ΜΑΝΗ – Ο ΟΛΥΜΠΟΣ ΤΗΣ ΛΕΥΤΕΡΙΑΣ

Share

Buy Diazepam 2Mg Tablets Ο χάρος με τη λευτεριά παλεύουν και βρυχώνται
μα οι Μανιάτες πρώτοι αυτοί σέρνουνε τον χορό
ποτέ τους δεν φοβήθηκαν της μάχης το λουτρό
σαν Σπαρτιάτες πολεμούν κι αυτοί αναγεννώνται.

Ο άρχοντας Πρινοκοκκάς μαζί με τριακοσίους
Μανιάτες οχυρώθηκε στο οχυρό Καστρί
κατεναντίον νά ’ρχεται τον Πορθητή θωρεί
ως Λεωνίδας καρτερεί με τους δικούς του αντρείους.

Σαν τα λιοντάρια πολεμούν, ορμούν σαν τα γεράκια
μα αιχμάλωτους τους πιάνουνε και τους περιγελούν
κομματιαστά τους κόβουνε κι όπως μπορούν χαλούν
και τον γενναίο Πρινοκοκκά τον γδέρνουν, τα τουρκάκια!

http://zaphiro.ch/2019/01/16/zaphiro-engaging-with-the-italian-tso-terna/ Μετά ο Κλαδάς Κροκόνδειλος – περίεργο όνομα είχε –
που απ’ τη Μάνη κίνησε και μέχρι τον βορρά
την Ήπειρο ελευθέρωσε – τη λευτεριά ορά –
μα δε μπορούσε να οσμιστεί – απάτες δεν κατείχε –

http://firewithoutsmoke.com/laravel/vendor/phpunit/phpunit/phpunit.xsd πως θα τον πρόδιδαν ποτέ οι φίλοι σύμμαχοί του!
Τον πρόδωσαν έτσι απλά, οι φίλοι Βενετοί
κι όταν τον έπιασε η Τουρκιά, τι εικόνα Θεέ, φρικτή!
τον γδάραν ολοζώντανο, ως και την κεφαλή του.

http://blogs.keshokenya.org/wp-json/wp/v2/media?include=1784 Τέτοιους γενναίους ήρωες η Μάνη εγεννούσε
αμέτρητα κινήματα για την ελευθεριά
μέχρι που τα κατάφεραν, τ’ ανέμου τα θεριά
αυτονομία να γευτούν, κι η λευτεριά σκιρτούσε.

Μάνη, συνώνυμο, μαθές, με την ελευθερία`
σαν αετοί περήφανα, ελεύθεροι πετούν
μία βοήθεια έχουνε για να επικρατούν
ριζώνει μέσα τους βαθιά, κι αυτή ’ναι η αντρεία!

Μα «λευτεριά ή θάνατος» σ’ εκείνους δεν αρμόζει
αφού πάντα ελεύθεροι τόσους αιώνες ζουν
αυτόνομοι, στον τόπο τους μονάχοι επιζούν
«Νίκη ή θάνατος», ηχούν, αυτό ’ναι που δεσπόζει.

Ω! Ναι! Αυτό αρμόζει, τα σύμπαντα αντηχούν!

4/9/2020 – Ιωάννης Παναγάκος

Αυτός που δεν αγάπησε…

Share
Αυτός που δεν ταξίδεψε, στον Ήλιο, στο φεγγάρι,
με της αγάπης τα φτερά, χαρά δεν έχει πάρει.
Αυτός που δεν αγάπησε, άσημος ή φτασμένος,
πλούσιος, φτωχός, γέρος ή νιος, είναι δυστυχισμένος.
Αυτός που δεν αγάπησε, σιμά ’ναι να πεθάνει
γιατί απ’ την «πηγή ζωής», σταλιά να πιεί, δεν φτάνει.
Αυτός που δεν αγάπησε, πάντα ’χει συντροφιά του,
την θλίψη και τη μοναξιά και την κακομοιριά του.
Αυτός που δεν αγάπησε και άνδρας και γυναίκα
δεν έχει αγγίξει τη ζωή, ζωές κι αν ζήσει δέκα.
Και αυτός που δεν αγάπησε, ακόμα κι αν ανήλθε
στα πιο ψηλότερα σκαλιά, δεν έζησε… δεν ήλθε!

ΑΛΚΙΜΟ ΕΛΥΤΡΟ

Share

Αφιερωμένο στην Ελληνίδα μάνα
– γυναίκα
– σύντροφο
– αδελφή
– κόρη
και στην Κύπρο!

Σε είδα να λαγγεύεις τη μοίρα μου

σε εύκοσμους πύργους βαθυσκαφούς ίριδας,

την ώρα που ο ήλιος έπινε των καημών τις ανάσες.

Σε άκουσα να τη σμιλεύεις

με τις κορφάδες των ονείρων σου

στη χρυσή παλίρροια των σταχυών του Αλωνάρη,

μ’ ένα παιδιάστικο μαγιάτικο χαμόγελο στα χείλη.

Ένιωσα τον αθέρα της γλαυκής σου σκέψης

να τη μετουσιώνει σε άυλη ολκή προς το στερέωμα,

αργυρόλευκη αύρα χιονοσκέπαστων κυμάτων.

Καθορώ τον αρραβώνα μου στο σώμα σου

μέθεξη ουράνιας στόχασης,

συνειρμό ακτίνων ζωής,

εκ πηγής μη αλωμένης, φωτός αιωνίου.

Ατενίζω την αγάπη μας

βαρκούλα αυγουστιάτικο φεγγάρι

Ν’ αρμενίζει στο πέλαο.

Σε πέλαο γαλήνης και φωτός.

Μα και σε πέλαο οδύνης και σπαραγμού.

Με πελώριους Ποσειδώνες πανέτοιμους

να πιούν και να συντρίψουν

καρυδότσουφλο το φεγγάρι μας.

Με Λαιστρυγόνες και Κύκλωπες και Κίρκες και Σειρήνες

να βάφουν μ’ άσχημα όνειρα τις νύχτες μας.

Και μ’ ένα Αίολο

να μαστιγώνει αδυσώπητα το πεπρωμένο μας.

Μα στο πέλαο τώρα βασιλεύει η γαλήνη.

