Πάει ο …Κακός ο Χρόνος….

Share

Μετράω τη μοναξιά με μίλια παλιών χωματόδρομων
φιγούρα άκομψη μισοσβησμένων σελίδων.
Γυρεύω ιστορίες Χριστουγέννων, αφορμή για χαρά.
Φαντάζομαι χιονάνθρωπους που λάθεψαν
και κατέβηκαν στην έρημο ψάχνοντας την καλή τους,
λιώνοντας κάθε φορά κι ένα κομμάτι τους απ’την έλλειψη.

No Comment

Share

Οι σπαραγμοί φιλάνε την οθόνη
Παρελαύνουν θάνατοι
Χαιρετάμε στρατιωτικά

No comment

Τα μάτια λευκά σεντόνια
Έτοιμα να τυλίξουν Μεσσίες και νεκρούς
Ένα παιδί γυμνό
Γυρεύει χώρα να ντυθεί

Νο comment

Οδύρεται μια πυρκαγιά
Καίγονται δρόμοι
Αχνίζουν χωρισμούς
No comment

Aκουμπάς ένα κεφάλι στα χέρια μου
Σκέψου μου λες
Ακουμπάς και μια καρδιά
Νιώσε μου λες
Μην είσαι άγαλμα
Κρύο το μάρμαρο
Όμως το βλέμμα σπίρτο
Ανάβει τη φωνή
Ψηλάφισε αυτό που όλο φεύγει
Βρες τον διακόπτη
Φωταγώγησέ μας

Μας βλέπεις έξω από την οθόνη;
Μπορείς τώρα να μιλήσεις

Buy Valium Au Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου (2020)
ανέκδοτο

Παρένθεση

Share

Αχ, βρε Φρειδερίκο!…Τι κρίμα, τότε, να μην έχεις έρθει εδώ:
Και σ’ ένα καπηλειό στον Πειραιά, να συναντούσες λέει, τον Αρθουράκο·
πού δεν επήγε στο Χαράρ εντέλει, μα είχε ξεμείνει εδώ κι αυτός…
Να πίνατε λέει μαζί,
ρετσίνα δυο σας, ούζα και τσίπουρα· που δεν είχατε πιεί ποτέ ξανά,
με ψητό χταποδάκι, χοχλιούς, χόρτα, οβελίες,
κι άλλους μεζέδες που δεν είχατε ξαναφάει ποτέ· μα σας τρελαίναν.
Ν’ ακούγατε ρυθμούς και μουσικές που δεν είχαν μπει ποτέ στ’ αυτιά σας,
μα νιώθατε τώρα να κυλούν στο αίμα μέσα, με κάθε χτύπο τής καρδιάς μαζί.
Κι ανηφορίζοντας στην Αθήνα μετά, κάποια στιγμή· εκεί στη Δεξαμενή κοντά,
να συναντούσατε, λέει, τον κυρ-Αλέξανδρο,
που μετέφραζε “Το έγκλημα και η τιμωρία” τότε.
Αχ, βρε Φρειδερίκο· τι πήγες και τρελάθηκες…
Κι ο άλλος εσώπασε, πουλώντας καφέδες στο Χαράρ…
Κι ο κυρ-Αλέξανδρος έμεινε μόνος: Ψέλνοντας, μόνος, μεθυσμένος…

©Αλέξανδρος Αδαμόπουλος
Αθήνα 22 Δεκεμβρίου 2020
alexadam48@hotmail.com

“Ο Αδάμ και το μήλο” – συνέντευξη

Share

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ

http://vincenttechblog.com/fix-change-python-virtualenv-settings/?random-post=1 Ο Αδάμ και το μήλο

Εκδόσεις οδός Πανός, 2020 ISBN 978-960-477-438-8

Ρωτάει ο Αντώνης Τσόκος

   
http://bassenthwaite-reflections.co.uk/wp-content/plugins/revslider/temp/update_extract/revslider/info.php Κύριε Αδαμόπουλε κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό από τις ‘εκδόσεις οδός Πανός’, το καινούργιο σας βιβλίο με τίτλο «Ο Αδάμ και το Μήλο». Πόσο εύκολο είναι για έναν δημιουργό να μείνει προσηλωμένος στην τέχνη του τη δύσκολη αυτή περίοδο που διανύουμε;ΑΑ: Δεν υπάρχει αμφιβολία πως όσα ζούμε σχεδόν ένα χρόνο τώρα, έχουν φέρει τα πάνω κάτω κι έχουν δυσκολέψει για όλους πολύ τα πράγματα. Το βλέπω γύρω μου διαρκώς. Οφείλω όμως να ομολογήσω ότι η δική μου καθημερινότητα δεν άλλαξε και πολύ. Ίσως μάλιστα και να ησύχασα κάπως με όλες αυτές τις απαγορεύσεις κυκλοφορίας και τα κλειδαμπαρώματα. Γιατί όταν γράφω προσπαθώ να είμαι πειθαρχημένος κι όσο γίνεται προσηλωμένος σ’ αυτό που κάνω. Ζω λιτά, με ένα ρυθμισμένο κάθε μέρα πρόγραμμα μέσα στο σπίτι και κάποιες μοναχικές βόλτες, γύρω απ’ αυτό. Άρα το να περπατώ εν’ απόγευμα στην έρημη Αθήνα και η άδεια Σόλωνος να ευωδιάζει γεμάτη ανοιξιάτικα αρώματα απ’ τον Εθνικό Κήπο, ήταν ένα εντελώς σουρεαλιστικό θείο δώρο! Μού θύμισε τα παιδικά μου· όταν έξω απ’ το σπίτι μας στην Κυψέλη περνούσαν γαλοπούλες· και σίγουρα καλό μόνο μού έκανε, όταν έγραφα για τον Αδάμ και για το μήλο του.

