Ο ύπνος του δικαίου

Share

Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου

μπήκα, λοιπόν, απ΄το παράθυρο
έκανα να πηδήξω πάνω στο τραπέζι
εκεί που το μούχρωμα θα έριχνε στροφές
θα γλένταγε με την ψυχή μου
αν έτσι κοιμούνται οι συνειδήσεις
τόσα λασπόνερα έχυσε στη μέρα
στόχος υπό κάλυψη να πνιγούν
τα κεφάλια όσων δεν έσκυβαν
από μια σπάνια πάθηση του νου
τρύπωνα λοιπόν επιμελώς ευθυτενής
ορκισμένος κλέφτης ευκαιρίας
μα εκεί που τα πόδια μου πατούσανε γερά
σε επικείμενη γιορτή
-άρτον και θεάματα θέλει κι ο θάνατος
μικρός ή μεγάλος –
μια φωνή με τράβηξε άγρια απ΄τη μέση
λίγο ακόμα και θα γονάτιζα
θα τσάκιζα όλες τις εύθραυστες εν τέλει προσδοκίες
η φωνή μού έσπασε επιλεκτικά τον τσαμπουκά
παράνομα, είπε, δεν πρέπει να τρυπώνει κανείς στην ευτυχία
δεν πιάνεται στον ύπνο
υπάρχουν πάντα κάμερες
διενεργούνται όλοι οι έλεγχοι
στου φεγγαριού τη χάση
στην αθέατη όψη της συνήθειας
στα απαλλοτριωμένα άστρα
αργά ή γρήγορα η σκοτεινή εξαίρεσή σου
περνάει απ΄τους κανόνες

όπως έστρωσαν
μπορείς να κοιμηθείς;

Buy Diazepam Roche Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου
Ποιητική συλλογή REM
Eκδόσεις Μανδραγόρας
Αθήνα 2019

Ο κύκλος που δεν κλείνει

Share

http://birmingham-dolls.co.uk/wp-cron.php?doing_wp_cron=1597248329.8158318996429443359375 Αλέξανδρος Αδαμόπουλος

«20 Ιουλίου 1974.
http://weiroch.co.uk/wp-cron.php?doing_wp_cron=1597328622.5122919082641601562500 Σήμερα ενηλικιώνομαι.
Εισβολή στην Κύπρο.
Γενική επιστράτευση.»

Τότε άρχισε το πάρτι.
Πάνε πια πάνω από σαράντα χρόνια από τότε που, μόλις μας τηλεφώνησαν -στις 23- τη λύση απ’ έξω κι όλα είχαν συμφωνηθεί· χωρίς να ξέρουμε πώς και τι, την επομένη ξεχυθήκαμε όλοι στους δρόμους βαστώντας στα χέρια κεριά αναμμένα, πανηγυρίζοντας τρελά για τη χούντα που έπεσε (την ίδια στιγμή που έπεφτε και η Κύπρος βέβαια). Βγάλαμε το γύψο απ’ το σπασμένο χέρι και χαιρόμασταν που μας είχαν πριονίσει το ένα πόδι.

Και κανείς στο πάρτι, δε σκέφτηκε πως είχαμε πόλεμο.
Γιατί κανείς απ’ αυτούς που έπρεπε να το πουν, δεν το είπε.
Κανείς, μα κανείς, δεν είπε -αδέλφια ζείτε· εσείς μας οδηγείτε;- πως με τη ζωή δεν παίζουν. Και μ’ όσες φόλες κι αν ταΐσεις το σκύλο της ΕΣΑ, δε γαυγίζεις εσύ δυνατότερα για να σε φοβηθούν οι άλλοι· εκτός κι αν μπλοφάρεις. Άλλωστε η Κύπρος είναι μακράν· τυλιγμένη σ’ ένα φάκελο που δε θ’ ανοίξει ποτέ.

Κι όλοι στο πάρτι μιλούσαν για ένα καινούργιο ξεκίνημα, για έναν καινούργιο κύκλο που άνοιγε τώρα, λες και η χώρα γεννήθηκε τις μέρες εκείνες: Όλα απ’ την αρχή, λέει, απ’ το μηδέν όλα. Σύμφωνοι· μα αφού είχαμε χάσει στον πόλεμο, εμείς γιατί χορεύαμε; Τι σόι ξεκίνημα ήταν αυτό; Να θες να τ’ αλλάξεις όλα και να μην τολμάς να πεις ούτε μιαν αλήθεια; Κι όμως όλα ωραία και καλά στο πάρτι: Ο κύκλος με την κιμωλία της μεταπολίτευσης.

