ΥΦΑΙΝΟΝΤΑΣ ΕΝΑ ΛΑΒΑΡΟ ΑΓΩΝΑ

Share

Buy Diazepam Online From U.K Πόσο καιρό κρατάει η επώαση

http://blogs.keshokenya.org/robots.txt όταν οι κάμποι δεν θέλουν άλλο στάρι για την πείνα του γεωργού

ούτε μαστίγιο για δούλο που είναι κύριος της ιστορίας του

Buy Valium Laos Τα χαμηλά σπίτια στεγάζουν μόνο χαμηλές ζωές

http://sandshade.com/ads.txt Αλλά ψηλώνει ο ήλιος

λιώνει σαν το ξερόχορτο αυτό που πρέπει να χαθεί

http://birmingham-dolls.co.uk/wp-cron.php?doing_wp_cron=1597253009.6648519039154052734375 Από κάστρο γκρεμισμένο πηδάει επαναστατημένος λόγος

βγαίνει και γλώσσα  της διχόνοιας

Τινάζεται σακατεμένο σώμα

ένα σπαθί από κόκαλα βασανισμένων

κι άλλο ένα που στήνεται φρουρός

http://vincenttechblog.com/wp-cron.php?doing_wp_cron=1597243404.9437379837036132812500 πλάι σε  θρόνο και αξιώματα

Κι  όταν χιμάει η φωτιά από μπουρλότο

http://blog.leedsforlearning.co.uk/wp-cron.php?doing_wp_cron=1597257883.4976930618286132812500 σμίγει με λίβα που κατακαίει την αντρειωμένη του ύμνου

΄Ομως δεν παύει  το ποδοβολητό ξεσηκωμένων

φουρτούνα η  στεριά

Cheapest Uk Valium σοδειά το κύμα

http://zaphiro.ch/wp-cron.php?doing_wp_cron=1597255681.6034419536590576171875 και σωριασμένοι

http://sandshade.com/wp-cron.php?doing_wp_cron=1597265957.4203169345855712890625 με ελληνικό  και με φιλέλληνο  το χέρι  καίγονται οι αιώνες

Αρκεί που φλέγεται πνίγεται ο ραγιάς

http://blog.leedsforlearning.co.uk/wp-cron.php?doing_wp_cron=1597283336.0012741088867187500000 στις αναθυμιάσεις που ρουφάει το σκυμμένο του κεφάλι

http://davidbakeronline.com/test/instagram.com/instagram.com/twitter.com/twitter.com/instagram.com/twitter.com/dbthinksmart Καιρός  φωνάζει η σημαία να ξεδιπλώσει μία δόξα

Buy Diazepam Online Nz η μνήμη να ανασύρει από τον εγκλεισμό της λέξεις

Order Diazepam Australia Πληρώθηκε πλέον μίας ήττας ο βαρύς ο φόρος

Buy Zepose Valium με τα παιδιά που δεν έγιναν ΄Ελληνες

http://vincenttechblog.com/wp-cron.php?doing_wp_cron=1597239248.7194149494171142578125 τις γυναίκες που φορέσαν    γιαταγάνι  την τιμή

Buy Valium London τους άντρες που γεννήσανε εκ προοιμίου σκλάβους

και τους βαφτίσανε   με  ρούχα του  νεκρού

Στα  λάβαρα που  χρωματίζουν  ύμνους

Generic Valium Online ο πόθος να μιλάει πρέπει με την αγάπη

http://firewithoutsmoke.com/portfolios/steep-road-to-the-olympics/ να στέκεται ολόρθος απέναντι σε  έριδα και εχθρό

