λειβαδίτης-Εκλεγμένα Ποιήματα/Tasos Livaditis-Selected Poems
Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη/Translated by Manolis Aligizakis



The Third Man


[tab title=”English”]

translation by Manolis Aligizakis

____Then the other one came, he carried an old ravished valise,
in which he hid all the ghosts of his life, that they never needed
chase after him,
____we were in the same stuffy room and the large animal sawn
on the carpet was already biting our knees,
____“mother”, I asked at some-time, “where can we find some water for
my horse?”, “but I don’t see any horse”, “you too, mother!”,
____a line of candles was on both sides of the hallway and at
the far end the store that sold old music instruments hanging
from the ceiling like the destitute, and in the middle the merchant,
Continue reading “The Third Man”

The Carriage


[tab title=”English”]
The foreigner chatted with the woman in a low tone, of course,
the woman was dead and he stared at his destiny, that useless outline
the dead leave on the chair,
birds struck the ceiling and fell into the dirty sink where all
the stories ended, embalmed old men sat behind the window glass
the stoa was dark, the stores wet where they sold tripods for caskets
and wreaths for glory we had once dreamed off,
Continue reading “The Carriage”

The Empty Coat



[tab title=”English”]

Translation by Manolis Aligizakis
of Tasos Livaditis-Selected Poems

Night fell and in the old house only the shadows remained, “aunt
Eudokia”, I said to her, “be serious, you are dead now”
but she retained the same awkward smile, like back then when she hid
something which I wasn’t allowed to know as yet
the foreigner narrated stories of signs and wonders, ancient old
murders, he also talked about a fly on the child’s glass and that he burnt
its wings “since then it stands there as if to punish me” and he pointed
far away to the road he never took
Continue reading “The Empty Coat”