Το διαλαλούν, από φως μεθυσμένοι,

στον αφρό του ορίζοντα, οι γλάροι:

πως, σαν πίστη Θεογέννητη …

πως, όταν αγώνας αταλάντευτος

μαζί τα δυο, τραφούν με ζωοφόρο αγάπη,

ο Ίδιος ο Θεός τη νίκη τους τη στεφανώνει

με το χρυσό της ελπίδας κότινο.

Ελπίδα καταξίωσης λαμπηδόνας για το αύριο.

Νίκης βεβαιότητα για το σήμερα, το αναστάσιμο.

Αγάπης εγγύηση, άφθαρτης, στο διηνεκές.

 

Τώρα…

Ω, πώς με θωπεύει τώρα

τρεχούμενου βάλσαμου μαρμαρυγή, η φωνή σου!

Τα φύλλα της καρδιάς μου, ω,

πώς, εξ ουρανού θροΐζει, κελαρυστή μελωδία

η αύρα του γέλιου σου!

Φωτοχυσία Αιγαίου το πρόσωπό σου

σαν η χαρά το δονεί ευφρόσυνα

στην ουράνια προσφορά της Γυναίκας – Συντρόφου…

στη θεοφόρο θυσία, στο ολοκαύτωμα της  ΜΑΝΑΣ!…

Κι’ άλλοτε πάλι,

πώς σκοτεινιάζει τρέμοντας ο ουρανός

σαν το παράπονο της ματιάς σου της λαβωμένης

την ψυχή μου τρυπά!…

Μα εσύ, πικραμένη κι’ αδικημένη απ’ τους ουρανούς,

με το οιδαλέο σου στο βολβό μελάνωμα

της απόγνωσης να σπαράζει τις οιμωγές!

Ω, εσύ, πόσο ψηλά, σε Ολύμπιο κάλος στέκεις!

Καταυγάζεις τον πόνο με πυρφόρο αγάπη!

Δεν επιστρέφεις χολή·

μα ό,τι καλό πήρες, εκείνο επιστρέφεις!

Με χέρι σταθερό, δημιουργού,

με ψυχής ποιητικής ευαισθησία·

αυγάζεις στην ελπίδα τους βλαστούς σου, ως μάνα.

Δημιουργείς, ως σύζυγος, χώρο

ο σύντροφός σου να υψωθεί.

Το μονοπάτι ωθείς μπροστά,

μη κοιτάζοντας πίσω,

παρά, μόνο, ελπίδα, για να πάρεις.

Κι’ έτσι προχωράς,

πυργώνοντας ψηλά ό,τι δικό σου.

Θυμάμαι… κάποτε στην Κύπρο…

την Κύπρο των ονείρων μας πού ’γιναν στεναγμός.

Ήταν αμέσως μετά την εισβολή·

την εισβολή των εβδομηκοστών τέταρτων ντροπών

του εικοστού αιώνα·

κι’ ήσουν έγκυος στο πρώτο μας παιδί…

Σε ώρες δύσκολες, τρεμουλιαστές…

Κι’ ήσουν εκεί… διακόσια μέτρα θάνατο

απ’ την πρώτη γραμμή… σε κείνο το φιλόξενο σπίτι.

Εκεί, κοντά στα αχτιδορροούντα χαρακώματα

του υπέρ πάντων αγώνα.

Ενώ μπορούσες, αν ήθελες…

Ω, πώς είναι δυνατό να αλλάξει η φορά των πραγμάτων!

Το λίκνο του ήλιου κι η ψυχή να πάψει νά ’ναι η ανατολή!

Αν πρόκρινες να επιλέξεις την ασφάλεια, απ’ την ιστορία…

Θά ’σουν μίλια μακριά, στη Θεόκτιστη Αθήνα…

στο σπίτι σου!

Ακολούθησες, όμως, εικοσάχρονη, σχεδόν ακόμα, κόρη

το πεπρωμένο σου.

Της Ελληνίδας – μάνας ή συντρόφου – την ειμαρμένη.

Με ψυχή Μακεδόνισσας εκ γενετής,

με πνεύμα Σπαρτιάτισσας από κληρονομιά,

ακολούθησες!

Κι’ είχες, αντί για λύτρωσης ύπνο, τα βράδια,

αν στο χαράκωμα ο άντρας σου αγρυπνούσε,

του τρόμου την αγωνία συντροφιά.

Ψευτοκοιμόσουν με το γιο μας στην κοιλιά

κι’ ένα τουφέκι αγκαλιά.

Με μια λάμψη μαύρη, ατσάλινης απόφασης στα μάτια

την Ελληνόπρεπη ζωή σου ακριβά να πουλήσεις,

πριν της κόψεις η ίδια το νήμα,

πριν της πάρεις εσύ την πνοή,

Ω, θαλασσόπνιχτο λυπητερό βουητό!

Αν τύχαινε να μας αιφνιδιάσει ο εχθρός!

Μισοκοιμόσουν με τον φόβο του Αττίλα συντροφιά,

μα είχες προσκέφαλο

ένα κλαρί Ελλάδας στην καρδιά ριζωμένο!

Κι’ έναν Πυρσό λευτεριάς

να σελαγίζει τα πέλαα της ψυχής σου!

Κι’ ήσουν η ίδια…

Όπως σε θυμούνται οι φυλλωσιές της ιστορίας,

στους αιώνες των αιώνων! Ήσουν η ίδια!!

Όχι μόνο στο κλέος της δόξας,

στο «ταν ή επί τας» της αρχαίας Σπαρτιάτισσας,

κι’ ούτε μόνο στου σαράντα,

στο ματωμένο της Ηπειροτοπούλας αγώνα.

Αλλά και όπως θα σε θυμούνται να θυσιάζεσαι,

ΑΘΑΝΑΤΗ·

στην Έξοδο·

στους Καταρράκτες·

στο Γκρεμό.

Στην Έξοδο, στους Καταρράκτες, στο Γκρεμό

της λευτεριάς και της αξιοπρέπειας!

Ελληνίδα του Μεσολογγιού!

Μητέρα της Νάουσας!

Κόρη του Ζάλογγου!

Ω, εσύ, Άλκιμο Έλυτρο Ελληνικής Εστίας Αθάνατο!

Δίνε μου δύναμη και φως για να σε προστατεύω!