Σε κόκκινα κιλίμια ας  ξαπλώνει η μάνα τα παιδιά

να συνηθίζουν από τη μια τη νέα μοίρα

από την άλλη έναν  έρωτα πατρίδας

καθώς περνάει χειροπόδαρα δεμένος

σε άρμα που δεν ξέρει από δρόμο γυρισμού

Οι νύχτες  με   φεγγάρι στέμμα

ρίχνουν βροχή τα χρόνια

να ξεπλυθούν τα ερείπια κι η μαύρη ράχη

να βλέπει  να ζυγώνει θαρρετά το μέλλον

σε  μια Ελλάδα  που παθαίνει και μαθαίνει

Μέσα από σταύρωση και έγερση

φοράει λίγο λίγο στο κορμί της

θάλασσα γη και ουρανό

Buy Valium By Roche 10Mg Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου

ΠΕΣ ΜΟΥ

Share

Πες μου πως άνοιξε ο χρόνος μια σχισμή
Πες μου πως χάθηκε η κακιά στιγμή
Πως δεν υπάρχει τόση μνήμη να πονάει

Πες μου ακόμα πως γαλάζιος ουρανός
Και πάλι στέκει από πάνω γελαστός
Και σκύβει λεύτερος, γλυκά και μας φιλάει

Κι όλα πως γίνονται ξανά σαν δυο παιδιά
Που παίζουν λεύτερα στου ήλιου τη θωριά

Πες μου ακόμα πως τελειώνουν τα σκοτάδια
Πως δεν θα έρχονται με καημούς τα βράδια
Γύρισε πες ο αγνοούμενος καιρός μας

Και βάλε πάλι το δικό του πιάτο στο τραπέζι
Και η ζωή σαν το ραδιόφωνο να παίζει
Γύρισε πες ο πρωτινός παράδεισός μας

Κι όλα πως γίνονται ξανά σαν δυο παιδιά
Που παίζουν λεύτερα στου ήλιου τη θωριά

Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου

Ο ύπνος του δικαίου

Share

Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου

μπήκα, λοιπόν, απ΄το παράθυρο
έκανα να πηδήξω πάνω στο τραπέζι
εκεί που το μούχρωμα θα έριχνε στροφές
θα γλένταγε με την ψυχή μου
αν έτσι κοιμούνται οι συνειδήσεις
τόσα λασπόνερα έχυσε στη μέρα
στόχος υπό κάλυψη να πνιγούν
τα κεφάλια όσων δεν έσκυβαν
από μια σπάνια πάθηση του νου
τρύπωνα λοιπόν επιμελώς ευθυτενής
ορκισμένος κλέφτης ευκαιρίας
μα εκεί που τα πόδια μου πατούσανε γερά
σε επικείμενη γιορτή
-άρτον και θεάματα θέλει κι ο θάνατος
μικρός ή μεγάλος –
μια φωνή με τράβηξε άγρια απ΄τη μέση
λίγο ακόμα και θα γονάτιζα
θα τσάκιζα όλες τις εύθραυστες εν τέλει προσδοκίες
η φωνή μού έσπασε επιλεκτικά τον τσαμπουκά
παράνομα, είπε, δεν πρέπει να τρυπώνει κανείς στην ευτυχία
δεν πιάνεται στον ύπνο
υπάρχουν πάντα κάμερες
διενεργούνται όλοι οι έλεγχοι
στου φεγγαριού τη χάση
στην αθέατη όψη της συνήθειας
στα απαλλοτριωμένα άστρα
αργά ή γρήγορα η σκοτεινή εξαίρεσή σου
περνάει απ΄τους κανόνες

όπως έστρωσαν
μπορείς να κοιμηθείς;

Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου
Ποιητική συλλογή REM
Eκδόσεις Μανδραγόρας
Αθήνα 2019

No Comment

Share

Οι σπαραγμοί φιλάνε την οθόνη
Παρελαύνουν θάνατοι
Χαιρετάμε στρατιωτικά

No comment

Τα μάτια λευκά σεντόνια
Έτοιμα να τυλίξουν Μεσσίες και νεκρούς
Ένα παιδί γυμνό
Γυρεύει χώρα να ντυθεί