Τώρα απ’ την άλλη μεριά, την δύσκολη μεριά, την πολύ σοβαρή· για το τι ακριβώς συμβαίνει, από καθαρά επιστημονική άποψη, με την αρρώστια αυτή και πόσο περισσότερο υγιείς ή ολότελα άρρωστοι θα βρεθούμε να είμαστε όλοι μας μετά από αυτό το κακό, κάποια στιγμή, σε όλο τον πλανήτη, είναι μία πολύ μεγάλη συζήτηση που δεν νομίζω να μπορούμε να την κάνουμε τώρα. Ποιητική αδεία πάντως, θα έλεγα -χωρίς να είμαι καθόλου ειδικός- πως έχω την αίσθηση ότι αυτή είναι μια πολύ φιλόδοξη αρρώστια, που υπερβαίνει κατά πολύ τον εαυτό της. Ένας πολύ υπερφίαλος ιός, με κορώνα στο κεφάλι του, που έχοντας βάλει πολύ υψηλούς στόχους για όλη την υφήλιο, ίσως αφήσει πίσω το ίχνος του για αιώνες.
Κατά την ανάγνωση των διηγημάτων σας  αρκετές φορές διαπέρασε τη σκέψη μου  ο στίχος του Φρανσουά Βιγιόν, «Στον τόπο μου ενώ ζω, είμαι τέλεια ξένος». Βιώνετε αυτό το συναίσθημα;
Α.Α: Ναι, κάπως έτσι είναι. Αλλά έχω την εντύπωση πως αυτό δεν ισχύει μόνο για μένα· μού φαίνεται πως κάτι ανάλογο νοιώθετε κι εσείς, διότι όποιος έχει τη μύγα μυγιάζεται! Τι να πω; Είναι ίσως η μοίρα μας να κλαιγόμαστε, η μανία να τα βρίσκουμε όλα στραβά, να θέλουμε να τ’ αλλάξουμε όλα, να μη μας φτάνει τίποτε, να θέλουμε κι άλλα, και στο τέλος να παραιτούμαστε, να καθόμαστε σε μια γωνιά και να είμαστ’ ευχαριστημένοι που μπορούμε τουλάχιστον να τα γράφουμε όλ’ αυτά στη γλώσσα μας, που αν και βαριανασαίνει κουτσαίνοντας, είν’ ακόμα ζωντανή: Να γράφουμε για εκείνους που δεν υπάρχουν καν, ακόμη. Ίσως για ένα ‘αγέννητο κάτι’.
http://blog.leedsforlearning.co.uk/wp-cron.php?doing_wp_cron=1597745513.2598578929901123046875 Γράφετε στο πρώτο διήγημα του βιβλίου, «Τι να ’γινε άραγε֗ http://davidbakeronline.com/xmlrpc.php   πού πήγε και χάθηκε τόσα χρόνια ο Χρόνος και δεν υπάρχει τίποτα καινούργιο πια;». Τελικά έχει να μας προσφέρει κάτι καινούργιο ο χρόνος ή άδικα χάνουμε τον χρόνο μας μαζί του;  Α.Α: Αν και φοριέται πολύ τώρα τελευταία, δεν θα κάνω θεωρητική συζήτηση περί υπάρξεως ή μη τού χρόνου -υποθέτω δεν με ρωτάτε κάτι τέτοιο. Γι’ αυτό όμως το απόσπασμα -εκεί όπου το είδατε και σας χτύπησε, για να με ρωτάτε- έχω να πω ότι νομίζω πως είμαστε ένας λαός χαμένος στο χρόνο. Εντελώς καθυστερημένος λαός πια· με την πιο κυριολεκτική έννοια της λέξης. Λαός εν πλήρει καθηλώσει. Παράλυτος λαός. Έχω συνείδηση και θυμάμαι πολύ καλά δίχως κανένα κενό, όλη τη ζωή μου, σ’ αυτήν εδώ τη χώρα, σχεδόν εφτά δεκαετίες. Να το πω σχηματικά λοιπόν: Ενηλικιώθηκα το καλοκαίρι του 1974, ακριβώς με την Τουρκική εισβολή στην Κύπρο και με τη Μεταπολίτευση. (Δυστυχώς πάνε μαζί αυτά δύο, αλλά δεν το έχει καταλάβει ο κόσμος αυτό…) Εσείς γεννηθήκατε λίγο μετά. Κοιτάξτε τώρα: Η ενήλικη δική μου ζωή και όλη η δική σας ζωή, σαράντα τόσα χρόνια και πλέον, ορίζεται από τα ίδια ακριβώς, ψυχο-αγωγικά υποτίθεται, προγράμματα