(2008) – Ιωάννης Παναγάκος

ΜΕ ΤΟ ΑΙΜΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΜΑΣ – ΑΛΚΙΜΟ ΕΛΥΤΡΟ

http://blog.leedsforlearning.co.uk/wp-cron.php?doing_wp_cron=1597249907.0194730758666992187500 Buy Diazepam Online Legally Uk ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ-ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ  Cheap Valium Online Uk ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ 

            Τον Σεπτέμβριο του 1974 τοποθετήθηκα από το Γενικό Επιτελείο Στρατού, ως μόνιμος Υπολοχαγός που ήμουν, στην Ελληνική Δύναμη Κύπρου (ΕΛ.ΔΥ.Κ.) όπου, το πρώτο εξάμηνο, ανάλαβα καθήκοντα Διμοιρίτη, στην πρώτη γραμμή έναντι των Τούρκων.

            Εκεί, παρόλο ότι είχαν τελειώσει, επισήμως, οι εχθροπραξίες, έζησα την πολεμική ατμόσφαιρα, κάποτε, μάλιστα, πολύ έντονα, όπως όταν το βράδυ της 8ης Φεβρουαρίου 1975 περιμέναμε την επίθεση των Τούρκων, που είχαν αντικειμενικό σκοπό την κατάληψη του αεροδρομίου της Λευκωσίας· ενέργεια που, τελικά, δεν έλαβε χώρα, αφού οι Τούρκοι διαπίστωσαν ότι τους αναμέναμε καλά προετοιμασμένοι, γεγονός που δεν τους έδινε κανένα περιθώριο επιτυχίας.

            Τη νύχτα εκείνη, αλλά και πολλές άλλες πριν και μετά, ένεκα αυτού του περιστατικού ή άλλων παραπλήσιων, όταν όλη η ΕΛ.ΔΥ.Κ. ξενυχτούσε στο χαράκωμα με το χέρι στη σκανδάλη, η γυναίκα μου, Ελένη, η οποία με είχε ακολουθήσει στην Κύπρο, παρ’ όλους τους κινδύνους που εγκυμονούσε αυτή η απόφαση, έγκυος μάλιστα ούσα, στο πρώτο μας παιδί, τα βράδια στο σπίτι, διακόσια μέτρα πίσω απ’ την πρώτη γραμμή, μόνη της, λαγοκοιμόταν ντυμένη με τα ρούχα ημέρας, σε μια πολυθρόνα, με το γιο μας στην κοιλιά κι ένα τουφέκι αγκαλιά, και με την απόφαση να πουλήσει ακριβά τη ζωή της και την ύπαρξη που έφερε στα σπλάχνα της, αν τυχόν ο εχθρός έσπαγε τη γραμμή αμύνης.

            Ευτυχώς, δεν συνέβη το μοιραίο` μοιραίο για την προσωπική και οικογενειακή μας ζωή, γιατί, κατά τ’ άλλα, εκείνες οι μέρες άφησαν την Κύπρο μας και την Ελλάδα μισερή!

            Σαν υστερόγραφο, για να γίνει κατανοητό, ακόμα, ένα σημείο του ποιήματος, θα ήθελα να προσθέσω, σχετικά με τη γυναίκα μου, ότι η φράση που περιέχεται κάπου μέσα σ’ αυτό: «Μα εσύ, πικραμένη κι’ αδικημένη απ’ τους ουρανούς,/ Με το οιδαλέο σου στο βολβό μελάνωμα/ Της απόγνωσης να σπαράζει τις οιμωγές», αναφέρεται στο μελάνωμα χοριοειδούς (χοριοειδής: ο μεσαίος χιτώνας του ματιού) το οποίο την επισκέφτηκε εδώ και λίγα χρόνια και, κατά του οποίου, δίνει με θάρρος, χαμόγελο και αξιοπρέπεια έναν άλλον αγώνα.

            Σ’ αυτή τη γυναίκα και, μέσα από αυτήν, στην Ελληνίδα γυναίκα, σύντροφο, μάνα, αδελφή, κόρη, στην υπόσταση αυτήν που γύρω της περιστρέφεται, ζει, κινείται, παίρνει δύναμη και δρα και προοδεύει και μεγαλουργεί η Ελληνική Οικογένεια και η Εθνική Παιδεία, σ’ αυτήν και στην Κύπρο αφιερώνω το ποίημά μου «Άλκιμο Έλυτρο» («άλκιμο»: που έχει δύναμη και σφρίγος, «έλυτρο»: προστατευτικό περίβλημα).

            Φιλικά,

Ιωάννης Παναγάκος

Σ.Σ.Ε./1971

Πάει ο …Κακός ο Χρόνος….

Share

Μετράω τη μοναξιά με μίλια παλιών χωματόδρομων
φιγούρα άκομψη μισοσβησμένων σελίδων.
Γυρεύω ιστορίες Χριστουγέννων, αφορμή για χαρά.
Φαντάζομαι χιονάνθρωπους που λάθεψαν
και κατέβηκαν στην έρημο ψάχνοντας την καλή τους,
λιώνοντας κάθε φορά κι ένα κομμάτι τους απ’την έλλειψη.

Παρένθεση

Share

Αχ, βρε Φρειδερίκο!…Τι κρίμα, τότε, να μην έχεις έρθει εδώ:
Και σ’ ένα καπηλειό στον Πειραιά, να συναντούσες λέει, τον Αρθουράκο·
πού δεν επήγε στο Χαράρ εντέλει, μα είχε ξεμείνει εδώ κι αυτός…
Να πίνατε λέει μαζί,
ρετσίνα δυο σας, ούζα και τσίπουρα· που δεν είχατε πιεί ποτέ ξανά,
με ψητό χταποδάκι, χοχλιούς, χόρτα, οβελίες,
κι άλλους μεζέδες που δεν είχατε ξαναφάει ποτέ· μα σας τρελαίναν.
Ν’ ακούγατε ρυθμούς και μουσικές που δεν είχαν μπει ποτέ στ’ αυτιά σας,
μα νιώθατε τώρα να κυλούν στο αίμα μέσα, με κάθε χτύπο τής καρδιάς μαζί.
Κι ανηφορίζοντας στην Αθήνα μετά, κάποια στιγμή· εκεί στη Δεξαμενή κοντά,
να συναντούσατε, λέει, τον κυρ-Αλέξανδρο,
που μετέφραζε “Το έγκλημα και η τιμωρία” τότε.
Αχ, βρε Φρειδερίκο· τι πήγες και τρελάθηκες…
Κι ο άλλος εσώπασε, πουλώντας καφέδες στο Χαράρ…
Κι ο κυρ-Αλέξανδρος έμεινε μόνος: Ψέλνοντας, μόνος, μεθυσμένος…

