Perished eagles

Share

Evangelia-Aggeliki Pechlivanidou

The eagles perished
In the hunt for fashion
And glory,
In pursuing the ordinary
And the tasteless
Their tail got entangled
In the meagerness
Of  “string” pleasures.

Their glance was fixed
Upon a short and effortless game.
The eyes now unable
To turn to flights to the top.

«Εκτρωτική» αγάπη

Share

Ευαγγελία-Αγγελική Πεχλιβανίδου

-Δεν πειράζει, μου ’λεγες!
Και κλάδευα τους τρυφερούς βλαστούς
της ομορφιάς.
Άπλωνα της ηδονής μου τα πλοκάμια
κι έπνιγα τους χτύπους της καρδιάς σου.

Δρομέας εγωπάθειας
σε δρόμο άνευ εμποδίων
έκοβα το νήμα της αιδημοσύνης.

Αγωνίζομαι για μια ιδέα…

Share

“Όσοι το χάλκεον χέρι
βαρύ του φόβου αισθάνονται,
ζυγόν δουλείας ας έχωσι
θέλει αρετήν και τόλμην
η ελευθερία.”
Ανδρέας Κάλβος

Αγωνίζομαι για μια ιδέα που λέγεται Πατρίδα

Ιωάννης Παναγάκος

Μέσα στον ορυμαγδό της αλλαγής του κόσμου και τον πόνο ψυχής του σήμερα που χάνει, σαν άμμο μέσα από τα δάχτυλά του, τις αξίες του χθες, έρχονται στιγμές, που μου λεν κάποιοι φίλοι: «Τί αγωνίζεσαι, άνθρωπε! Δεν καταλαβαίνεις ότι το ποτάμι μας είναι στραβό, ότι είναι ο φταίχτης, αυτό που έχει στραβές όχθες, και, σα λαός, πρέπει να πληρώσουμε! Να πληρώσουμε, γιατί ο ρους μας, ρεμπελεύοντας στα “ρόζνοα”, “ρόζπνοα” και “ροζοφανή” ρεζιλέματα των “realities”, “ρουτί-νιασε τη ρουτίνα του στο ραχατλίδικο ραγιαδισμό και στον παχυδερμιαίο ωχαδερφισμό· στο ρυπα-ρό ρασιοναλιστικό ρεαλισμό, αλλά κι ακόμα, στην ρεπιασμένη και ρηξοθέμιδα ρουσφετολογία, στις χρηματικές ή χρηματιστηριακές ραδιουργίες, ρεμούλες και ρεγάλα, ως και στην αλλαξορα-χιαία τρυφηλότητα”!

Γυμνοί Άγγελοι

Share

μικρό μνημόσυνο για τη Μικρασιατική καταστροφή

1ο Διεθνές Βραβείο «Giovanni Gronchi»
Πίζα Ιταλίας
για την ανέκδοτη ποιητική συλλογή με τίτλο
«Προσφυγιά – Αρμονίας κατάλυση»
Φθινόπωρο 2004
επίσης ΑΡΙΣΤΕΙΟ από το Κελαινώ-Ξάστερον

Το εισαγωγικό ποίημα από την Ποιητική Υμνωδία “Προσφυγιά – αρμονίας κατάλυση”


Γυμνοί άγγελοι

Το λιθόστρωτο ιδρώνει από τα δάκρυα που πέφτουν.
Τα χαρούμενα παιχνιδιστά βήματα
των ανέμελων αγγέλων
χαθήκανε στο λαγούμι του πόνου.
Κι ούτε η βροχή θε να ξεπλύνει ποτέ
Ετούτα τα ματωμένα δάκρυα.
Αυτός ο πεζόδρομος, εκείνος ο δρόμος,
Οι πέτρες  που πόνεσαν πολύ,
Τα χόρτα που βάφτηκαν άλικα από πίκρα,
Οι τοίχοι και τα δέντρα και τα ουράνια
που κοκκίνισαν από ντροπή
και τ’ αγκάθια που τ’ αγιάσανε
τα πόδια τα γυμνά, γυμνών αγγέλων,
ετούτα κι άλλα, αμέτρητα, πολλά
μια παύση ακόμα λυγμού
στην πικρή τους ιστορία.
Μια στάση ακόμα.
Μη προσπερνάτε.
Πατήστε το κουμπί, λοιπόν.
Να κατεβούμε. Σε κάθε στάση.
Να δούμε, να θυμηθούμε,
Να πονέσουμε, να μη ξεχνούμε.
Ήταν δικοί μας άνθρωποι.
Ήταν Άνθρωποι.