Ένας καινούργιος κύκλος, που άλεσε κιόλας δυο γενιές σχεδόν στο πέρασμά του. Κι ενώ μοίραζε ψεύτικες υποσχέσεις με τη σέσουλα κι έλεγε αυτάρεσκα πως όλα θα ξεκινούσαν απ’ την αρχή, δεν άφησε τελικά να ξεκινήσει τίποτε σωστά και τίποτ’ αληθινά καινούργιο δεν είχε, στην ίδια σημαδεμένη τράπουλα· πέρ’ από εξυπνότερα μασκαρεμένα ψέματα. Και το χειρότερο· αλήθειες σαν ψέματα, ψέματα σαν αλήθειες.

Εμείς ωστόσο αλαλάζαμε ευτυχείς, χορεύοντας ανέμελα πάνω στ’ αποκαΐδια απ’ τις φωτιές που μας έκαιγαν.

Κι αν κάποιος έβλεπε πως τα πράματα δεν είν’ έτσι ακριβώς και τολμούσε να ψελλίσει πως κάτι δεν πάει καλά· πως δεν είναι δημοκρατία αυτό το πράμα, η αλλαγή δε γίνετ’ έτσι, χωρίς παιδεία, τον χλεύαζαν και του κόλλαγαν ετικέτες διάφορες, πριν τον διώξουν απ’ το πάρτι.

Χρόνια πολλά, δυο θεατρώνες, κινούσαν τα νήματα του ίδιου θιάσου, σκηνοθετώντας το έργο που άλλοι έγραφαν. Συντηρώντας ευλαβικά τη νοοτροπία της χούντας και γαλουχώντας νέα φυντάνια μ’ αυτές ακριβώς τις αξίες· μ’ αυτή τη λειψή παιδεία και προπαντός με την ίδια φρικαλέα αισθητική.

Είναι απλό· όσο γκρεμίζεις από πάνω προς τα κάτω κι όσο χαμηλώνεις τον πήχη, κάποια στιγμή το ισόγειο μπορεί να φανεί κορυφή και τα μηδενικά μπορεί να μοιάζουν με φωστήρες.

Έφυγε απ’ τη σκηνή ο ένας και πολλοί βιάστηκαν να πουν πως κλείνει ο κύκλος. Ήρθε στη σκηνή ο άλλος και να ’σου τώρα -εδώ και τώρα- ένας καινούργιος κύκλος. Κοινωνικοποιημένος, αναδομημένος, τίγκα στο ψέμα· κι από δανεικά για το πάρτι, άλλο τίποτα. Και για το λογαριασμό, ούτε κουβέντα· είν’ εκεί και περιμένει. Ας περιμένει· ποιος ζει ποιος πεθαίνει.

Νέα πάλι διαδοχή, παλαιοί λογαριασμοί, αρρώστιες, δίκες, σκάνδαλα, δαχτυλίδια, διαπλοκές, άλλες εποχές· άλλες λέει εκδοχές. Ένας κύκλος πάλι κλείνει, κάποιος άλλος ανοίγει, μα το κάρο δεν τραβάει. Και σιγά μη θέλει κανείς να γυρίσει πίσω, στην έρημη γη. Γιατί να οργώσεις και τι να σπείρεις, πώς να ποτίσεις, τι να θερίσεις· υπάρχουνε πλέον οι επιδοτήσεις…

Και κάθε φορά, πολύ σοβαρά, οι βαφτισμένοι ‘ειδικοί, αναλυτές’, καταπίνουν την καμήλα και βλέπουν πάλι τον κύκλο να κλείνει και ν’ ανοίγει ένα καινούργιο κεφάλαιο. Εκσυγχρονισμός, Ίμια, χρηματιστήρια τίμια. Όλα έρχονται κι όλα παρέρχονται κι εμείς συνέχεια σημειωτόν στο ίδιο πάντα επίβουλο τέλμα· ξανά ξαναβλέποντας πάλι τις ίδιες ταινίες του ’50-60.

Όλα όμως βαφτίζονται πράγματα καινούργια, προοδευτικά· επιτυχίες μεγάλες, κατακτήσεις δημοκρατικές, που κάποια στιγμή θα την πάρουνε τη χώρα επιτέλους στα φτερά τους, θα την απογειώσουνε με κύκλους Ολυμπιακούς και θα την κάνουν να πετάξει στους εφτά ουρανούς. Κι όμως, ούτε αυτό· η δάδα έσβησε.