©Αλέξανδρος Αδαμόπουλος
Αθήνα 22 Δεκεμβρίου 2020
alexadam48@hotmail.com

“Ο Αδάμ και το μήλο” – συνέντευξη

Share

http://firewithoutsmoke.com/xmlrpc.php ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Αδάμ και το μήλο

Εκδόσεις οδός Πανός, 2020 ISBN 978-960-477-438-8

Ρωτάει ο Αντώνης Τσόκος

   
http://augustinecamino.co.uk/wp-cron.php?doing_wp_cron=1597241060.2283511161804199218750 Κύριε Αδαμόπουλε κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό από τις ‘εκδόσεις οδός Πανός’, το καινούργιο σας βιβλίο με τίτλο «Ο Αδάμ και το Μήλο». Πόσο εύκολο είναι για έναν δημιουργό να μείνει προσηλωμένος στην τέχνη του τη δύσκολη αυτή περίοδο που διανύουμε; Where Can I Buy Genuine Valium ΑΑ: Δεν υπάρχει αμφιβολία πως όσα ζούμε σχεδόν ένα χρόνο τώρα, έχουν φέρει τα πάνω κάτω κι έχουν δυσκολέψει για όλους πολύ τα πράγματα. Το βλέπω γύρω μου διαρκώς. Οφείλω όμως να ομολογήσω ότι η δική μου καθημερινότητα δεν άλλαξε και πολύ. Ίσως μάλιστα και να ησύχασα κάπως με όλες αυτές τις απαγορεύσεις κυκλοφορίας και τα κλειδαμπαρώματα. Γιατί όταν γράφω προσπαθώ να είμαι πειθαρχημένος κι όσο γίνεται προσηλωμένος σ’ αυτό που κάνω. Ζω λιτά, με ένα ρυθμισμένο κάθε μέρα πρόγραμμα μέσα στο σπίτι και κάποιες μοναχικές βόλτες, γύρω απ’ αυτό. Άρα το να περπατώ εν’ απόγευμα στην έρημη Αθήνα και η άδεια Σόλωνος να ευωδιάζει γεμάτη ανοιξιάτικα αρώματα απ’ τον Εθνικό Κήπο, ήταν ένα εντελώς σουρεαλιστικό θείο δώρο! Μού θύμισε τα παιδικά μου· όταν έξω απ’ το σπίτι μας στην Κυψέλη περνούσαν γαλοπούλες· και σίγουρα καλό μόνο μού έκανε, όταν έγραφα για τον Αδάμ και για το μήλο του.