Νο comment

Οδύρεται μια πυρκαγιά
Καίγονται δρόμοι
Αχνίζουν χωρισμούς
No comment

Aκουμπάς ένα κεφάλι στα χέρια μου
Σκέψου μου λες
Ακουμπάς και μια καρδιά
Νιώσε μου λες
Μην είσαι άγαλμα
Κρύο το μάρμαρο
Όμως το βλέμμα σπίρτο
Ανάβει τη φωνή
Ψηλάφισε αυτό που όλο φεύγει
Βρες τον διακόπτη
Φωταγώγησέ μας

Μας βλέπεις έξω από την οθόνη;
Μπορείς τώρα να μιλήσεις

Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου (2020)
ανέκδοτο

Μια θάλασσα ίδια με θύμηση

Share

Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου

Κάθεται αγνάντια στη θάλασσα.  Και αφουγκράζεται τον ερχομό της ως τις άκρες των ποδιών του. ΄Ετσι όπως τότε που ήτανε παιδί και βούλιαζε στο χρυσό όνειρο της Αμμοχώστου. Τότε μιλούσε με τη θάλασσα μια άλλη γλώσσα,  παιδική. Της έλεγε για τα όνειρά του κι εκείνη άκουγε ήρεμη σαν λάδι τα φτερουγίσματα των λόγων του. Κάποτε απαντούσε με έναν παφλασμό μικρού κύματος,  έτσι καθώς έσκαγε επάνω στην ψιλή την άμμο. Και τότε του φαινόταν πως το αποτύπωμά του έγραφε  λέξεις σαν πανιά , έτοιμα να τον ταξιδέψουν σε όσα ονειρευόταν. Μετά, λες και γύρευε ένα βάφτισμα για κάθε  καινούρια αρχή του, ορμούσε μέσα στο νερό, φωνάζοντας με ενθουσιασμό για όλα τα θαύματα που του έταζε χαμογελώντας το μέλλον.

Αυτά τότε, στα δέκα του χρόνια, με δυο μάτια ήλιους, με δυο μάγουλα σαν ώριμα κεράσια, με χέρια λευκά σαν κρίνοι που προσμένανε να ανοίξουνε στο φως. Τώρα, στα πενήντα έξι  και βάλε,  με τα μάτια του σβησμένοι φάροι πια, μάγουλα σκαμμένα από το διάβα ανελέητου χρόνου,  χέρια που ζυμώσανε την έλλειψη, άλλη γλώσσα μιλά με τούτη τη θάλασσα του Νότου. Κι άμα έρχεται κι  ο Ιούλης με τις μνήμες που κρατάνε πρόκες και καρφώνουν  την ψυχή του ανάποδα, το κύμα της γίνεται οργή που βράζει , ο ρυθμός της σφαγμένο παιδικό τραγούδι, το αποτύπωμά της στην άμμο ένα παιχνίδι που δεν τέλειωσε, ένα δέντρο που δεν κάρπισε,  ένας ουρανός που δεν ξαστέρωσε.

Και φέτος μπήκε ένας Νοέμβρης χειμερινός. Φυλλοβόλα όσα έθρεψε μυστικά σαν όνειρα τις νύχτες.  Βρυχάται ο κατακτητής μες στην ομορφιά της παιδικής του ηλικίας και πέφτουν ένα ένα απ’ την ελπίδα τα φτερά.