© Ευαγγελία-Αγγελική Πεχλιβανίδου

Ακολουθούν 15 Στάσεις με πλούσιο και σπάνιο φωτογραφικό υλικό(σελ. 98)

Στον κυρό Αυγουστίνο Καντιώτη

Share

Επειδή με εξέπληξε και με συγκίνησε ιδιαίτερα η προσέλευση πολλών πιστών από την Αυστραλία στην κηδεία του Μακαριστού Αυγουστίνου, θεώρησα ότι ίσως κάποιοι θα ήθελαν να διαβάσουν κάποιο αφιέρωμα.

Στον Μακαριστό Παππούλη της πλάνας εποχής μας,
πρώην Φλωρίνης, κυρό Αυγουστίνο Καντιώτη
28 Αυγούστου ξημερώνοντας

Ένας ουρανοδείκτης μίμησης  χαράχτηκε για πάντα
στους δρόμους της θρησκείας μας,
για να μη τους χάσουμε.
Ένα ακόμη λιθάρι Πίστης στοιβάχτηκε
στα θεμέλια της ψυχής μας.
Για να τα στηρίξει.

Και μεις με τα μάτια δακρυσμένα από πόνο και αγάπη
χαιρόμαστε μες στη λύπη της αποδήμησής σου.
Χαιρόμαστε βλέποντας το φωτοστέφανο
να φωτίζει το γέρικό σου πρόσωπο.

Και κείνο το παιδί, εκείνος ο νιος, εκείνη η γυναίκα
που γεννήθηκαν χάρη στον ελεγκτικό σου λόγο,
εκείνες οι μητέρες που τον άκουσαν και αναγεννήθηκαν,
εκείνοι που επέζησαν της στέρησης
χάρη στη θυσιαστική σου αγάπη,
όλοι αυτοί που φωτίστηκαν και πληρώθηκαν ειρήνης
χάρη στην πατρική σου φροντίδα,
σαν μικρά χαλικάκια περιστοιχίζουν τους λίθους
που έβαλες θεμέλιο σε όλη την Ελλάδα.
Τώρα είναι εκεί γύρω σου και παντού
ακολουθώντας το παράδειγμά σου.

Εκεί όπου η Ορθοδοξία σιγοκαίει
το καντήλι της Πίστης και της Πατρίδας.
Είναι εκεί προσευχόμενοι να μη τους λησμονήσεις.
Ένας σπορέας αγάπης και ελεημοσύνης  έφυγε
Χρόνια όργωνες το απέραντο χωράφι των παιδιών σου
Για να τα βλέπεις να ανθίζουν και να καρποφορούν.

Οι βρύσες της αγάπης σου
ήταν για όλους τρεχούμενο νερό
να ξεδιψάσει τη ζωή τους που φλεγόταν
κι ήταν ακόμη δροσερότερο για κείνους που σε πλήγωναν.
Τίποτα δε διάλεξες για σένα
γιατί δεν ήθελες να σου ανήκει τίποτα.
Μονάχα τη χαρά της προσευχής την ήθελες δική σου.
Που πάλι για τα τέκνα σου έβγαινε απ’ την ψυχή σου.
Και τώρα είναι εκεί, πατέρα άγιε, και περιμένουν.
Σα νεοσσοί μες στη φωλιά απ’ όπου μίσεψες.

Άφησες πίσω τα φτερά σου μες στα λόγια σου
και τα απαλά σου πούπουλα των έργων
να τους ζεστάνουν.
Το ξέρουν πως ετοίμαζες Μάνες καινούργιες
για να τους προστατέψουν.