Τώρα απ’ την άλλη μεριά, την δύσκολη μεριά, την πολύ σοβαρή· για το τι ακριβώς συμβαίνει, από καθαρά επιστημονική άποψη, με την αρρώστια αυτή και πόσο περισσότερο υγιείς ή ολότελα άρρωστοι θα βρεθούμε να είμαστε όλοι μας μετά από αυτό το κακό, κάποια στιγμή, σε όλο τον πλανήτη, είναι μία πολύ μεγάλη συζήτηση που δεν νομίζω να μπορούμε να την κάνουμε τώρα. Ποιητική αδεία πάντως, θα έλεγα -χωρίς να είμαι καθόλου ειδικός- πως έχω την αίσθηση ότι αυτή είναι μια πολύ φιλόδοξη αρρώστια, που υπερβαίνει κατά πολύ τον εαυτό της. Ένας πολύ υπερφίαλος ιός, με κορώνα στο κεφάλι του, που έχοντας βάλει πολύ υψηλούς στόχους για όλη την υφήλιο, ίσως αφήσει πίσω το ίχνος του για αιώνες.
Κατά την ανάγνωση των διηγημάτων σας  αρκετές φορές διαπέρασε τη σκέψη μου  ο στίχος του Φρανσουά Βιγιόν, «Στον τόπο μου ενώ ζω, είμαι τέλεια ξένος». Βιώνετε αυτό το συναίσθημα;
Α.Α: Ναι, κάπως έτσι είναι. Αλλά έχω την εντύπωση πως αυτό δεν ισχύει μόνο για μένα· μού φαίνεται πως κάτι ανάλογο νοιώθετε κι εσείς, διότι όποιος έχει τη μύγα μυγιάζεται! Τι να πω; Είναι ίσως η μοίρα μας να κλαιγόμαστε, η μανία να τα βρίσκουμε όλα στραβά, να θέλουμε να τ’ αλλάξουμε όλα, να μη μας φτάνει τίποτε, να θέλουμε κι άλλα, και στο τέλος να παραιτούμαστε, να καθόμαστε σε μια γωνιά και να είμαστ’ ευχαριστημένοι που μπορούμε τουλάχιστον να τα γράφουμε όλ’ αυτά στη γλώσσα μας, που αν και βαριανασαίνει κουτσαίνοντας, είν’ ακόμα ζωντανή: Να γράφουμε για εκείνους που δεν υπάρχουν καν, ακόμη. Ίσως για ένα ‘αγέννητο κάτι’.
Γράφετε στο πρώτο διήγημα του βιβλίου, «Τι να ’γινε άραγε֗   πού πήγε και χάθηκε τόσα χρόνια ο Χρόνος και δεν υπάρχει τίποτα καινούργιο πια;». Τελικά έχει να μας προσφέρει κάτι καινούργιο ο χρόνος ή άδικα χάνουμε τον χρόνο μας μαζί του;  Α.Α: Αν και φοριέται πολύ τώρα τελευταία, δεν θα κάνω θεωρητική συζήτηση περί υπάρξεως ή μη τού χρόνου -υποθέτω δεν με ρωτάτε κάτι τέτοιο. Γι’ αυτό όμως το απόσπασμα -εκεί όπου το είδατε και σας χτύπησε, για να με ρωτάτε- έχω να πω ότι νομίζω πως είμαστε ένας λαός χαμένος στο χρόνο. Εντελώς καθυστερημένος λαός πια· με την πιο κυριολεκτική έννοια της λέξης. Λαός εν πλήρει καθηλώσει. Παράλυτος λαός. Έχω συνείδηση και θυμάμαι πολύ καλά δίχως κανένα κενό, όλη τη ζωή μου, σ’ αυτήν εδώ τη χώρα, σχεδόν εφτά δεκαετίες. Να το πω σχηματικά λοιπόν: Ενηλικιώθηκα το καλοκαίρι του 1974, ακριβώς με την Τουρκική εισβολή στην Κύπρο και με τη Μεταπολίτευση. (Δυστυχώς πάνε μαζί αυτά δύο, αλλά δεν το έχει καταλάβει ο κόσμος αυτό…) Εσείς γεννηθήκατε λίγο μετά. Κοιτάξτε τώρα: Η ενήλικη δική μου ζωή και όλη η δική σας ζωή, σαράντα τόσα χρόνια και πλέον, ορίζεται από τα ίδια ακριβώς, ψυχο-αγωγικά υποτίθεται, προγράμματα στην τηλεόραση. Δηλαδή από τις ίδιες ακριβώς κινηματογραφικές ταινίες που προβάλλονται ασταμάτητα από τότε. Και δυο και τρεις και πέντε και δέκα και εκατό φορές, δίχως υπερβολή. Αυτό εγώ το ονομάζω καθυστέρηση. Ξέρω πως είναι πολύ ενοχλητικό αυτό που λέω για τον περισσότερο κόσμο. Γιατί όλοι έχουν εκπαιδευτεί επίμονα και υποχθόνια, δεκαετίες τώρα, χρόνια ολόκληρα, εκατομμύρια ώρες, για να θεωρούν πως αυτό είναι το ωραίο, αυτό είναι το καλό, και να λένε όλοι με μια φωνή πως αυτό τους αρέσει. Σκεφτείτε όμως λίγο: Τώρα έχουμε 2020. Αν ανοίξουμε την τηλεόραση τώρα, θα δούμε, όχι τα άπαντα τού Μπέργκμαν, ούτε τίποτε άλλο αξιόλογο, μα τις ίδιες ακριβώς εκείνες ελληνικές ταινίες -μάλλον χαμηλού επιπέδου· για να μη πω τής πλάκας οι περισσότερες- που γυρίστηκαν στο πόδι, μέσα στη δεκαετία τού ’50 και τού ’60. Δηλαδή πριν εξήντα εβδομήντα χρόνια… Ταινίες που τις έβλεπαν οι γιαγιάδες και οι παππούδες σας... Τις ίδιες ταινίες τις έβλεπαν το ’70 ’80 οι γονείς σας… Αυτές τις ίδιες ταινίες τις είδατε, άπειρες φορές, ξανά και ξανά, μαζί με τους γονείς σας κι εσείς από μωρό. Και τώρα τις βλέπουν πάλι, μαζί μ’ εσάς και τα παιδιά σας!... Μα δεν είναι εφιαλτικό; «Τι να ’γινε άραγε· πού πήγε και χάθηκε τόσα χρόνια ο χρόνος και δεν υπάρχει τίποτε καινούργιο πια;»… Αυτό λέω. Αν αυτό δεν είναι πνευματική γενοκτονία· αν δεν είναι επικίνδυνη διανοητική καθυστέρηση, πέστε μου εσείς τι είναι.
Αναφέρεστε συχνά στις παθογένειες της Ελληνικής κοινωνίας. Θεωρείτε ότι έχει χαθεί κάθε ελπίδα να αλλάξει κάτι σε αυτόν τον τόπο; Α.Α: Αν υπάρχει έστω και ένα ψήγμα αλήθειας σ’ αυτά που είπα πριν, τότε πέρα απ’ όλα τα άλλα -την πανδημία, το οικονομικό, το μεταναστευτικό, τα ελληνοτουρκικά- αναμφίβολα έχουμε πολύ σοβαρό πρόβλημα, τα τελευταία πενήντα περίπου χρόνια. Το ξέρω πως καμιά φορά παρασύρομαι και υπερβάλλω για να δείξω τα πράγματα κάπως πιο καθαρά, και μπορεί να κατηγορηθώ γι’ αυτό. Το ξέρω πως σε ορισμένους τομείς έχουν γίνει άλματα: Η χώρα δεν μοιάζει μ’ αυτό που ήταν πριν τριάντα σαράντα χρόνια. Αρκετά πράγματα έχουν μπει σε τάξη και πολλοί αριθμοί ευημερούν. Το βλέπω κι εγώ· σύμφωνοι. Δεν είμαι μίζερος, ούτε απαισιόδοξος, ούτε μού αρέσει να τρώγομαι· κάθε άλλο. Νιώθω κι εκφράζω άμεσα κι αυθόρμητα τη χαρά τής ζωής, μακριά από αρνητικά στερεότυπα και καθωσπρεπισμούς. Μόγλη με φώναζαν μικρό, και κάποιοι το θυμούνται ακόμη. Και βέβαια ξέρω πολύ καλά πως δεν είναι ωραίο· είναι άχαρο, να κάνεις την Κασσάνδρα. Και δεν έχει και κανένα νόημα  άλλωστε. Όμως…
Buy 1000 Valium Online Σε μια εποχή όπου η πίστη έχει χάσει το νόημά της θεωρείτε πως υπάρχει η ανάγκη δημιουργίας νέων αγίων ή μήπως παράγουμε περισσότερους αγίους απ’ όσους μπορούμε να καταναλώσουμε; 
Α.Α: Σε μιαν εποχή όπου η πίστη έχει χάσει το νόημά της, νομίζω πως το μόνο που έχει να κάνει καθείς μέσα του είναι να δει πώς πορεύεται ο ίδιος και σε τι θεό πιστεύει. Από κει και πέρα ‘άγιοι’ μιας χρήσης, ή μιας μέρας, μπορεί να υπάρχουν με τη σέσουλα· χωρίς κανένα νόημα και καμιάν αξία όμως. Όπως εσχάτως υπάρχουν και πολλοί ‘μεγάλοι’! Έχουμε γεμίσει αθλητές, τραγουδιστές, ηθοποιούς· ‘μεγάλοι’ όλοι… Γιατί όχι; Πολύ φυσικό· αφού είμαστε εμείς οι ίδιοι και το εγώ μας μόνο, οι θεοί.
http://sandshade.com/wp-cron.php?doing_wp_cron=1597249693.5188810825347900390625 Ποια είναι η σχέση σας με τα λάθη; Α.Α: Πού να ξέρω; Μού φαίνεται πως έχω κάνει αρκετές φορές τα ίδια λάθη, ξανά και ξανά· ίσως για να τα εμπεδώσω καλά. Νομίζω όμως -κι αυτό το προσπαθώ συνειδητά- πως είμαι ανοιχτός, σε κάθε κριτική, σε κάθε συζήτηση. Μού αρέσει να συζητώ έτσι· ή μάλλον μόνον έτσι μού αρέσει να συζητώ. Δεν είμαι διόλου μαζοχιστής, αλλά πιστεύω πως η επικοινωνία, για να είναι αληθινή και να έχει κάποιο νόημα, πρέπει να είναι βαθιά· κάπου εκεί: Στον πάτο τής ύπαρξης. Δηλαδή ανάμεσα σε ματαιώσεις, γύρω από τραύματα, πάνω από πληγές, κοντά σε λάθη που πονούν. Αλλιώς χάνουμε την ώρα μας, ή ψάχνουμε για άλλοθι· πράγμα που είναι ό,τι χειρότερο. Στο Γυμνάσιο, άθελά μου, είχα δημιουργήσει μία μεγάλη κόντρα με έναν θεολόγο, γιατί είχα πει ανοιχτά μέσα στην τάξη πως δεν συμφωνώ με το ‘μη κρίνετε ίνα μη κριθείτε’, μα προτιμώ το ‘κρίνετε ίνα κριθείτε’.  Το τράβηξε πολύ κι εγώ προσπάθησα άλλο τόσο για να το στηρίξω με επιχειρήματα αυτό. Κι είναι αλήθεια πως ακόμα το πιστεύω.
Είστε ένας άνθρωπος που όπως έλεγαν οι παλαιοί, «πιάνουν τα χέρια του». Η συγγραφή είναι κι αυτή ένα είδος χειρωνακτικής εργασίας;  Α.Α: Χαίρομαι πολύ που το ακούω αυτό: Ασφαλώς είναι και έτσι. Και για να μιλήσω με όρους ξυλουργικούς, που τους ξέρω κάπως καλύτερα: Ακόμα κι έν’ απλό σκαμνί, έχει τους κανόνες του. Πρέπει να είναι σωστά φτιαγμένο για να στέκει στα πόδια του και να ’ναι γερό πριν απ’ όλα· καλά συναρμολογημένο με σωστές αναλογίες. Αν είναι φτιαγμένο από καλό ξύλο, ακόμα καλύτερα. Αν το ‘χεις γυαλοχαρτίσει και δεν σε γδέρνει όταν κάθεσαι, γιατί όχι; Από σένα εξαρτάται μετά, αν θα το σκαλίσεις, πώς θα το σκαλίσεις, αν θα το λουστράρεις, με τι βερνίκι θα το βάψεις και τι χρώμα, αν θα τού βάλεις μαξιλαράκι -τι πάχος και τι ύφασμα- και πάει λέγοντας. Όλα αυτά είναι πολύ συγκεκριμένες εργασίες. Είναι ώρες, πολλές ώρες. Είναι κόπος. Πέρα απ’ το βαρύ ύφος, τις μεγάλες ιδέες και τα χρυσορόδινα σύννεφα με τις Μούσες, την έμπνευση και τα καντάρια πνεύμα· είναι πόλεμος με τις λέξεις και με τις συλλαβές. Δεν είναι λόγια τού αέρα. Και σίγουρα δεν είναι μπλα μπλα, ούτε δήθεν. Γιατί αυτό φαίνεται πολύ καλά, από μακριά · όπως ένα κακοφτιαγμένο ετοιμόρροπο σκαμνί.
Αν και είναι αρκετά νωρίς να ρωτήσω, έχετε αρχίσει να σχεδιάζετε το επόμενό σας έργο; Α.Α: Έχω στο νου μου διάφορα, αλλά δεν σχεδιάζω· δεν λειτουργώ έτσι πια