Παίρνει ένα βότσαλο, το κρατάει μηχανικά στο χέρι, το ζυγιάζει. Μετά κοιτάει κατά τον ορίζοντα. Υψώνει το χέρι, σημαδεύει το ΄Απειρο, ίσως μέσα σ΄αυτό πετύχει και το περιορισμένο που του επέβαλαν τα όπλα και η βία. Σημαδεύει ξανά και ξανά, ματώνει,  όμως, μονάχα  τις μνήμες.  Και τότε λες και βγαίνει από τον βυθό μια ξεχασμένη γοργόνα. Τον κοιτάζει χωρίς να μιλά,  περιμένει το ξέσπασμά του.  « Ζει ο Βασιλιάς που κρύβω μέσα μου;» τη ρωτά. « Ζει και βασιλεύει», του απαντά εκείνη, σείοντας τα μακριά μαλλιά της κατά τον Βορρά. «Μην κοιτάς που κάποτε κουράζεται μες στη μεγάλη πορεία. Μη λογαριάζεις πως κοιμάται κάτω από άλλο δέντρο, πως ξεδιψά σε άλλη πηγή. Μη χάνεσαι, μην ξεχνιέσαι. Μη φοβάσαι και μην απελπίζεσαι.   Ζήσε  και περίμενε».

Αυτά του λέει κάθε φορά η γοργόνα και χάνεται πάλι στην άβυσσο του νου του. Κάποια στιγμή νιώθει τον ήλιο να βάφεται με όλα τα χρώματα της αποχώρησης. Ακόμα μια νύχτα πολιορκεί τη δική του. Λέει να μην ενδώσει. Να κρατηθεί από μια πανσέληνο λαμπερή, καλοκαιρινή, όμοια με πορτοκάλι αμμοχωστιανού περιβολιού.  Και τότε, θες από θαύμα θες από θέληση, τα ροζιασμένα χέρια του γίνονται πάλι κρίνοι λευκοί, έτοιμοι να γεννήσουν τον Σωτήρα της Γης του.

Μια θάλασσα ίδια με θύμηση

Share

Κάθεται αγνάντια στη θάλασσα.  Και αφουγκράζεται τον ερχομό της ως τις άκρες των ποδιών του. ΄Ετσι όπως τότε που ήτανε παιδί και βούλιαζε στο χρυσό όνειρο της Αμμοχώστου. Τότε μιλούσε με τη θάλασσα μια άλλη γλώσσα,  παιδική. Της έλεγε για τα όνειρά του κι εκείνη άκουγε ήρεμη σαν λάδι τα φτερουγίσματα των λόγων του. Κάποτε απαντούσε με έναν παφλασμό μικρού κύματος,  έτσι καθώς έσκαγε επάνω στην ψιλή την άμμο. Και τότε του φαινόταν πως το αποτύπωμά του έγραφε  λέξεις σαν πανιά , έτοιμα να τον ταξιδέψουν σε όσα ονειρευόταν. Μετά, λες και γύρευε ένα βάφτισμα για κάθε  καινούρια αρχή του, ορμούσε μέσα στο νερό, φωνάζοντας με ενθουσιασμό για όλα τα θαύματα που του έταζε χαμογελώντας το μέλλον.

Αυτά τότε, στα δέκα του χρόνια, με δυο μάτια ήλιους, με δυο μάγουλα σαν ώριμα κεράσια, με χέρια λευκά σαν κρίνοι που προσμένανε να ανοίξουνε στο φως. Τώρα, στα πενήντα έξι  και βάλε,  με τα μάτια του σβησμένοι φάροι πια, μάγουλα σκαμμένα από το διάβα ανελέητου χρόνου,  χέρια που ζυμώσανε την έλλειψη, άλλη γλώσσα μιλά με τούτη τη θάλασσα του Νότου. Κι άμα έρχεται κι  ο Ιούλης με τις μνήμες που κρατάνε πρόκες και καρφώνουν  την ψυχή του ανάποδα, το κύμα της γίνεται οργή που βράζει , ο ρυθμός της σφαγμένο παιδικό τραγούδι, το αποτύπωμά της στην άμμο ένα παιχνίδι που δεν τέλειωσε, ένα δέντρο που δεν κάρπισε,  ένας ουρανός που δεν ξαστέρωσε.