Κι έδωσες τα κλειδιά της δύναμής σου
στα τέκνα σου τα αγαπητά που σ’ ακολούθησαν βήμα το βήμα
κι ορίστηκαν βιγλάτορες των οραμάτων σου
Πώς τρεμουλιάζουνε τώρα τα χείλη τους
στον αποχαιρετισμό σου
καθώς αναλογίζονται την παρακαταθήκη που αφήνεις.

Και αν άμουσο το χρώμα της φωνής σου την ώρα της Θυσίας
πάντοτε θα ραγίζει τις ψυχές μας
και θα απλώνει σαν ουράνιο τόξο
γεμάτο από χρώματα παλμών
καθώς εράγιζε η φωνή σου από νότες χίλιες
στο άγγιγμα της παντοτεινής σωτηρίας,
στην ανάμνηση του πόνου που μας τυλίγει,
στην παράκληση για τη Μακεδονία και τους νεκρούς της,
για τις αλησμόνητες πατρίδες και τους χαμένους προγόνους,
για την κρεουργημένη Ελλάδα
και τους μνηστήρες της αρπαγής του Χριστού
και της αξιοπρέπειας.
Γεμάτος με αστραφτερά στους λόγους σου διαμάντια
που τ’ άφησες μες στα βιβλία σου κληρονομιά ιερή.
Γεμάτος με μαργαριτάρια δάκρυα
που νότισαν της Φλώρινας τους δρόμους
και καθενός το μαξιλάρι…

Φεύγεις φτωχός με το τριμμένο σου αντερί
αντί για τα σειρήτια τα χρυσά
και με τα μάτια σου ανοιχτά και φυλαγμένα στις καρδιές μας.
Κανείς δεν έχει φύγει πένης τόσο πολύ
και τόσο πλούσιος από δάκρυα.
Χρυσαετέ της Πίστης μας.
Γέμισες με φωλιές τις κορυφές του κόσμου
για να πετάξουν εκεί πάνω οι πληγωμένοι μας αετοί
που χάνονται  στης αναζήτησης τα πλάνα καταγώγια.
Γέμισες τα ημερονύχτια σου αέρα καθαρό
και τις καρδιές που έλιωνε το μίσος μέρεψες.
Πολέμησες και δε φοβήθηκες.
Πόνεσες και χαμογέλαγες.
Πληγώθηκες και γιάτρευες.
Ταπεινώθηκες και έλαμψες.
Ελέησες και φτερούγησαν οι ελπίδες για ζωή.
Εργάστηκες και δε γόγγυσες.

Ψάρεψες ψυχές
και έγινες ο Ψαράς της ειρήνης και της ευλογίας
Δεν αποθησαύρισες χρυσό.
Αποθησαύρισες πιστούς.
Παράσημά σου αθάνατα
Οι άδειες τσέπες , τα γεμάτα χέρια
Οι τρύπιες αρβύλες ,  τα γεμάτα μάτια
Η λιτή σου εμφάνιση
Η μεγάλη σου Παρουσία.
Πυροδοτήθηκες από τη φλόγα του Αποστόλου Παύλου
Μέθυσες απ’ το κρασί του Ιερού Χρυσοστόμου
Πιάστηκες απ’ το τριμμένο ράσο του Πατροκοσμά
Και έσυρες μαζί τους το χορό της διδασκαλίας του Χριστού
προς τα ουράνια δώματα των παραδείσιων ψυχών.
Μέσα σου ένα ταπεινό λιοντάρι  της Πίστης κυριαρχούσε
καταδιώκοντας τους λωποδύτες της ειρήνης.
Πρωτοκαθίζοντας τους άσωτους λιποτάκτες της αληθινής ζωής
στην Τράπεζα της Αγάπης σου
που πάντοτε είχες στρωμένη για όλους.
Είσαι Πατέρα μας Μακάριος
Γιατί δε λύγισες απ’ τα χτυπήματα
Δεν παραπονέθηκες με μίσος
Δεν λιποψύχησες με απελπισία
Δεν απόκαμες ποτέ
Ήλπιζες με πίστη
Έπραττες με ανιδιοτέλεια
Συγχωρούσες με την αθωότητα μικρού παιδιού
Αγκάλιαζες με τις φτερούγες της θρησκείας
Επέπληττες με την αγάπη του πατέρα
Φύτεψες την ελεημοσύνη
Ευλόγησέ μας, σεβάσμιε Παππούλη της πλάνας εποχής μας!