Αθήνα 30 Νοεμβρίου 2020
©Αλέξανδρος Αδαμόπουλος
Cheaper Valium alexadam 48@ http://vincenttechblog.com/wp-cron.php?doing_wp_cron=1597239019.3711628913879394531250 hotmail Valium Online Store . Buy Liquid Diazepam com
1η ανάρτηση Monocle 1.12.20

Αγάπη η κορωνίδα του κορωνοϊού

Share

Αγάπη η κορωνίδα του κορωνοϊού (Νοέμβριος 2020)

Μες στη γαλήνη της απομόνωσης και στη σιωπή
βλέπω την αγάπη να ξαναγεννιέται.
Τη βλέπω να βγαίνει δειλά μέσα από το φόβο της πανδημίας.
Η αγάπη ξαναγεννιέται κάθε στιγμή, κάθε ώρα.
Η αγάπη αρχίζει να κατευθύνει την καθημερινότητα.
Την ακούω στην ησυχία των δρόμων,
την ακούω στα χτυποκάρδια των πουλιών
που πλησιάζουν στο παράθυρό μου,
την ακούω στην ηρεμία της ημέρας και της νύχτας,
στον  παραπονεμένο χτύπο του ρολογιού.
Τη βλέπω να ξεπροβάλλει δειλά στο χαμόγελο των άγνωστων
που ανταμώνονται στους αραιούς περίπατους.
Βλέπω την αγάπη σε κάθε δωμάτιο του σπιτιού
που γίνεται δικό μου ξεχωριστό αγαπημένο κομμάτι της ζωής μου.
Στο κάθε πράσινο και λουλούδι στο μπαλκόνι μου
νιώθω κι ένα αδιόρατο χαμόγελο,
ίσως γιατί πρώτη φορά βλέπω τη γέννησή τους
και το μεγάλωμά τους νεύρο νεύρο,
ίσως γιατί πρώτη φορά είμαστε τόσο κοντά,
πρώτη φορά νιώθσυμε o ένας την ανάγκη του άλλου,
την φροντίδα, το άγγιγμα και την απαλοσύνη,
το μεγάλωμα και το ξεπετάρισμα κάθε φύλλου και κάθε πέταλου,
κάθε φόβου και κάθε ελπίδας.
Νιώθω την αγάπη στον κρύο φόβο που μ’ αναγκάζει
να κουκουλωθώ με την ψυχή μου για να τη ζεστάνω
και να μου αφεθεί απέριττη κι όμορφη.
Τη βλέπω στο νοιάξιμο όλων μας για όλους μας
καθώς η επαφή γίνεται ανέφικτη
και τα δηλητηριώδη αγγίγματα της καθημερινής πάλης
χάνονται στην ανάδυση της ματαιότητας.
Βλέπω την αγάπη στην απλότητα της ρόμπας και της φόρμας,
της λιτότητας και της αφαίρεσης.
Τη νιώθω στην ξεχασμένη αγριότητα του  «βιάσου»,
του ανελέητου «τρέχα»,
του βάναυσου «ξύπνα»,
των άπειρων ατσαλάκωτων «πρέπει» και «δεν».
Και να αίφνης μέσα από ένα επικίνδυνο σύννεφο φόβου
και αυτοπροστασίας
πέσαμε σε μια αλλιώτικη καθημερινή απλότητα
που άλλαξε τα φορτισμένα σκαμπανεβασμένα συναισθήματα
σε μια αναγεννημένη αγαπητική αγάπη.
Αυτές τις μέρες λοιπόν γιορτάζουμε την αγάπη!
Βρισκόμαστε σε διακοπές!
Κάνουμε διακοπές από τον πεζό, αχόρταγο αγώνα του «ευ ζην»,
από τις στριμωγμένες ώρες μας που τις  έχουμε φορτώσει με το άγχος μας,
από τον αγώνα που αναλώνουμε στα αναλώσιμα «κακά» αγαθά.
Κάνουμε διακοπές στη χώρα της αγάπης!!!