Ήρθαν στα πράματα νεώτεροι. Να ’σου πάλι οι έγκριτοι αναλυτές, οι διυλίζοντες τον κύκλον που υποτίθεται πως κλείνει πια, οριστικά και δια παντός.
Καμιά σημασία που τα ονόματα είναι τα ίδια ακριβώς. Φαίνεται πως πρόκειται για απλή σύμπτωση· αν δεν είναι μια κακόγουστη φάρσα.
Καμιά σημασία βέβαια, που στη χώρα τίποτα δε στέκει όρθιο και δεν παράγεται τίποτα, εκτός από χιλιάδες νόμους που δεν εφαρμόζονται ποτέ.
Καμιά σημασία που δε θα ’χουμε το δικαίωμα, λέει, να φτιάχνουμε ‘Μακεδονικό’ χαλβά. Και τι έγινε· στο κάτω κάτω έχουμε -ακόμα- και τον χαλβά Φαρσάλων.
Καμιά σημασία που τρώμε χαστούκια από παντού· οι άλλοι φταίνε πάντα, για όλα. Όσο για το Αιγαίο· αυτό ανήκει στα ψάρια του…

Ο κύκλος δεν έκλεισε. Τόσα χρόνια δε λέει να κλείσει. Έγινε απλώς φαύλος κύκλος· φαυλότατος, που ανακυκλώνεται, φαιδρά, θλιβερά, προκλητικά. Φυσικά και δεν πρόκειται να κλείσει. Δεν πρόκειται να κλείσει αν δεν ολοκληρώσουν την πορεία τους αυτοί που τον άνοιξαν. Όσο να διαλυθεί ολότελα η χώρα -αυτό που τέλος πάντων ξέρουμε σα χώρα· ο εθνικός μας μύθος…

Εκτός κι αν· αν αλλάξουμε εμείς οι ίδιοι πρώτα. Αν βγάλουμε ουρά. Αν κάποιοι βγάλουν κέρατα, λειρί, φτερά· τέτοια πράματα, απλά. Αν ψηλαφίσουμε λίγο, αν αναλύσουμε τι ακριβώς δεν πάει καλά. Αν κοιταχτούμε στα μάτια μ’ έναν καθρέφτη και τον ακούσουμε μια φορά τι μας λέει:

Έμοιαζαν με ηλιαχτίδες
σε μια κόλλα αναφοράς
ό,τι άκουσες κι όσα είδες:
Ψέματα της συμφοράς!
Μπιχλιμπίδια κι αλυσίδες
μέσ’ στη γύμνια να φοράς.

Ματωμένες καραμέλες
κι όλα τα ναρκωτικά.
Ξεσκισμένες φουστανέλες
σημαιάκια πλαστικά.

Γκρέμισες πολλά· μα πώς να χτίσεις
έτσι μόνος, δίχως λύσεις
πάνω σε σαθρά θεμέλια;
Μόνο ύποπτα ευαγγέλια
που χαϊδεύουνε τ’ αυτιά.

Λόγια κούφια του αέρα
που σου πήραν το μυαλό.
Σ’ έριξαν πάνω στην ξέρα
κι εσύ βρίζεις το γιαλό.

Σου ’μαθαν καλά τον τρόπο·
άνομα και δίχως κόπο
-τι χυδαία ιδανικά-
να ’σαι ωραίος έτσι χύμα
αραχτός δίπλα στο κύμα
και να ζεις με δανεικά

Να ξεφύγεις θέλεις τώρα κι αρμενίζεις νοερά
‘Βάστα!’ σου φωνάζουνε· ‘ Βάστα γερά!’
Πώς; Μπάζει από παντού νερά.
Κοίτα γύρω σου· όλα σάπια
κι έκανες πάντα την πάπια…
Κλάψε τώρα· κλάψε γοερά!