Ευαγγελία – Αγγελική Πεχλιβανίδου

Απλές σκέψεις… αυτοπροσδιορισμού

Share

Ζούμε σε μια εποχή της «ευκολίας». Έτσι θα έλεγαν οι γονείς και οι παππούδες μας. Όλα σχεδόν αυτοματοποιημένα. Πατάς ένα κουμπί και πλένεις ένα σωρό από ρούχα. Χάθηκε η εποχή που το πλύσιμο στο ρέμα  ή στο ποτάμι ήταν μια σύναξη χαράς, μια έξοδος, μια επικοινωνία.

Το σιδέρωμα ήταν μια δύσκολη αλλά ρουτινιάρικη διαδικασία. Να κάνεις κάρβουνα, να τα βάλεις στο σιδερένιο σίδερο και κάθε τόσο να το κουνάς πέρα δώθε για να διατηρούνται αναμμένα. Δίπλα ένα τάσι νερό, όπου βουτάς το χέρι και το τινάζεις πάνω στα ρούχα για να σιδερωθούν καλύτερα. Και όλη την ώρα του σιδερώματος να τιτιβίζεις με τα παιδιά σου, με τις γειτόνισσες, να ρουφάς τα απλά νέα της γειτονιάς και της κοινωνίας γενικότερα και να λάμπεις από ηρεμία.

Τώρα αντίθετα το ηλεκτρικό σίδερο μπαίνει στην πρίζα – έχει και αυτόματο ατμό – και σύ, εγώ, καθισμένοι, συνήθως,  μπροστά στην τηλεόραση καταπίνουμε απροβλημάτιστα ό,τι άχρηστο έχει να μας σερβίρει, δίπλα σε ένα βουνό από ρούχα που βιαζόμαστε να τα τελειώσουμε γιατί μας περιμένει κι αυτό και το άλλο να κάνουμε.

Πικρό το τίμημα της ευκολίας και της κούφιας εμμονής για άκρατη κατανάλωσηΈνας κύκλος αγώνα άγχους σε κάθε κύκλο που κάνει το ρολόι.

Κι οι δυνάμεις της άμυνάς μας αδυνατούν ολοένα καθώς νιώθουμε ότι χτίζουμε καθημερινά  «γιοφύρια της Άρτας» που μέσα σε λίγο διάστημα γκρεμίζονται και πρέπει πάλι απ’ την αρχή.

Αφήνουμε τη χαρά μας εγκλωβισμένη στο χρόνο, την επικοινωνία με τα παιδιά και τους δικούς μας φυλακισμένη στο τικ τακ του ρολογιού μας, που στέκει εκεί σαν κακό αφεντικό των υποχρεώσεών μας που οικειοθελώς υιοθετήσαμε.

Η νίκη στον καθημερινό αγώνα για κολαρισμένα σεντόνια, για πολύπλοκα φαγητά, για ατσαλάκωτα, ατέλειωτα ρούχα, για άψογο ντύσιμο, μαλλί, για τυπική άψυχη και άχρωμη αντιμετώπιση ανθρώπων και καταστάσεων που συμπορεύονται με τη ζωή μας, η νίκη αυτή πάνω στα υλικά πράγματα που τα κατακτούμε με ευκολία, έτσι νομίζουμε, η νίκη αυτή δεν είναι ούτε δικαίωση, ούτε επιτυχία.