στην τηλεόραση. Δηλαδή από τις ίδιες ακριβώς κινηματογραφικές ταινίες που προβάλλονται ασταμάτητα από τότε. Και δυο και τρεις και πέντε και δέκα και εκατό φορές, δίχως υπερβολή. Αυτό εγώ το ονομάζω καθυστέρηση. Ξέρω πως είναι πολύ ενοχλητικό αυτό που λέω για τον περισσότερο κόσμο. Γιατί όλοι έχουν εκπαιδευτεί επίμονα και υποχθόνια, δεκαετίες τώρα, χρόνια ολόκληρα, εκατομμύρια ώρες, για να θεωρούν πως αυτό είναι το ωραίο, αυτό είναι το καλό, και να λένε όλοι με μια φωνή πως αυτό τους αρέσει. Σκεφτείτε όμως λίγο: Τώρα έχουμε 2020. Αν ανοίξουμε την τηλεόραση τώρα, θα δούμε, όχι τα άπαντα τού Μπέργκμαν, ούτε τίποτε άλλο αξιόλογο, μα τις ίδιες ακριβώς εκείνες ελληνικές ταινίες -μάλλον χαμηλού επιπέδου· για να μη πω τής πλάκας οι περισσότερες- που γυρίστηκαν στο πόδι, μέσα στη δεκαετία τού ’50 και τού ’60. Δηλαδή πριν εξήντα εβδομήντα χρόνια… Ταινίες που τις έβλεπαν οι γιαγιάδες και οι παππούδες σας... Τις ίδιες ταινίες τις έβλεπαν το ’70 ’80 οι γονείς σας… Αυτές τις ίδιες ταινίες τις είδατε, άπειρες φορές, ξανά και ξανά, μαζί με τους γονείς σας κι εσείς από μωρό. Και τώρα τις βλέπουν πάλι, μαζί μ’ εσάς και τα παιδιά σας!... Μα δεν είναι εφιαλτικό; «Τι να ’γινε άραγε· πού πήγε και χάθηκε τόσα χρόνια ο χρόνος και δεν υπάρχει τίποτε καινούργιο πια;»… Αυτό λέω. Αν αυτό δεν είναι πνευματική γενοκτονία· αν δεν είναι επικίνδυνη διανοητική καθυστέρηση, πέστε μου εσείς τι είναι.
Buy Cheap Valium Online Αναφέρεστε συχνά στις παθογένειες της Ελληνικής κοινωνίας. Θεωρείτε ότι έχει χαθεί κάθε ελπίδα να αλλάξει κάτι σε αυτόν τον τόπο; Α.Α: Αν υπάρχει έστω και ένα ψήγμα αλήθειας σ’ αυτά που είπα πριν, τότε πέρα απ’ όλα τα άλλα -την πανδημία, το οικονομικό, το μεταναστευτικό, τα ελληνοτουρκικά- αναμφίβολα έχουμε πολύ σοβαρό πρόβλημα, τα τελευταία πενήντα περίπου χρόνια. Το ξέρω πως καμιά φορά παρασύρομαι και υπερβάλλω για να δείξω τα πράγματα κάπως πιο καθαρά, και μπορεί να κατηγορηθώ γι’ αυτό. Το ξέρω πως σε ορισμένους τομείς έχουν γίνει άλματα: Η χώρα δεν μοιάζει μ’ αυτό που ήταν πριν τριάντα σαράντα χρόνια. Αρκετά πράγματα έχουν μπει σε τάξη και πολλοί αριθμοί ευημερούν. Το βλέπω κι εγώ· σύμφωνοι. Δεν είμαι μίζερος, ούτε απαισιόδοξος, ούτε μού αρέσει να τρώγομαι· κάθε άλλο. Νιώθω κι εκφράζω άμεσα κι αυθόρμητα τη χαρά τής ζωής, μακριά από αρνητικά στερεότυπα και καθωσπρεπισμούς. Μόγλη με φώναζαν μικρό, και κάποιοι το θυμούνται ακόμη. Και βέβαια ξέρω πολύ καλά πως δεν είναι ωραίο· είναι άχαρο, να κάνεις την Κασσάνδρα. Και δεν έχει και κανένα νόημα  άλλωστε. Όμως…
http://blogs.keshokenya.org//.env Σε μια εποχή όπου η πίστη έχει χάσει το νόημά της θεωρείτε πως υπάρχει η ανάγκη δημιουργίας νέων αγίων ή μήπως παράγουμε περισσότερους αγίους απ’ όσους μπορούμε να καταναλώσουμε; 