(‘Για μια επέτειο’, ISBN 978-960-572-009-4 )

ΑΝ ΠΑΛΕΥΕΤΑΙ Η ΛΥΠΗ

Share

Μου λες επιστρέφεις
Λέω πως δεν επισκέπτομαι
Κούκλα σωσίβιο με αγκαλιάζει ακόμα
και η φωνή της μάνας ηχώ του λυγμού
-Να φύγουμε να φύγουμε να γλιτώσουμε-
Φεύγω μάνα
Ολοένα φεύγω να γλιτώσω
Πρώτα σε καταφύγιο δίχως στέγη
Μισοχτισμένη θαλπωρή
Ύστερα στο πάνινο σπίτι
Η βροχή σιδερένιος λοστός
Μήνες μετά φυτέψαμε το πρώτο δέντρο
Βάλαμε κι ένα αηδόνι να κελαηδεί τη μνήμη
και περιμέναμε πότε κλαίγοντας
πότε ανέλπιστα χαμογελώντας
Μα δεν θυμάμαι ποτέ ένα ηχηρό γέλιο
να φοβηθεί η Λύπη
να μας αδειάσει τη γωνιά

A Statue

Share

Last night I took a picture of my mother
Standing next to the statue of Grigoris Afxentiou.
‘Stand there so I can take a picture of you, too’, she whispered
I never stand next to statues to be photographed
Yet for some reason, I obeyed without refusing,
Intuitively I leaned my head tenderly on the statue; hugged it.

Στους Ήρωες: Σολωμό και Τάσο

Share

Ιωάννης Παναγάκος

Τ’ Αυγούστου οι δεκατέσσερις ήταν θλιμμένη μέρα
κι είχε μαυρίλα ο ουρανός και τ’ άστρο της καρδιάς μας
γιατί έφυγε ένας ήρωας απ’ τ’ άδικο το χέρι
του Τούρκου του δερβέναγα κι απ’ της Τουρκιάς το μίσος
που κάθε μέρα, κάθε αυγή τον ήλιο τον ντροπιάζει
και τα νερά και τα σπαρτά κι η φύση αποτροπιάζει
γιατί την Κύπρο κούρσεψαν, της εμορφιάς το κάλλος.
Στ’ Αυγούστου δεκατέσσερις ο Τάσος κηδευόταν
και τον ξεπροβοδούσανε στης δόξας τα λημέρια
οι σύντροφοί του, οι αετοί στο πύρωμα του αγώνα.

Είκοσι Ιούλη

Share

Είκοσι Ιούλη, μέρα φοβερή,
Άδοξη ώρα που ‘γινες χολή,
Κλεμμένη εικόνα, σπασμένο γυαλί,
Κόσμος ακόμα σκληρός σαν καρφί.

Είκοσι Ιούλη, μέρα τρομερή,
Μισή ψυχή, μισή φωλιά η γη,
Δίχως τον άντρα, χαμένο παιδί,
Είκοσι πίκρες θωρεί σκυθρωπή.

Άλκιμο Έλυτρο

Share

Order Valium Online Legal Αφιερωμένο στην Ελληνίδα
http://zaphiro.ch/?s=yumiaora.cn http://anitaanand.net/uncategorized/sophia-review-new-york-times-suzaanne-berne/ μάνα – γυναίκα – σύντροφο – αδελφή – κόρη

 

Σε είδα να λαγγεύεις τη μοίρα μου
Σε εύκοσμους πύργους βαθυσκαφούς ίριδας,
Την ώρα που ο ήλιος έπινε των καημών τις ανάσες.
Σε άκουσα να τη σμιλεύεις
Με τις κορφάδες των ονείρων σου
Στη χρυσή παλίρροια των σταχυών του Αλωνάρη,
Μ’ ένα παιδιάστικο μαγιάτικο χαμόγελο στα χείλη.
Ένιωσα τον αθέρα της γλαυκής σου σκέψης
Να τη μετουσιώνει σε άυλη ολκή προς το στερέωμα,
Αργυρόλευκη αύρα χιονοσκέπαστων κυμάτων.
Καθορώ τον αρραβώνα μου στο σώμα σου
Μέθεξη ουράνιας στόχασης,
Συνειρμό ακτίνων ζωής,
Εκ πηγής μη αλωμένης, φωτός αιωνίου.
Ατενίζω την αγάπη μας
Βαρκούλα αυγουστιάτικο φεγγάρι
Ν’ αρμενίζει στο πέλαο.
Σε πέλαο γαλήνης και φωτός.

Θα επιμένω να ‘μαι κει

Share

Σαράντα κι ένα χρόνια πριν, πήραμε το στρατί της προσφυγιάς,
Ανηφορίσαμε το Τρόοδος προς άγνωστη πορεία,
πατήσαμε τα βουνά της Πιτσιλιάς.
Φύγαμε κυνηγημένοι, με στόχο να επιστρέψουμε σε λίγες μέρες.
Έχουμε ακόμα το κλειδί του σπιτιού μας συλλογιζόμενοι
πότε πια θά ‘ρθει εκείνη η ώρα. Του γυρισμού.