  • Θέλω να μη βρίζω, προσβάλλω, κατακρίνω χωρίς λόγο το συνάνθρωπό μου.
  • Τα οράματά μου να μην είναι όπλα καταστροφής, αλλά γέφυρες επικοινωνίας και πηγές χαράς.
  • Δε θέλω να προσκυνώ το χρυσό μοσχάρι των Εβραίων, ούτε να είμαι εγώ το χρυσό μοσχάρι στην ανθρώπινη έρημο των σύγχρονων χωριών και πόλεων.
  • Καιρός να χαλάσουμε τις σχέσεις μας με το ρολόι και να ερωτευθούμε τη σχέση μας με την ψυχή μας.
  • Να εγκαταλείψουμε τη σχέση μας με τις άχρηστες υποχρεώσεις μας και να δώσουμε βάθρο στις σχέσεις μας με τους δικούς μας.
  • Να παραμελήσουμε τα ηλεκτρικο-ηλεκτρονικά κουμπιά που ροκανίζουν την ηρεμία μας και να βρούμε τα κουμπιά της αγάπης, της επικοινωνίας, της ανθρωπιάς μας.
  • Καλύτερα απ’ το να είμαι Mercedes, να είμαι ένα μικρό van γεμάτο φωνούλες, γέλια, ηρεμία και ελπίδα.
  • Καλύτερα απ’ το να είμαι βίλλα με δέκα φύλακες που κάνουν διάρρηξη στις απλές στιγμές μου, να είμαι καλυβόσπιτο γεμάτο γλυκειά ζεστασιά και ανθρώπινη παρουσία.
  • Δε θέλω έναν  «κενοκρόταλο» αγώνα μέσα από ένα «προσωπείο».
  • Θέλω –εγώ, εσύ, όλοι μας- να έχω τα ειλικρινή μάτια, τα αληθινά λόγια, τις ανθρώπινες εκφράσεις ενός Προσώπου.

Ευαγγελία – Αγγελική  Πεχλιβανίδου

Στους αγαπημένους αδελφούς ομογενείς

Share

Αφήσατε πίσω το χώμα πού ’ναι ζυμωμένο σφιχτά
με χιλιάδες ακρορίζια να το φυλάνε ζωντανό
και
πήρατε με πόνο λίγες ρίζες παρηγοριά και δύναμη
και τις φυτέψατε σ’ όλα τα μέρη της γης.

Ζεστάνατε το χώμα που σας ζέστανε
που αγκάλιασε το μέλλον των αγώνων σας.

Πέτρα-πέτρα πάγου χτίστηκε
το δικό σας ίγκλου.
Μακριά από τον ήλιο της Ελλάδας σας
που φωτίζει από μακριά τις προσδοκίες σας.

Σχέση άρρηκτη και αθάνατη.
Ένα απύθμενο κι ατέλειωτο πάρε δώσε
ψυχής και ιστορίας
Ελλάδας και Παράδοσης
πόθων και παθών
θυσίας και προσφοράς
πίστης και αίνων
Αγίων και εκκλησίας
και ελπίδες δύσεων και ανατολών
αγώνων και θουρίων
και μαρτύρων και ψαλμουδιών

Πήρατε ένα στάχυ από το καθένα
και σταχυολογήσατε το ανθολόγιο της ψυχής σας
και του μέλλοντος.
Μια θημωνιά αναμνήσεις
στα ανθογυάλια της εστίας σας.

Και μεις εδώ πάντα βάζουμε ένα πιάτο
στο τραπέζι της πατρίδας μας, για σας.
Κι ένα κομμάτι ήλιο, ένα κομμάτι θάλασσα.
Ένα ποτήρι αδερφοσύνη.
Για σας
τους μακρινούς συνδαιτυμόνες της πατρίδας μας.

© Ευαγγελία Αγγελική Πεχλιβανίδου

Η Κύπρος είμαι Δέσποινα

Share

Αρχαίο φως, ω! Πάναρχο, του κάλους, της αλήθειας,
στης πλάσης, πότε, την καρδιά, θ’ ανάψεις πυρκαγιά
που θα φουντώσει, ως πνοή Ελληνικής συνήθειας,
κει πά’ στον Πενταδάκτυλο ν’ αστράψει η Ελευθεριά!

Του Σολωμού και του Ισαάκ το αίμα, πότε αντάμα,
του Δημητρίου η πνοή και του Καραολή,
θα αναστήσουν τη φυλή, του Ελληνισμού το Τάμα,
και θ’ αρματώσουν της ψυχής τη νέα ανατολή!