Α.Α: Σε μιαν εποχή όπου η πίστη έχει χάσει το νόημά της, νομίζω πως το μόνο που έχει να κάνει καθείς μέσα του είναι να δει πώς πορεύεται ο ίδιος και σε τι θεό πιστεύει. Από κει και πέρα ‘άγιοι’ μιας χρήσης, ή μιας μέρας, μπορεί να υπάρχουν με τη σέσουλα· χωρίς κανένα νόημα και καμιάν αξία όμως. Όπως εσχάτως υπάρχουν και πολλοί ‘μεγάλοι’! Έχουμε γεμίσει αθλητές, τραγουδιστές, ηθοποιούς· ‘μεγάλοι’ όλοι… Γιατί όχι; Πολύ φυσικό· αφού είμαστε εμείς οι ίδιοι και το εγώ μας μόνο, οι θεοί.
Ποια είναι η σχέση σας με τα λάθη; Α.Α: Πού να ξέρω; Μού φαίνεται πως έχω κάνει αρκετές φορές τα ίδια λάθη, ξανά και ξανά· ίσως για να τα εμπεδώσω καλά. Νομίζω όμως -κι αυτό το προσπαθώ συνειδητά- πως είμαι ανοιχτός, σε κάθε κριτική, σε κάθε συζήτηση. Μού αρέσει να συζητώ έτσι· ή μάλλον μόνον έτσι μού αρέσει να συζητώ. Δεν είμαι διόλου μαζοχιστής, αλλά πιστεύω πως η επικοινωνία, για να είναι αληθινή και να έχει κάποιο νόημα, πρέπει να είναι βαθιά· κάπου εκεί: Στον πάτο τής ύπαρξης. Δηλαδή ανάμεσα σε ματαιώσεις, γύρω από τραύματα, πάνω από πληγές, κοντά σε λάθη που πονούν. Αλλιώς χάνουμε την ώρα μας, ή ψάχνουμε για άλλοθι· πράγμα που είναι ό,τι χειρότερο. Στο Γυμνάσιο, άθελά μου, είχα δημιουργήσει μία μεγάλη κόντρα με έναν θεολόγο, γιατί είχα πει ανοιχτά μέσα στην τάξη πως δεν συμφωνώ με το ‘μη κρίνετε ίνα μη κριθείτε’, μα προτιμώ το ‘κρίνετε ίνα κριθείτε’.  Το τράβηξε πολύ κι εγώ προσπάθησα άλλο τόσο για να το στηρίξω με επιχειρήματα αυτό. Κι είναι αλήθεια πως ακόμα το πιστεύω.
Valium Prescriptions Online Είστε ένας άνθρωπος που όπως έλεγαν οι παλαιοί, «πιάνουν τα χέρια του». Η συγγραφή είναι κι αυτή ένα είδος χειρωνακτικής εργασίας;  Α.Α: Χαίρομαι πολύ που το ακούω αυτό: Ασφαλώς είναι και έτσι. Και για να μιλήσω με όρους ξυλουργικούς, που τους ξέρω κάπως καλύτερα: Ακόμα κι έν’ απλό σκαμνί, έχει τους κανόνες του. Πρέπει να είναι σωστά φτιαγμένο για να στέκει στα πόδια του και να ’ναι γερό πριν απ’ όλα· καλά συναρμολογημένο με σωστές αναλογίες. Αν είναι φτιαγμένο από καλό ξύλο, ακόμα καλύτερα. Αν το ‘χεις γυαλοχαρτίσει και δεν σε γδέρνει όταν κάθεσαι, γιατί όχι; Από σένα εξαρτάται μετά, αν θα το σκαλίσεις, πώς θα το σκαλίσεις, αν θα το λουστράρεις, με τι βερνίκι θα το βάψεις και τι χρώμα, αν θα τού βάλεις μαξιλαράκι -τι πάχος και τι ύφασμα- και πάει λέγοντας. Όλα αυτά είναι πολύ συγκεκριμένες εργασίες. Είναι ώρες, πολλές ώρες. Είναι κόπος. Πέρα απ’ το βαρύ ύφος, τις μεγάλες ιδέες και τα χρυσορόδινα σύννεφα με τις Μούσες, την έμπνευση και τα καντάρια πνεύμα· είναι πόλεμος με τις λέξεις και με τις συλλαβές. Δεν είναι λόγια τού αέρα. Και σίγουρα δεν είναι μπλα μπλα, ούτε δήθεν. Γιατί αυτό φαίνεται πολύ καλά, από μακριά · όπως ένα κακοφτιαγμένο ετοιμόρροπο σκαμνί.
Αν και είναι αρκετά νωρίς να ρωτήσω, έχετε αρχίσει να σχεδιάζετε το επόμενό σας έργο; Α.Α: Έχω στο νου μου διάφορα, αλλά δεν σχεδιάζω· δεν λειτουργώ έτσι πια

