Αναζητώντας τον Πατέρα…

Share

Αφηρημένο κι ονειροπόλο μ’ αποκάλεσε κάποτε ένας καθηγητής μου. Κι αυτό γιατί με το σουλατσάρισμα του νου σε τόπους που μόνον η φαντασία μπορεί να μας μεταφέρει είχα πάντα τη ικανότητα να ξεχνιέμαι και ν’ αποσπάω προσωρινά το πνεύμα μου από τα πρόσκαιρα εγκόσμια. Είχα και έχω ακόμη την ικανότητα να νιώθω ικανοποίηση, να φέρνω θέρμη σ’ απόκρυφα συναισθήματα, να ζωγραφίζω αλλοπρόσαλλες εκφράσεις στο μελαγχολικό μου πρόσωπο. Έτσι κατάφερα να με αποκαλούν αφηρημένο μερικοί ακόμη και σήμερα.

Εγώ όμως ξέρω πως απλά είμαι βαθύνους όχι αφηρημένος κι αυτή μου η βαθύνοια δε με ταλαιπώρησε ποτέ σε τόπους απρόσιτους. Όπου κι αν βρίσκομαι έχω την ευκαιρία να μεταφερθώ νοερά σε μέρη όπου έζησα παιδί. Σε μέρη όπου στιγμιαία βρίσκω κι ακολουθώ γνωστές και φαρδιές πατημασιές πάνω σε μια Αιγαιοπελαγίτικη παραλία. Μπορούσα τόσο εύκολα να βρω αυτές τις φαρδιές πατημασιές στη γωνιά της δικής μας παραλίας. Δικής μας γιατί εκεί ζήσαμε τις πιο ευχάριστες και συνάμα δυσάρεστες στιγμές της ζωής και σημαδέψαμε τον τόπο με την παιδική χαρά και τη λύπη μας. Εκεί όπου το αεράκι σφυρίζοντας ελαφρά γύρω στο πρόσωπο μου προξενούσε τόση ηρεμία∙ εκεί όπου ο θόρυβος του κύματος που έσβηνε στην άκρη της στεγνής άμμου γινόταν ο αρμονικός ήχος που έδινε ρυθμό στο βήμα μας. Συνάμα και μια θερμή ελπίδα αισθητά κρυμμένη στο στοχαστικό φωτοστόλισμα του θαλάσσιου κι απέραντου προς όλες τις κατευθύνσεις εκείνου περιβάλλοντος που ξαπλωνόταν ίδιο κι απαράλλαχτο τις πιο πολλές φορές μ’ αυτό του προηγούμενου δειλινού.

Το Πάθος

Share

Μετρούσα τα βήματά μου, κοίταζα σε κάθε γωνία του δρόμου με όραμα την  ελπίδα, μετά από μερικά βήματα έσβηνε κι αυτή σα στιγμιαία αχυρένια φλόγα,  κοίταζα σα χαζός, κοίταζα   μήπως φανεί εκείνη. Η σκηνή σε ένα λιμάνι της Κεντρικής λατινικής Αμερικής το φορτηγό βαπόρι που ήμουν πλήρωμα  ήταν τακτικών γραμμών οπότε ήταν σα να ζούσα σε αυτή την πόλη του λιμανιού.  Ο  ζεστός αέρας με  έλουζε με μια σκόνη ξερής λάσπης, αυτή που όταν ίδρωνα κολλούσε πάνω μου,  περπατούσα σαν ζόμπι, αναζητούσα τη μοναξιά, πήγαινα στο παγκάκι του πάρκου, καθόμουν, το βλέμμα απλανές, μετρούσα τις ξύλινες  ράγες του πάγκου, από πόσα  καρφιά είχε η κάθε μία,  κοίταζα τα έντομα που ζουζούνιζαν γύρω από τη φθοριούχο λάμπα της κολόνας.

Από Δημήτρη Ευστρατιάδη

Share

Για την ιστοσελίδα σας

Έπρεπε κάποτε να δίνονταν η ευκαιρία στους λογοτέχνες μας να έχουν το δικό τους βήμα, ένα βήμα που θα τους βοηθήσει να προβληθούν κι έξω από τα στενά όρια της δικής μας παροικίας.

Κι είναι ακόμη πιο ελπιδοφόρο ότι το βήμα αυτό είναι της φροντίδας κάποιου που ποτέ δεν δίστασα να τον θεωρώ σαν από τους πιο ξέχωρους εκπρόσωπους και τους πιο δυναμικούς θιασώτες της αποδημικής μας λογοτεχνικής κατάστασης.

Έχοντας από πολλά χρόνια γνωρίσει κι εκτιμήσει υπέρμετρα την λατρεία του Ιάκωβου Γαριβάλδη για ό,τι έχει σχέση με τον κόσμο της πέννας, ας μου επιτραπεί να τον συγχαρώ, για μια ακόκη φορά, για την καινούρια του αυτή πρωτοβουλία, που σίγουρα θα αποτελέσει ένα ακόμη σημαντικό ορόσημο στην εξέλιξη της λογοτεχνικής πιάτσας της ελληνικής διασποράς.

Τάκης Ευστρατιάδης
Μελβούρνη

2 Σεπτεμβρίου 2009

Αχ! Αυτά τα Όνειρα

Share

Αχ! Αυτά τα Όνειρα.

Στα  όνειρα δεν χρειάζεται  να βάλουμε φωτογραφίες  ή εικόνες, μια και τα όνειρα από μόνα τους τις ζωγραφίζουν.