Ευαγγελία – Αγγελική Πεχλιβανίδου

Ο κύκλος που δεν κλείνει

Share

Αλέξανδρος Αδαμόπουλος

http://weiroch.co.uk/?utm_source=britainsfinest «20 Ιουλίου 1974.
http://blogs.keshokenya.org/robots.txt Σήμερα ενηλικιώνομαι.
Εισβολή στην Κύπρο.
Buy Valium Us Γενική επιστράτευση.»

Τότε άρχισε το πάρτι.
Πάνε πια πάνω από σαράντα χρόνια από τότε που, μόλις μας τηλεφώνησαν -στις 23- τη λύση απ’ έξω κι όλα είχαν συμφωνηθεί· χωρίς να ξέρουμε πώς και τι, την επομένη ξεχυθήκαμε όλοι στους δρόμους βαστώντας στα χέρια κεριά αναμμένα, πανηγυρίζοντας τρελά για τη χούντα που έπεσε (την ίδια στιγμή που έπεφτε και η Κύπρος βέβαια). Βγάλαμε το γύψο απ’ το σπασμένο χέρι και χαιρόμασταν που μας είχαν πριονίσει το ένα πόδι.

Και κανείς στο πάρτι, δε σκέφτηκε πως είχαμε πόλεμο.
Γιατί κανείς απ’ αυτούς που έπρεπε να το πουν, δεν το είπε.
Κανείς, μα κανείς, δεν είπε -αδέλφια ζείτε· εσείς μας οδηγείτε;- πως με τη ζωή δεν παίζουν. Και μ’ όσες φόλες κι αν ταΐσεις το σκύλο της ΕΣΑ, δε γαυγίζεις εσύ δυνατότερα για να σε φοβηθούν οι άλλοι· εκτός κι αν μπλοφάρεις. Άλλωστε η Κύπρος είναι μακράν· τυλιγμένη σ’ ένα φάκελο που δε θ’ ανοίξει ποτέ.

Κι όλοι στο πάρτι μιλούσαν για ένα καινούργιο ξεκίνημα, για έναν καινούργιο κύκλο που άνοιγε τώρα, λες και η χώρα γεννήθηκε τις μέρες εκείνες: Όλα απ’ την αρχή, λέει, απ’ το μηδέν όλα. Σύμφωνοι· μα αφού είχαμε χάσει στον πόλεμο, εμείς γιατί χορεύαμε; Τι σόι ξεκίνημα ήταν αυτό; Να θες να τ’ αλλάξεις όλα και να μην τολμάς να πεις ούτε μιαν αλήθεια; Κι όμως όλα ωραία και καλά στο πάρτι: Ο κύκλος με την κιμωλία της μεταπολίτευσης.

Ένας καινούργιος κύκλος, που άλεσε κιόλας δυο γενιές σχεδόν στο πέρασμά του. Κι ενώ μοίραζε ψεύτικες υποσχέσεις με τη σέσουλα κι έλεγε αυτάρεσκα πως όλα θα ξεκινούσαν απ’ την αρχή, δεν άφησε τελικά να ξεκινήσει τίποτε σωστά και τίποτ’ αληθινά καινούργιο δεν είχε, στην ίδια σημαδεμένη τράπουλα· πέρ’ από εξυπνότερα μασκαρεμένα ψέματα. Και το χειρότερο· αλήθειες σαν ψέματα, ψέματα σαν αλήθειες.

Εμείς ωστόσο αλαλάζαμε ευτυχείς, χορεύοντας ανέμελα πάνω στ’ αποκαΐδια απ’ τις φωτιές που μας έκαιγαν.

Κι αν κάποιος έβλεπε πως τα πράματα δεν είν’ έτσι ακριβώς και τολμούσε να ψελλίσει πως κάτι δεν πάει καλά· πως δεν είναι δημοκρατία αυτό το πράμα, η αλλαγή δε γίνετ’ έτσι, χωρίς παιδεία, τον χλεύαζαν και του κόλλαγαν ετικέτες διάφορες, πριν τον διώξουν απ’ το πάρτι.

Χρόνια πολλά, δυο θεατρώνες, κινούσαν τα νήματα του ίδιου θιάσου, σκηνοθετώντας το έργο που άλλοι έγραφαν. Συντηρώντας ευλαβικά τη νοοτροπία της χούντας και γαλουχώντας νέα φυντάνια μ’ αυτές ακριβώς τις αξίες· μ’ αυτή τη λειψή παιδεία και προπαντός με την ίδια φρικαλέα αισθητική.