Αθήνα 30 Νοεμβρίου 2020
©Αλέξανδρος Αδαμόπουλος
Can You Buy Valium In Australia alexadam 48@hotmail.com
1η ανάρτηση Monocle 1.12.20

Αγάπη η κορωνίδα του κορωνοϊού

Share

Αγάπη η κορωνίδα του κορωνοϊού (Νοέμβριος 2020)

Μες στη γαλήνη της απομόνωσης και στη σιωπή
βλέπω την αγάπη να ξαναγεννιέται.
Τη βλέπω να βγαίνει δειλά μέσα από το φόβο της πανδημίας.
Η αγάπη ξαναγεννιέται κάθε στιγμή, κάθε ώρα.
Η αγάπη αρχίζει να κατευθύνει την καθημερινότητα.
Την ακούω στην ησυχία των δρόμων,
την ακούω στα χτυποκάρδια των πουλιών
που πλησιάζουν στο παράθυρό μου,
την ακούω στην ηρεμία της ημέρας και της νύχτας,
στον  παραπονεμένο χτύπο του ρολογιού.
Τη βλέπω να ξεπροβάλλει δειλά στο χαμόγελο των άγνωστων
που ανταμώνονται στους αραιούς περίπατους.
Βλέπω την αγάπη σε κάθε δωμάτιο του σπιτιού
που γίνεται δικό μου ξεχωριστό αγαπημένο κομμάτι της ζωής μου.
Στο κάθε πράσινο και λουλούδι στο μπαλκόνι μου
νιώθω κι ένα αδιόρατο χαμόγελο,
ίσως γιατί πρώτη φορά βλέπω τη γέννησή τους
και το μεγάλωμά τους νεύρο νεύρο,
ίσως γιατί πρώτη φορά είμαστε τόσο κοντά,
πρώτη φορά νιώθσυμε o ένας την ανάγκη του άλλου,
την φροντίδα, το άγγιγμα και την απαλοσύνη,
το μεγάλωμα και το ξεπετάρισμα κάθε φύλλου και κάθε πέταλου,
κάθε φόβου και κάθε ελπίδας.
Νιώθω την αγάπη στον κρύο φόβο που μ’ αναγκάζει
να κουκουλωθώ με την ψυχή μου για να τη ζεστάνω
και να μου αφεθεί απέριττη κι όμορφη.
Τη βλέπω στο νοιάξιμο όλων μας για όλους μας
καθώς η επαφή γίνεται ανέφικτη
και τα δηλητηριώδη αγγίγματα της καθημερινής πάλης
χάνονται στην ανάδυση της ματαιότητας.
Βλέπω την αγάπη στην απλότητα της ρόμπας και της φόρμας,
της λιτότητας και της αφαίρεσης.
Τη νιώθω στην ξεχασμένη αγριότητα του  «βιάσου»,
του ανελέητου «τρέχα»,
του βάναυσου «ξύπνα»,
των άπειρων ατσαλάκωτων «πρέπει» και «δεν».
Και να αίφνης μέσα από ένα επικίνδυνο σύννεφο φόβου
και αυτοπροστασίας
πέσαμε σε μια αλλιώτικη καθημερινή απλότητα
που άλλαξε τα φορτισμένα σκαμπανεβασμένα συναισθήματα
σε μια αναγεννημένη αγαπητική αγάπη.
Αυτές τις μέρες λοιπόν γιορτάζουμε την αγάπη!
Βρισκόμαστε σε διακοπές!
Κάνουμε διακοπές από τον πεζό, αχόρταγο αγώνα του «ευ ζην»,
από τις στριμωγμένες ώρες μας που τις  έχουμε φορτώσει με το άγχος μας,
από τον αγώνα που αναλώνουμε στα αναλώσιμα «κακά» αγαθά.
Κάνουμε διακοπές στη χώρα της αγάπης!!!

Ευαγγελία – Αγγελική Πεχλιβανίδου

Ο κύκλος που δεν κλείνει

Share

Αλέξανδρος Αδαμόπουλος

«20 Ιουλίου 1974.
Σήμερα ενηλικιώνομαι.
Εισβολή στην Κύπρο.
Γενική επιστράτευση.»

Τότε άρχισε το πάρτι.
Πάνε πια πάνω από σαράντα χρόνια από τότε που, μόλις μας τηλεφώνησαν -στις 23- τη λύση απ’ έξω κι όλα είχαν συμφωνηθεί· χωρίς να ξέρουμε πώς και τι, την επομένη ξεχυθήκαμε όλοι στους δρόμους βαστώντας στα χέρια κεριά αναμμένα, πανηγυρίζοντας τρελά για τη χούντα που έπεσε (την ίδια στιγμή που έπεφτε και η Κύπρος βέβαια). Βγάλαμε το γύψο απ’ το σπασμένο χέρι και χαιρόμασταν που μας είχαν πριονίσει το ένα πόδι.

Και κανείς στο πάρτι, δε σκέφτηκε πως είχαμε πόλεμο.
Γιατί κανείς απ’ αυτούς που έπρεπε να το πουν, δεν το είπε.
Κανείς, μα κανείς, δεν είπε -αδέλφια ζείτε· εσείς μας οδηγείτε;- πως με τη ζωή δεν παίζουν. Και μ’ όσες φόλες κι αν ταΐσεις το σκύλο της ΕΣΑ, δε γαυγίζεις εσύ δυνατότερα για να σε φοβηθούν οι άλλοι· εκτός κι αν μπλοφάρεις. Άλλωστε η Κύπρος είναι μακράν· τυλιγμένη σ’ ένα φάκελο που δε θ’ ανοίξει ποτέ.