Από μικρό παιδί είχα ένα όνειρο, μου άρεσε  να γράφω, το όνειρό μου  ήταν να βλέπω τον εαυτό μου ακουμπισμένο σε ένα τραπέζι με μολύβι και χαρτί να αποτυπώνει τα  γεννοβολήματα της πένας μου, να ζω σε έναν όλο-δικό μου κόσμο. Αυτό έκανα μικρός, όταν έξω χιόνιζε, στο κρύο του χειμώνα μουτζούρωνα χαρτιά κοιτάζοντας απ’ το τζάμι τις νιφάδες. Τα καλοκαίρια ξαπλωμένος στο πάτωμα διάβαζα ότι έπεφτε στα χέρια μου.  Τώρα, ευρισκόμενος στο άλλον άκρον τη νήματος  της ζωής, στρώνομαι στο γράψιμο. Αλλά  με πιάνει μια βαριεστιμάρα, στη στιγμή αλλάζω γνώμη και λέω: Α!  Άστο για αύριο, κανένας δεν με κυνηγά.  Το  πρόβλημα μου όμως είναι ότι το αύριο δεν έρχεται ποτέ. Πάντοτε υπάρχει το σήμερα, το αύριο είναι  υποθετικό.

Η Μοίρα

Share

Με τη Μοίρα συνομιλώ στο λαβύρινθο της ζωής, ο στοχασμός μου παραμένει πάντα φωτεινός, αστείρευτος. Η Μοίρα λάμπει στην άκρη της οδού με τα ξέπλεκα μαλλιά της χορεύοντας στου αγέρα την ηχώ, αφέγγαρη νύχτα. Τα μαύρα μάτια της με κοιτάζουν σαγηνευτικά, επίμονα. Μέσα στη δίνη του κόσμου δε χάνω την πίστη, ξέρω να καρτερώ ακόμη σε συνθήκες αντίξοες. Η προσευχή καθαγιάζει το συντριβάνι της ψυχής σαν τη δροσοσταλιά της Άνοιξης. Το βλέμμα της Μοίρας μ’ ακολουθεί κάποια απρόσμενη στιγμή, κι ενώνεται με την ανταύγεια του αστεριού μου. Δε γνωρίζω της Μοίρας τα γραμμένα μα κάπως ξέρουν να μου μιλούν, μου διαγγέλουν το δρόμο της ζωής. Τα γράμματά της κάπου-κάπου φεγγοβολούν μες στη σιγαλιά της άγρυπνης ημέρας. Ιδού, το φως των γραμμάτων της ξέρει να με σαγηνεύει με τις αμυδρές αποκαλύψεις της, όπως η ακτίνα του σεληννόφωτος που φέγγει έξω από το φεγγίτη σε ήρεμη νύχτα. Και θαρρώ πως η Μοίρα έρχεται να με χρίσει με το θεϊκό της μύρο που ευωδιάζει από παντού σαν πασχαλιά στο μεσονύχτι της Λαμπρής. Καθοδηγητικό φως που κατεβαίνει κατακόρυφα κι αγγίζει την κυτταρώδη μνήμη. Κάπου μες σ’ αυτή τη θεσπέσια ευλογία ακούω τη φωνή εντός μου. Το άκουσμα της φωνής στο καλτερίμι της ψυχής εκπέμπει στην κεντρική πλατεία, πλατεία Θεοφανίων.

Ένας Ξαναγεννημένος Φοίνικας

Share

Once upon a time…
Μια φορά κι έναν καιρό, όχι πολύ παλιά,
γιά περισσότερο από τέσσερα εκατóχρονα,
δυναστείες Οθωμανών Σουλτάνων
βασίλευαν σαν βαριά σύννεφα,
διώχνοντας τη λιακάδα από τους Ουρανούς.
Ο τρόμος γέμιζε τον κάποτε ελεύθερο αέρα της:
oι βράχοι της πονούσαν, οι θάλασσές της έκλαιγαν,
τα πουλιά της έκρωζαν θρηνητικά,
τα λουλούδια της μαραίνονταν, ο λαός της υπέφερε—

Σκίζοντας την Ιστορία μου

Share

Σκυμμένος πάνω στο γραφείο μου, έχω βάλει σκοπό να ξεκάνω όλο το επαγγελματικό και μη χαρτομάνι που είχα συσσωρεμένο χρόνια τώρα σε διάφορα κουτιά και ντοσιέ. Τα περισσότερα, μου είναι, ας το ομολογήσω, άχρηστα! Πάντα είχα τη συνήθεια, καλή ή κακή δεν έχει σημασία τώρα, να μην πετώ τίποτα, να κρατώ ακόμα και τα πιο ασήμαντα χαρτάκια. Όλα, και το καθένα από αυτά, είχαν για μένα, και μια μικρή αξία, έστω. Ήταν κομμάτια μια… ιστορίας. Της ιστορίας μου! Και τώρα σκίζοντάς τα… είναι σαν να την… απαρνιέμαι.

Χωριό μου

Share

Μη χαθεί χωριό μου η μορφή σου
μέσα σε ποταμούς δακρύων
των αγαπημένων σου ανθρώπων.
Τα γκρίζα φτερά της λήθης
μη σε πάρουν ταξίδι χωρίς γυρισμό
μη γίνεις και συ
κομμάτι ιστορίας χαμένων πατρίδων.

Στροβιλίσματα της σκέψης στο χθές
έγιναν φεγγάρι στης στέρνας το νερό
να παίζει κρυφτό με την ελπίδα.
Άλλαξαν σχήμα τα άστρα
Άλλαξε χρώμα το γεγγάρι
μέσα από τις φλόγες και τα αποκαΐδια
του Πενταδάκτυλου από εκείνον τον Ιούλιο.