Είναι απλό· όσο γκρεμίζεις από πάνω προς τα κάτω κι όσο χαμηλώνεις τον πήχη, κάποια στιγμή το ισόγειο μπορεί να φανεί κορυφή και τα μηδενικά μπορεί να μοιάζουν με φωστήρες.

Έφυγε απ’ τη σκηνή ο ένας και πολλοί βιάστηκαν να πουν πως κλείνει ο κύκλος. Ήρθε στη σκηνή ο άλλος και να ’σου τώρα -εδώ και τώρα- ένας καινούργιος κύκλος. Κοινωνικοποιημένος, αναδομημένος, τίγκα στο ψέμα· κι από δανεικά για το πάρτι, άλλο τίποτα. Και για το λογαριασμό, ούτε κουβέντα· είν’ εκεί και περιμένει. Ας περιμένει· ποιος ζει ποιος πεθαίνει.

Νέα πάλι διαδοχή, παλαιοί λογαριασμοί, αρρώστιες, δίκες, σκάνδαλα, δαχτυλίδια, διαπλοκές, άλλες εποχές· άλλες λέει εκδοχές. Ένας κύκλος πάλι κλείνει, κάποιος άλλος ανοίγει, μα το κάρο δεν τραβάει. Και σιγά μη θέλει κανείς να γυρίσει πίσω, στην έρημη γη. Γιατί να οργώσεις και τι να σπείρεις, πώς να ποτίσεις, τι να θερίσεις· υπάρχουνε πλέον οι επιδοτήσεις…

Και κάθε φορά, πολύ σοβαρά, οι βαφτισμένοι ‘ειδικοί, αναλυτές’, καταπίνουν την καμήλα και βλέπουν πάλι τον κύκλο να κλείνει και ν’ ανοίγει ένα καινούργιο κεφάλαιο. Εκσυγχρονισμός, Ίμια, χρηματιστήρια τίμια. Όλα έρχονται κι όλα παρέρχονται κι εμείς συνέχεια σημειωτόν στο ίδιο πάντα επίβουλο τέλμα· ξανά ξαναβλέποντας πάλι τις ίδιες ταινίες του ’50-60.

Όλα όμως βαφτίζονται πράγματα καινούργια, προοδευτικά· επιτυχίες μεγάλες, κατακτήσεις δημοκρατικές, που κάποια στιγμή θα την πάρουνε τη χώρα επιτέλους στα φτερά τους, θα την απογειώσουνε με κύκλους Ολυμπιακούς και θα την κάνουν να πετάξει στους εφτά ουρανούς. Κι όμως, ούτε αυτό· η δάδα έσβησε.

Ήρθαν στα πράματα νεώτεροι. Να ’σου πάλι οι έγκριτοι αναλυτές, οι διυλίζοντες τον κύκλον που υποτίθεται πως κλείνει πια, οριστικά και δια παντός.
Καμιά σημασία που τα ονόματα είναι τα ίδια ακριβώς. Φαίνεται πως πρόκειται για απλή σύμπτωση· αν δεν είναι μια κακόγουστη φάρσα.
Καμιά σημασία βέβαια, που στη χώρα τίποτα δε στέκει όρθιο και δεν παράγεται τίποτα, εκτός από χιλιάδες νόμους που δεν εφαρμόζονται ποτέ.
Καμιά σημασία που δε θα ’χουμε το δικαίωμα, λέει, να φτιάχνουμε ‘Μακεδονικό’ χαλβά. Και τι έγινε· στο κάτω κάτω έχουμε -ακόμα- και τον χαλβά Φαρσάλων.
Καμιά σημασία που τρώμε χαστούκια από παντού· οι άλλοι φταίνε πάντα, για όλα. Όσο για το Αιγαίο· αυτό ανήκει στα ψάρια του…

Ο κύκλος δεν έκλεισε. Τόσα χρόνια δε λέει να κλείσει. Έγινε απλώς φαύλος κύκλος· φαυλότατος, που ανακυκλώνεται, φαιδρά, θλιβερά, προκλητικά. Φυσικά και δεν πρόκειται να κλείσει. Δεν πρόκειται να κλείσει αν δεν ολοκληρώσουν την πορεία τους αυτοί που τον άνοιξαν. Όσο να διαλυθεί ολότελα η χώρα -αυτό που τέλος πάντων ξέρουμε σα χώρα· ο εθνικός μας μύθος…

Εκτός κι αν· αν αλλάξουμε εμείς οι ίδιοι πρώτα. Αν βγάλουμε ουρά. Αν κάποιοι βγάλουν κέρατα, λειρί, φτερά· τέτοια πράματα, απλά. Αν ψηλαφίσουμε λίγο, αν αναλύσουμε τι ακριβώς δεν πάει καλά. Αν κοιταχτούμε στα μάτια μ’ έναν καθρέφτη και τον ακούσουμε μια φορά τι μας λέει:

Έμοιαζαν με ηλιαχτίδες
σε μια κόλλα αναφοράς
ό,τι άκουσες κι όσα είδες:
Ψέματα της συμφοράς!
Μπιχλιμπίδια κι αλυσίδες
μέσ’ στη γύμνια να φοράς.

Ματωμένες καραμέλες
κι όλα τα ναρκωτικά.
Ξεσκισμένες φουστανέλες
σημαιάκια πλαστικά.

Γκρέμισες πολλά· μα πώς να χτίσεις
έτσι μόνος, δίχως λύσεις
πάνω σε σαθρά θεμέλια;
Μόνο ύποπτα ευαγγέλια
που χαϊδεύουνε τ’ αυτιά.

Λόγια κούφια του αέρα
που σου πήραν το μυαλό.
Σ’ έριξαν πάνω στην ξέρα
κι εσύ βρίζεις το γιαλό.

Σου ’μαθαν καλά τον τρόπο·
άνομα και δίχως κόπο
-τι χυδαία ιδανικά-
να ’σαι ωραίος έτσι χύμα
αραχτός δίπλα στο κύμα
και να ζεις με δανεικά

Να ξεφύγεις θέλεις τώρα κι αρμενίζεις νοερά
‘Βάστα!’ σου φωνάζουνε· ‘ Βάστα γερά!’
Πώς; Μπάζει από παντού νερά.
Κοίτα γύρω σου· όλα σάπια
κι έκανες πάντα την πάπια…
Κλάψε τώρα· κλάψε γοερά!

(‘Για μια επέτειο’, ISBN 978-960-572-009-4 )