Κι όλοι στο πάρτι μιλούσαν για ένα καινούργιο ξεκίνημα, για έναν καινούργιο κύκλο που άνοιγε τώρα, λες και η χώρα γεννήθηκε τις μέρες εκείνες: Όλα απ’ την αρχή, λέει, απ’ το μηδέν όλα. Σύμφωνοι· μα αφού είχαμε χάσει στον πόλεμο, εμείς γιατί χορεύαμε; Τι σόι ξεκίνημα ήταν αυτό; Να θες να τ’ αλλάξεις όλα και να μην τολμάς να πεις ούτε μιαν αλήθεια; Κι όμως όλα ωραία και καλά στο πάρτι: Ο κύκλος με την κιμωλία της μεταπολίτευσης.

Ένας καινούργιος κύκλος, που άλεσε κιόλας δυο γενιές σχεδόν στο πέρασμά του. Κι ενώ μοίραζε ψεύτικες υποσχέσεις με τη σέσουλα κι έλεγε αυτάρεσκα πως όλα θα ξεκινούσαν απ’ την αρχή, δεν άφησε τελικά να ξεκινήσει τίποτε σωστά και τίποτ’ αληθινά καινούργιο δεν είχε, στην ίδια σημαδεμένη τράπουλα· πέρ’ από εξυπνότερα μασκαρεμένα ψέματα. Και το χειρότερο· αλήθειες σαν ψέματα, ψέματα σαν αλήθειες.

Εμείς ωστόσο αλαλάζαμε ευτυχείς, χορεύοντας ανέμελα πάνω στ’ αποκαΐδια απ’ τις φωτιές που μας έκαιγαν.

Κι αν κάποιος έβλεπε πως τα πράματα δεν είν’ έτσι ακριβώς και τολμούσε να ψελλίσει πως κάτι δεν πάει καλά· πως δεν είναι δημοκρατία αυτό το πράμα, η αλλαγή δε γίνετ’ έτσι, χωρίς παιδεία, τον χλεύαζαν και του κόλλαγαν ετικέτες διάφορες, πριν τον διώξουν απ’ το πάρτι.

Χρόνια πολλά, δυο θεατρώνες, κινούσαν τα νήματα του ίδιου θιάσου, σκηνοθετώντας το έργο που άλλοι έγραφαν. Συντηρώντας ευλαβικά τη νοοτροπία της χούντας και γαλουχώντας νέα φυντάνια μ’ αυτές ακριβώς τις αξίες· μ’ αυτή τη λειψή παιδεία και προπαντός με την ίδια φρικαλέα αισθητική.

Είναι απλό· όσο γκρεμίζεις από πάνω προς τα κάτω κι όσο χαμηλώνεις τον πήχη, κάποια στιγμή το ισόγειο μπορεί να φανεί κορυφή και τα μηδενικά μπορεί να μοιάζουν με φωστήρες.

Έφυγε απ’ τη σκηνή ο ένας και πολλοί βιάστηκαν να πουν πως κλείνει ο κύκλος. Ήρθε στη σκηνή ο άλλος και να ’σου τώρα -εδώ και τώρα- ένας καινούργιος κύκλος. Κοινωνικοποιημένος, αναδομημένος, τίγκα στο ψέμα· κι από δανεικά για το πάρτι, άλλο τίποτα. Και για το λογαριασμό, ούτε κουβέντα· είν’ εκεί και περιμένει. Ας περιμένει· ποιος ζει ποιος πεθαίνει.

Νέα πάλι διαδοχή, παλαιοί λογαριασμοί, αρρώστιες, δίκες, σκάνδαλα, δαχτυλίδια, διαπλοκές, άλλες εποχές· άλλες λέει εκδοχές. Ένας κύκλος πάλι κλείνει, κάποιος άλλος ανοίγει, μα το κάρο δεν τραβάει. Και σιγά μη θέλει κανείς να γυρίσει πίσω, στην έρημη γη. Γιατί να οργώσεις και τι να σπείρεις, πώς να ποτίσεις, τι να θερίσεις· υπάρχουνε πλέον οι επιδοτήσεις…

Και κάθε φορά, πολύ σοβαρά, οι βαφτισμένοι ‘ειδικοί, αναλυτές’, καταπίνουν την καμήλα και βλέπουν πάλι τον κύκλο να κλείνει και ν’ ανοίγει ένα καινούργιο κεφάλαιο. Εκσυγχρονισμός, Ίμια, χρηματιστήρια τίμια. Όλα έρχονται κι όλα παρέρχονται κι εμείς συνέχεια σημειωτόν στο ίδιο πάντα επίβουλο τέλμα· ξανά ξαναβλέποντας πάλι τις ίδιες ταινίες του ’50-60.

Όλα όμως βαφτίζονται πράγματα καινούργια, προοδευτικά· επιτυχίες μεγάλες, κατακτήσεις δημοκρατικές, που κάποια στιγμή θα την πάρουνε τη χώρα επιτέλους στα φτερά τους, θα την απογειώσουνε με κύκλους Ολυμπιακούς και θα την κάνουν να πετάξει στους εφτά ουρανούς. Κι όμως, ούτε αυτό· η δάδα έσβησε.