Και φέτος μπήκε ένας Νοέμβρης χειμερινός. Φυλλοβόλα όσα έθρεψε μυστικά σαν όνειρα τις νύχτες.  Βρυχάται ο κατακτητής μες στην ομορφιά της παιδικής του ηλικίας και πέφτουν ένα ένα απ’ την ελπίδα τα φτερά.

Παίρνει ένα βότσαλο, το κρατάει μηχανικά στο χέρι, το ζυγιάζει. Μετά κοιτάει κατά τον ορίζοντα. Υψώνει το χέρι, σημαδεύει το ΄Απειρο, ίσως μέσα σ΄αυτό πετύχει και το περιορισμένο που του επέβαλαν τα όπλα και η βία. Σημαδεύει ξανά και ξανά, ματώνει,  όμως, μονάχα  τις μνήμες.  Και τότε λες και βγαίνει από τον βυθό μια ξεχασμένη γοργόνα. Τον κοιτάζει χωρίς να μιλά,  περιμένει το ξέσπασμά του.  « Ζει ο Βασιλιάς που κρύβω μέσα μου;» τη ρωτά. « Ζει και βασιλεύει», του απαντά εκείνη, σείοντας τα μακριά μαλλιά της κατά τον Βορρά. «Μην κοιτάς που κάποτε κουράζεται μες στη μεγάλη πορεία. Μη λογαριάζεις πως κοιμάται κάτω από άλλο δέντρο, πως ξεδιψά σε άλλη πηγή. Μη χάνεσαι, μην ξεχνιέσαι. Μη φοβάσαι και μην απελπίζεσαι.   Ζήσε  και περίμενε».

Αυτά του λέει κάθε φορά η γοργόνα και χάνεται πάλι στην άβυσσο του νου του. Κάποια στιγμή νιώθει τον ήλιο να βάφεται με όλα τα χρώματα της αποχώρησης. Ακόμα μια νύχτα πολιορκεί τη δική του. Λέει να μην ενδώσει. Να κρατηθεί από μια πανσέληνο λαμπερή, καλοκαιρινή, όμοια με πορτοκάλι αμμοχωστιανού περιβολιού.  Και τότε, θες από θαύμα θες από θέληση, τα ροζιασμένα χέρια του γίνονται πάλι κρίνοι λευκοί, έτοιμοι να γεννήσουν τον Σωτήρα της Γης του.

Buy Diazepam 2Mg Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου

ΕΚΚΟΛΑΨΗ

Share

Έχει γεννήσει πάλι η πεθυμιά. Αέναος νόμος που συντηρεί την επιβίωση. Πολλές μικρές ανομολόγητες ευχές σαν βάτραχου αυγά, που με το πλήθος τους εξορκίζουνε την εξαφάνιση. Πόση θέρμη χρειάζεται από μια σκέψη κλώσσα να βγούνε από τούτες τις ευχές όλα τα θέλω; Με μακριά χέρια σαν κλόουν σε τσίρκο που αντιστρέφουμε και γίνεται κορίτσι, με ένα ιώτα στο τέλος ως κατάληξη όλων των ουδετέρων συμφωνιών μας. Εκεί που λες πως εκτελέστηκες από ένα Τέλος, εκεί που μία πόρτα έκλεισε με πάταγο εμπρός σου αφήνοντάς σε να περιθάλπεις τη ματωμένη αξιοπρέπεια, εκεί ακριβώς βλέπεις κάτω απ’ τη χαραμάδα να γλιστράει ένα καινούριο μήνυμα. Μία ακόμα σελίδα, επίμονα λευκή, πρόκληση για την ανίατη εγρήγορσή σου.

http://bassenthwaite-reflections.co.uk/tag/conventional-contracts/ Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου

Ποιητική Συλλογή:   “ Η Αφηρημένη Τέχνη του ΄Εψιλον”

                                 Εκδόσεις Μανδραγόρας

                                  Αθήνα 2020