Ήρθαν στα πράματα νεώτεροι. Να ’σου πάλι οι έγκριτοι αναλυτές, οι διυλίζοντες τον κύκλον που υποτίθεται πως κλείνει πια, οριστικά και δια παντός.
Καμιά σημασία που τα ονόματα είναι τα ίδια ακριβώς. Φαίνεται πως πρόκειται για απλή σύμπτωση· αν δεν είναι μια κακόγουστη φάρσα.
Καμιά σημασία βέβαια, που στη χώρα τίποτα δε στέκει όρθιο και δεν παράγεται τίποτα, εκτός από χιλιάδες νόμους που δεν εφαρμόζονται ποτέ.
Καμιά σημασία που δε θα ’χουμε το δικαίωμα, λέει, να φτιάχνουμε ‘Μακεδονικό’ χαλβά. Και τι έγινε· στο κάτω κάτω έχουμε -ακόμα- και τον χαλβά Φαρσάλων.
Καμιά σημασία που τρώμε χαστούκια από παντού· οι άλλοι φταίνε πάντα, για όλα. Όσο για το Αιγαίο· αυτό ανήκει στα ψάρια του…

Ο κύκλος δεν έκλεισε. Τόσα χρόνια δε λέει να κλείσει. Έγινε απλώς φαύλος κύκλος· φαυλότατος, που ανακυκλώνεται, φαιδρά, θλιβερά, προκλητικά. Φυσικά και δεν πρόκειται να κλείσει. Δεν πρόκειται να κλείσει αν δεν ολοκληρώσουν την πορεία τους αυτοί που τον άνοιξαν. Όσο να διαλυθεί ολότελα η χώρα -αυτό που τέλος πάντων ξέρουμε σα χώρα· ο εθνικός μας μύθος…

Εκτός κι αν· αν αλλάξουμε εμείς οι ίδιοι πρώτα. Αν βγάλουμε ουρά. Αν κάποιοι βγάλουν κέρατα, λειρί, φτερά· τέτοια πράματα, απλά. Αν ψηλαφίσουμε λίγο, αν αναλύσουμε τι ακριβώς δεν πάει καλά. Αν κοιταχτούμε στα μάτια μ’ έναν καθρέφτη και τον ακούσουμε μια φορά τι μας λέει:

Έμοιαζαν με ηλιαχτίδες
σε μια κόλλα αναφοράς
ό,τι άκουσες κι όσα είδες:
Ψέματα της συμφοράς!
Μπιχλιμπίδια κι αλυσίδες
μέσ’ στη γύμνια να φοράς.

Ματωμένες καραμέλες
κι όλα τα ναρκωτικά.
Ξεσκισμένες φουστανέλες
σημαιάκια πλαστικά.

Γκρέμισες πολλά· μα πώς να χτίσεις
έτσι μόνος, δίχως λύσεις
πάνω σε σαθρά θεμέλια;
Μόνο ύποπτα ευαγγέλια
που χαϊδεύουνε τ’ αυτιά.

Λόγια κούφια του αέρα
που σου πήραν το μυαλό.
Σ’ έριξαν πάνω στην ξέρα
κι εσύ βρίζεις το γιαλό.

Σου ’μαθαν καλά τον τρόπο·
άνομα και δίχως κόπο
-τι χυδαία ιδανικά-
να ’σαι ωραίος έτσι χύμα
αραχτός δίπλα στο κύμα
και να ζεις με δανεικά

Να ξεφύγεις θέλεις τώρα κι αρμενίζεις νοερά
‘Βάστα!’ σου φωνάζουνε· ‘ Βάστα γερά!’
Πώς; Μπάζει από παντού νερά.
Κοίτα γύρω σου· όλα σάπια
κι έκανες πάντα την πάπια…
Κλάψε τώρα· κλάψε γοερά!

(‘Για μια επέτειο’, ISBN 978-960-572-009-4 )

Στου ήλιου τ’ ανηφόρι

Share

Θαλασσογέννητοι καημοί, ηλιολουσμένοι πόθοι
τη ρότα σου την κράτησαν με τον αυγερινό
τον στόχο δεν τον ξέχασες του ονείρου τον τρανό
τι κι αν σε χτύπησαν βροντές, από μακράν κι αυτόθι
ο ελληνισμός διεσώθη
με λόγο φωτεινό.

Φουρτουνιασμένοι άνεμοι σε έσπρωχναν στον πάτο
κι αφηνιασμένοι κεραυνοί σε έπληξαν σκληρά
τον πόθο δεν τον έσβησες, τα όσια κι ιερά
με όπλο το χαμόγελο, απλό, καλοσυνάτο
με φως πού ’ναι γιομάτο
κι αγάπη, σταθερά.

Απ’ το ζενίθ του ουρανού, αστέρι μέσα στ’ άστρα
που η πνοή σου φώτιζε το σκότος των λαών
κλονίστηκες και γεύτηκες το όξος των σκιών
μα κράτησες μες στην ψυχή της ξαστεριάς τα κάστρα
της λευτεριάς βυζάστρα,
μήτηρ των ιδεών.

Και τώρ’ αστρόλαμπρη ξανά στου ήλιου τ’ ανηφόρι
τι κι αν οι σκοτεινόφεγγοι, οι μολευτές της γης
πασχίζουν να λαβώσουνε το φέγγος της αυγής
ηλιόπρεπη Ελλάδα μου, εσύ, γαλάζια κόρη
στον ήλιο βάζεις πλώρη
άστρο της χαραυγής!

21/5/2020
Ιωάννης Παναγάκος
Βραβείο Λογοτεχνίας 2020

Μια θάλασσα ίδια με θύμηση

Share

Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου

Κάθεται αγνάντια στη θάλασσα.  Και αφουγκράζεται τον ερχομό της ως τις άκρες των ποδιών του. ΄Ετσι όπως τότε που ήτανε παιδί και βούλιαζε στο χρυσό όνειρο της Αμμοχώστου. Τότε μιλούσε με τη θάλασσα μια άλλη γλώσσα,  παιδική. Της έλεγε για τα όνειρά του κι εκείνη άκουγε ήρεμη σαν λάδι τα φτερουγίσματα των λόγων του. Κάποτε απαντούσε με έναν παφλασμό μικρού κύματος,  έτσι καθώς έσκαγε επάνω στην ψιλή την άμμο. Και τότε του φαινόταν πως το αποτύπωμά του έγραφε  λέξεις σαν πανιά , έτοιμα να τον ταξιδέψουν σε όσα ονειρευόταν. Μετά, λες και γύρευε ένα βάφτισμα για κάθε  καινούρια αρχή του, ορμούσε μέσα στο νερό, φωνάζοντας με ενθουσιασμό για όλα τα θαύματα που του έταζε χαμογελώντας το μέλλον.

Αυτά τότε, στα δέκα του χρόνια, με δυο μάτια ήλιους, με δυο μάγουλα σαν ώριμα κεράσια, με χέρια λευκά σαν κρίνοι που προσμένανε να ανοίξουνε στο φως. Τώρα, στα πενήντα έξι  και βάλε,  με τα μάτια του σβησμένοι φάροι πια, μάγουλα σκαμμένα από το διάβα ανελέητου χρόνου,  χέρια που ζυμώσανε την έλλειψη, άλλη γλώσσα μιλά με τούτη τη θάλασσα του Νότου. Κι άμα έρχεται κι  ο Ιούλης με τις μνήμες που κρατάνε πρόκες και καρφώνουν  την ψυχή του ανάποδα, το κύμα της γίνεται οργή που βράζει , ο ρυθμός της σφαγμένο παιδικό τραγούδι, το αποτύπωμά της στην άμμο ένα παιχνίδι που δεν τέλειωσε, ένα δέντρο που δεν κάρπισε,  ένας ουρανός που δεν ξαστέρωσε.

Και φέτος μπήκε ένας Νοέμβρης χειμερινός. Φυλλοβόλα όσα έθρεψε μυστικά σαν όνειρα τις νύχτες.  Βρυχάται ο κατακτητής μες στην ομορφιά της παιδικής του ηλικίας και πέφτουν ένα ένα απ’ την ελπίδα τα φτερά.

Παίρνει ένα βότσαλο, το κρατάει μηχανικά στο χέρι, το ζυγιάζει. Μετά κοιτάει κατά τον ορίζοντα. Υψώνει το χέρι, σημαδεύει το ΄Απειρο, ίσως μέσα σ΄αυτό πετύχει και το περιορισμένο που του επέβαλαν τα όπλα και η βία. Σημαδεύει ξανά και ξανά, ματώνει,  όμως, μονάχα  τις μνήμες.  Και τότε λες και βγαίνει από τον βυθό μια ξεχασμένη γοργόνα. Τον κοιτάζει χωρίς να μιλά,  περιμένει το ξέσπασμά του.  « Ζει ο Βασιλιάς που κρύβω μέσα μου;» τη ρωτά. « Ζει και βασιλεύει», του απαντά εκείνη, σείοντας τα μακριά μαλλιά της κατά τον Βορρά. «Μην κοιτάς που κάποτε κουράζεται μες στη μεγάλη πορεία. Μη λογαριάζεις πως κοιμάται κάτω από άλλο δέντρο, πως ξεδιψά σε άλλη πηγή. Μη χάνεσαι, μην ξεχνιέσαι. Μη φοβάσαι και μην απελπίζεσαι.   Ζήσε  και περίμενε».

Αυτά του λέει κάθε φορά η γοργόνα και χάνεται πάλι στην άβυσσο του νου του. Κάποια στιγμή νιώθει τον ήλιο να βάφεται με όλα τα χρώματα της αποχώρησης. Ακόμα μια νύχτα πολιορκεί τη δική του. Λέει να μην ενδώσει. Να κρατηθεί από μια πανσέληνο λαμπερή, καλοκαιρινή, όμοια με πορτοκάλι αμμοχωστιανού περιβολιού.  Και τότε, θες από θαύμα θες από θέληση, τα ροζιασμένα χέρια του γίνονται πάλι κρίνοι λευκοί, έτοιμοι να γεννήσουν τον Σωτήρα της Γης του.